ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Τίτλοι τέλους για έναν «μικρό» πρίγκιπα

tennis1

Οι τίτλοι τέλους της σπουδαίας καριέρας του Λέιτον Χιούιτ έπεσαν στο αυστραλιανό Οπεν του 2016. Πρόκειται για τον τενίστα που ανέβηκε στην πρώτη θέση της παγκόσμιας κατάταξης σε ηλικία μόλις 20 ετών. Από το 1973, οπότε καθιερώθηκε η σχετική βαθμολογία από την ΑΤΡ, (Ενωση Επαγγελματιών Τενιστών), κανείς άλλος τενίστας δεν κατάφερε να αναρριχηθεί έως την κορυφή σε μικρότερη ηλικία. Ηταν το 2001, μόλις τρία χρόνια μετά την είσοδό του στον χώρο του επαγγελματικού τένις, καθώς πέρασε το κατώφλι του το 1998 σε ηλικία 16 ετών.

Αναμφίβολα, οι κορυφαίες στιγμές της σπουδαίας καριέρας του είναι οι δύο τίτλοι γκαν σλαμ που κατέκτησε στις αρχές της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα. Αρχικώς, πήρε το αμερικανικό Οπεν του 2001, όταν νίκησε στον τελικό τον Ελληνοαμερικανό, Πιτ Σάμπρας με 7-6 (7-4), 6-1, 6-1. Και εν συνεχεία, πανηγύρισε τον τίτλο του Γουίμπλεντον του 2002, επικρατώντας στον τελικό του Αργεντινού, Νταβίντ Ναλμπάντιαν με 6-1, 6-3, 6-2. Επίσης, το 2000 κυριάρχησε στο διπλό του αμερικανικού Οπεν με συμπαίκτη τον Λευκορώσο, Μαξ Μίρνι. Επίσης, τη συλλογή του κοσμούν 28 τίτλοι στο μονό σε τουρνουά της ΑΤΡ.

Και να σκεφθεί κάποιος, πως ο Λέιτον Χιούιτ ξεκίνησε την αθλητική του καριέρα στα γήπεδα του αυστραλιανού ποδοσφαίρου, όπου παρέμεινε μέχρι τα 13 του χρόνια. Τότε, αποφάσισε να κάνει στροφή στο τένις.

Στα 15 του δημιούργησε μεγάλες προσδοκίες για το μέλλον του, καθώς το 1996 ανέβηκε στην 1η θέση της κατηγορίας κάτω των 18 ετών στην Αυστραλία. Μάλιστα, εκείνη τη χρονιά πήρε το Πρωτάθλημα Αυστραλίας κάτω των 18. Παρεμπιπτόντως, οι αγώνες είχαν διεξαχθεί σε κορτ με γρασίδι. Προφανώς, η γρήγορα εξοικείωσή του με τη συγκεκριμένη επιφάνεια, τον βοήθησε σημαντικά για να στεφθεί βασιλιάς του λονδρέζικου γκραν σλαμ, λίγα χρόνια αργότερα.

Πάντως, ποτέ δεν έβγαλε από το μυαλό του το αυστραλιανό ποδόσφαιρο. Οποτε έχει χρόνο, παρακολουθεί από κοντά τους αγώνες της ομάδας της Αδελαΐδας. Εκεί, στην πέμπτη μεγαλύτερη πόλη της Αυστραλίας που βρίσκεται στον νότο της, είδε για πρώτη φορά το φως στις 24 Φεβρουαρίου του 1981. Βέβαια, η αγάπη του για το αυστραλιανό ποδόσφαιρο έχει εξήγηση, καθώς ο πατέρας του είχε ασχοληθεί επαγγελματικά στα νιάτα του. Η κατά δύο χρόνια νεότερη αδελφή του, είχε ανέβει στην κορυφή της κατάταξης των τζούνιορς στην Αυστραλία το 2000 και κατέκτησε τον πρώτο τίτλο σε Τσάλαντζερ στην Καμπέρα το 2004. Σε επίπεδο Εθνικών ομάδων, ο Χιούιτ πήρε το Ντέιβς Καπ (πρόκειται για Παγκόσμιο Κύπελλο στο τένις) τόσο το 1999 όσο και το 2003, ενώ ήταν φιναλίστ στο Χόπμαν Καπ το 2003. Αν κάτι θα ήθελε στη συλλογή του είναι ο τίτλος του αυστραλιανού Οπεν. Εφθασε πιο κοντά από ποτέ στην κατάκτησή του το 2005. Ωστόσο, ηττήθηκε στον τελικό από τον Ρώσο, Μαράτ Σάφιν με 1-6, 6-3, 6-4, 6-4. Στο Ρολάν Γκαρός, προχώρησε δύο φορές έως τον προημιτελικό γύρο, το 2001 και το 2004. Αλλά το χώμα δεν ήταν η αγαπημένη του επιφάνεια. Επίσης, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου το 2012 προχώρησε έως τον τρίτο γύρο. Εκείνο το τουρνουά είχε διεξαχθεί στο κορτ με γρασίδι του All England Club, όπου κάθε χρόνο φιλοξενείται, ίσως το πιο σημαντικό γκραν σλαμ, το Γουίμπλεντον. Θα πρέπει να σημειωθεί πως εκτός κορτ, ο Λέιτον Χιούιτ έχει αναπτύξει μεγάλη φιλανθρωπική δράση, ενισχύοντας πολλά ιδρύματα τα οποία φιλοξενούν παιδιά. Γεγονός που εκτίναξε στα ύψη τη δημοφιλία του στην πατρίδα του.

Το απωθημένο της Μελβούρνης

Το 2001 είναι η χρονιά που η παγκόσμια τενιστική κοινότητα γνώρισε τον Λέιτον Χιούιτ στον υπερθετικό βαθμό. Τότε ήταν που κατέκτησε και τους περισσότερους τίτλους της καριέρας του μέσα σε ένα έτος. Πήρε συνολικά έξι τουρνουά. Πρόκειται για το Σίδνεϊ, το Κουίνς και το Χερτογκενμπός σε Αγγλία και Ολλανδία αντίστοιχα που διεξάγονται σε κορτ με γρασίδι, το αμερικανικό Οπεν, το Τόκιο και το Μάστερς Καπ στη Σαγκάη.

Η απόδοσή του κινήθηκε σε πολύ υψηλά επίπεδα και το 2002, όταν πήρε το Μάστερς του Ιντιαν Γουέλς στην Καλιφόρνια, υπερασπίστηκε τους τίτλους του στο Κουίνς και στο Μάστερς Κάπ, ενώ κατέκτησε το δεύτερο γκραν σλαμ της καριέρας του στο Γουίμπλεντον. Μάλιστα, στο λονδρέζικο γκραν σλαμ έχασε μόλις δύο σετ, για να γίνει ο πρώτος Αυστραλός νικητής έπειτα από 15 χρόνια και τον συμπατριώτη του Πατ Κας.

Oμως, δεν έκανε πραγματικότητα το όνειρό του για να πανηγυρίσει μέσα στην πατρίδα του ένα γκραν σλαμ. Ο προηγούμενος Αυστραλός νικητής στη Μελβούρνη ήταν ο Μαρκ Εντμοντσον το 1976. Τα σχέδιά του τα χάλασε ο Μαράτ Σάφιν στον τελικό του 2005.

Τέσσερις τίτλους πήρε το 2004 (Σίδνεϊ, Ρότερνταμ, Ουάσιγκτον, Λονγκ Αϊλαντ) και εν συνεχεία κατακτούσε από έναν τίτλο κάθε χρόνο από το 2005 έως το 2007, το 2009, το 2010, ενώ το 2014 ήταν νικητής στο Μπρίσμπεϊν και στο Νιούπορτ (αυτός ήταν ο τελευταίος τίτλος στο μονό στην επαγγελματική καριέρα του). Παρεμπιπτόντως, στην εκκίνηση της καριέρας του κατέκτησε τον πρώτο τίτλο του το 1998 στην Αδελαΐδα όταν ακόμη δεν είχε κλείσει τα 17 του χρόνια. Ακολούθησαν η επιτυχία του στο Ντελρέι Μπιτς το 1999 και οι νίκες του σε τέσσερα τουρνουά του 2000, στην Αδελαΐδα, στο Σίδνεϊ, στο Σκοτσντέιλ και στο Κουίνς.

Παρορμητικός χαρακτήρας με πνεύμα νικητή

Ο Χιούιτ διεκδικεί τον τίτλο του κορυφαίου τενίστα της Αυστραλίας των τελευταίων δεκαετιών. Πρόκειται για μία χώρα με μεγάλη παράδοση στο τένις, αλλά και αθλητική παιδεία των κατοίκων της σε όλα τα σπορ.

Ουσιαστικά, ο Αυστραλός κυριάρχησε στον χώρο του παγκόσμιου τένις στη δύση του Σάμπρας και λίγο πριν από την ανατολή του Φέντερερ, εκεί στις αρχές της περασμένης δεκαετίας.

Στο παιχνίδι του ξεχώριζαν τα εξαιρετικά περάσματά του όταν ο αντίπαλος ανέβαινε στο φιλέ, αλλά και οι άκρως αποτελεσματικές επιστροφές των σερβίς. Το αγαπημένο του κτύπημα ήταν η λόμπα, δηλαδή το πέρασμα του αντιπάλου του με ψηλοκρεμαστή μπαλιά.

Ο Χιούιτ τερμάτισε στην κορυφή της παγκόσμιας κατάταξης τόσο το 2001, όσο και το 2002, πριν την παραδώσει στον Αντι Ρόντικ. Ο Αμερικανός ήταν το νούμερο 1 στον κόσμο το 2003. Και από την επόμενη χρονιά, ο κόσμος του παγκόσμιου τένις μπήκε στην εποχή του Φέντερερ.

Οι ειδικοί του αθλήματος αναφέρουν πως δεν κατάφερε να βάλει «φρένο» στον Φέντερερ και στους υπόλοιπους σπουδαίους τενίστες που αναδείχθηκαν τα επόμενα χρόνια, εξαιτίας του «αδύναμου» σερβίς του, αλλά και της απουσίας πολύ δυνατών κτυπημάτων από τη βασική γραμμή. Είχε, όμως, τη νοοτροπία του νικητή. Στοιχείο το οποίο τον βοήθησε πάρα πολύ σε όλη τη διαδρομή της καριέρας του.

Το πάθος του για τη νίκη σε κάθε ματς, τον οδήγησε και σε φραστικές επιθέσεις, είτε σε διαιτητές είτε σε επόπτες. Μία συνήθεια την οποία δεν «ξέχασε» και στο τελευταίο παιχνίδι της καριέρας του στον 2ο γύρο του αυστραλιανού Οπεν 2016, όπου για την ιστορία ηττήθηκε από τον Ισπανό, Νταβίντ Φερέρ με 3-0 σετ.

Στα 34 του χρόνια, εξαπέλυσε φραστική επίθεση κατά του διαιτητή, Πασκάλ Μαρία, επειδή του έδωσε «foot fault» στο δεύτερο σετ: «Ολοι στα αποδυτήρια λένε πως έχεις μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου» του είπε με έμφαση ο Χιούιτ και τιμωρήθηκε με πρόστιμο ύψους 2.500 δολαρίων.