ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Ο Ζιζού έβαλε κοστούμι

jacob-copy

Εχουµε γνωρίσει… αρκετούς Ζιντάν: τον ήρεµο και µεθοδικό «µαέστρο» που οδηγούσε τους συµπαίκτες του µέσα στο γήπεδο, τον ντροπαλό αθλητή που έσκυβε το κεφάλι µπροστά στον τηλεοπτικό φακό και απέφευγε τις συνεντεύξεις, τον οξύθυµο τύπο που αποβλήθηκε 14 φορές σε µια καριέρα που ολοκληρώθηκε µε µια αντιαθλητική κουτουλιά στον τελικό ενός Παγκοσµίου Κυπέλλου. Την περασµένη εβδοµάδα γνωρίσαµε άλλον έναν: τον Ζιντάν προπονητή, µε κοστούµι, να δίνει οδηγίες στους ποδοσφαιριστές του. Πώς θα είναι αυτός ο καινούργιος Ζιντάν; Αγνωστο. Στο ντεµπούτο του, πάντως, στην άκρη του πάγκου της αγαπηµένης του Ρεάλ, επικράτησε πανεύκολα της αδύναµης Ντεπορτίβο. 

Ο 43χρονος Γάλλος προκρίθηκε από τον Φλορεντίνο Πέρεθ ως η ενδεδειγµένη λύση για τη «βασίλισσα» µετά την αποµάκρυνση του Ράφα Μπενίτεθ, ο οποίος, στην εξάµηνη παραµονή του στη Μαδρίτη, επιβεβαίωσε όσους πίστευαν ότι δεν µπορούσε να αντέξει τις απαιτήσεις του κλαµπ. Στοχοποιήθηκε από τον Τύπο, δυσαρέστησε τον κόσµο, «έχασε» τα αποδυτήρια. Η επιλογή του, πέρυσι το καλοκαίρι, ήταν λανθασµένη. Για να σωθεί η χρονιά, ο Ζιντάν άφησε άρον άρον τις ακαδηµίες του συλλόγου και προβιβάστηκε σε προπονητή της πρώτης οµάδας. Γιατί, όµως, ο Ζιντάν; Γιατί ένα από τα µεγαλύτερα ποδοσφαιρικά brands στον κόσµο να επιλέξει έναν άνθρωπο που µέχρι πρότινος δεν είχε ούτε καν άδεια ασκήσεως του επαγγέλµατος του προπονητή;

Η απάντηση είναι προφανής: γιατί είναι ο Ζιντάν. Σε µια προ µηνών συνέντευξή του στο France Football είπε ότι «πρέπει να ξέρεις πώς να λες στους παίκτες κάποια πράγµατα που δεν είναι έτοιµοι να ακούσουν». Κι αν υπάρχει ένας άνθρωπος να µπορεί να πει στον Ρονάλντο, στον Μπέιλ και στους λοιπούς αστέρες της οµάδας «πράγµατα που δεν είναι έτοιµοι να ακούσουν», αυτός είναι ο Ζιντάν. Η ικανότητά του να είναι σεβαστός µέσα στα αποδυτήρια, αλλά και από τον κόσµο της Ρεάλ, είναι ένα προσόν που δεν διαθέτουν πολλοί άνθρωποι σε αυτόν τον κόσµο. Αλλωστε, αυτό είναι ό,τι συνήθως λείπει από τα πανάκριβα ρόστερ της µαδριλένικης οµάδας: ένας άνθρωπος να επιβάλλει την πειθαρχία σε ποδοσφαιριστές που πιστεύουν ότι είναι οι καλύτεροι. Ενας άνθρωπος που υπήρξε καλύτερός τους.

Ο τζόκεϊ και το άλογο

Ο κανόνας λέει ότι οι παίκτες εµπιστεύονται περισσότερο όποιον έχει βρεθεί στη θέση τους και έχει διαπρέψει εντός του αγωνιστικού χώρου. Ο Σέρχιο Ράµος αγνόησε κάποτε τις οδηγίες του Ζοζέ Μουρίνιο, κρίνοντας ότι δεν µπορεί να συνεννοηθεί µε έναν άνθρωπο που δεν έχει παίξει ποτέ του µπάλα. Ο Πορτογάλος έχει τεθεί κι άλλες φορές «κατηγορούµενος» για τον ίδιο λόγο. Σε µια αναµέτρηση της Τσέλσι κόντρα στην Μπαρτσελόνα το 2005, παραδέχτηκε ότι το βιογραφικό του είναι φτωχό σε σύγκριση µε εκείνο του αντιπάλου του, Φρανκ Ράικαρντ. «Η ιστορία του είναι φανταστική, η δική µου είναι µηδενική», είχε πει, «αλλά αυτός δεν έχει κανέναν τίτλο ως προπονητής, ενώ εγώ έχω κερδίσει αρκετούς».

Ο Μουρίνιο, φυσικά, δεν είναι ο µόνος. Ο Αρσέν Βενγκέρ υπήρξε ένας ασήµαντος ηµιεπαγγελµατίας, ενώ ο Κάρλος Αλµπέρτο Παρέιρα, αν και δεν έπαιξε ποτέ, έφτασε να κατακτήσει µε τη Βραζιλία ένα Παγκόσµιο Κύπελλο. Χαρακτηριστικότερο παράδειγµα ο Ιταλός Αρίγκο Σάκι, ο οποίος ξεκίνησε τη σταδιοδροµία του ως… πωλητής παπουτσιών και στην πορεία εξελίχθηκε σε έναν από τους ιστορικά σοφότερους ανθρώπους του αθλήµατος. Σε αυτόν ανήκει και η περίφηµη ατάκα: «Για να γίνεις τζόκεϊ, δεν είναι απαραίτητο να έχεις υπάρξει άλογο».

Ετσι κι αλλιώς, η ιστορία του ποδοσφαίρου είναι γεµάτη από παραδείγµατα πολύ σπουδαίων παικτών που απέτυχαν παταγωδώς να αντεπεξέλθουν όταν µεταφέρθηκαν στην άκρη του πάγκου. Από τον Ντιέγκο Μαραντόνα και τον Λόταρ Ματέους µέχρι τον Ρουντ Γκούλιτ και τον Χρίστο Στόιτσκοφ. Από τους πολύ µεγάλους, του επιπέδου του Ζιντάν, µόνο ο Γιόχαν Κρόιφ είχε αντίστοιχα σπουδαία καριέρα και µε τις δυο του ιδιότητες.

Ο Ζιζού, βέβαια, δεν είναι απλώς ένας από τους κορυφαίους του αθλήµατος, αλλά είναι συγχρόνως ένας θρύλος για την ίδια τη Ρεάλ, ένα περήφανο µέλος της µαδριλένικης οικογένειας, αγαπητός και αποδεκτός από το απαιτητικό κοινό του Μπερναµπέου. Στο πρόσωπό του ο Πέρεθ βλέπει τον δικό του Γκουαρντιόλα, τον δικό του Λουίς Ενρίκε, έναν άνθρωπο δηλαδή που θα «µεγαλώσει» µέσα από τις επιτυχίες της οµάδας. Αυτή, ωστόσο, είναι µια πολύ επιπόλαιη σκέψη. Το µοντέλο της Μπαρτσελόνα είναι χτισµένο µε πολύ ισχυρά θεµέλια και δεν βασίζεται παρά µόνο για τις τελικές πινελιές στο πρόσωπο που βρίσκεται στον πάγκο της. Υποθέτουµε ότι ο Ζιντάν το γνωρίζει. 

Σε κάθε περίπτωση, είναι ένα πολύ µεγάλο ρίσκο και για την οµάδα και για τον ίδιο, αλλά συγχρόνως είναι το πιο ενδιαφέρον πρότζεκτ της φετινής σεζόν. Ο ποδοσφαιρικός κόσµος έχει ανάγκη τον Ζιντάν και θα είναι ωραίο να τον κερδίσει πίσω από αυτό το καινούργιο πόστο. Για τον ίδιο, βέβαια, το µεγαλύτερο στοίχηµα ίσως είναι να βοηθήσει στην πρόοδο και στην καθιέρωση ενός 20χρονου χαφ που προπονείται πλέον µε την πρώτη οµάδα: ο Εντσο Φερναντέζ διάλεξε το επίθετο της µητέρας του για να αντέξει το βάρος της πατρικής κληρονοµιάς, αλλά αυτό που ισχύει πλέον είναι ότι ο µεγάλος γιος του Ζιντάν, για να παίξει στη Ρεάλ, αρκεί απλώς να πείσει τον µπαµπά του.