ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Η σπάνια «τουλίπα» από άλλο πλανήτη

i-spania-toylipa-apo-allo-planiti-2128455

Αν «ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο και οι Ολλανδοί την Ολλανδία», ο Γιόχαν Κρόιφ (Hendrik Johannes Cruijff), μαζί με τον μέντορά του Ρίνους Μίχελς και τον Στέφαν Κόβατς, έφτιαξε το σύγχρονο ολλανδικό ποδόσφαιρο, ακόμα κι αν, όπως ο Ντι Στέφανο, δεν γεύτηκε τη χαρά ενός παγκόσμιου κυπέλλου. Στην ιστοσελίδα του (worldofjohancroyff.com) μια λιτή ανακοίνωση μετέφερε τη θλιβερή είδηση, λίγες βδομάδες μετά τη δήλωσή του ότι «προηγείται 2-0 σ’ ένα παιγνίδι που ακόμα δεν έχει τελειώσει», σχετικά με την πορεία της θεραπείας του. Λίγες ώρες μόνο μετά την ανακοίνωση του θανάτου του, στο youtube «ανέβηκαν» δεκάδες βίντεο εις μνήμην του. Ο Χέντρικ Γιοχάνες Κρόιφ γεννήθηκε στις 25 Απριλίου 1947 σ’ έναν δρόμο κοντά στο (παλιό) γήπεδο του Αγιαξ, στον οποίο θα αναδεικνυόταν το ταλέντο του, προσφέροντας αντίδωρο στον σύλλογό του 3 συνεχόμενα Κύπελλα Πρωταθλητριών (1971, 1972, 1973).

Τον Κρόιφ χαρακτήριζαν 3 πράγματα: κάπνιζε πολύ, συνδικαλιζόταν ριζοσπαστικά και μίλαγε τη δική του γλώσσα. Κυρίως, όμως, αντικατέστησε οριστικά και αμετάκλητα την επιτελική θέση του «δεκαριού» με το θρυλικό «14» στην πλάτη, μια ολλανδική καινοτομία στα συλλογικά και εθνικά ποδοσφαιρικά δρώμενα, που επισφράγισε το «ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο» (Voetbal totaal) και ανέτρεψε τον ποδοσφαιρικό χωροχρόνο: οι παλαιότεροι τον θυμούνται στις ασπρόμαυρες τηλεοπτικές εικόνες (σαν) να «χορεύει» λίγο πιο πάνω από το χορτάρι, όταν ξεκινούσε τις επελάσεις του, και την αντίπαλη ομάδα να συλλαμβάνεται σε θέση οφσάιντ λίγο πιο κάτω από τη σέντρα.

Με τον Κρόιφ, το γήπεδο θαρρείς πως μίκραινε και μεγάλωνε ανάλογα με τις απρόβλεπτες κινήσεις του, σε μια δικής του σύλληψης και επινόησης «οικονομία του χώρου». Ο «ιπτάμενος Ολλανδός» αλλά και η παρέα του κατάφερε μέσα και έξω από τα γήπεδα, προτού μετατραπούν σε αρένες, να ριζοσπαστικοποιήσει το ποδόσφαιρο και ταυτόχρονα να εκσυγχρονίσει την ολλανδική κοινωνία.

Για τον συμπατριώτη του Χούμπερτ Σμέετς, ο Κρόιφ υποκαθιστά την ελλείπουσα κοινωνική εξέγερση στην Ολλανδία, που θα εκδηλωθεί καθυστερημένα τη δεκαετία του ’80 κυρίως με το κίνημα των καταλήψεων. «Η ολλανδική κοινωνία ήταν υπόδειγμα μιας “ελεγχόμενης κοινωνίας”, με ανεπιθύμητες συγκρούσεις. Προτιμούσαμε το “αρμονικό μοντέλο”, σε αντίθεση με τον Κρόιφ, που ήταν υπέρ της σύγκρουσης και τη χρησιμοποιούσε με σκοπό την πειθάρχηση μέσα από την ομάδα, το σύνολο», επισήμαινε 20 χρόνια πριν σ’ ένα κλασικό δοκίμιο για το ποδόσφαιρο στην Ολλανδία που διατηρεί μέχρι σήμερα την αξία του, συμπληρώνοντας: «Ο Κρόιφ ανέτρεψε την αυταρχική, κάθετη ιεραρχία του ποδοσφαιρικού μάνατζμεντ, επιμένοντας στην υπευθυνότητα και την αποφασιστικότητά του, γεφυρώνοντας το ποδόσφαιρο με τους διανοούμενους. Ο Κρόιφ απελευθέρωσε τις κατώτερες τάξεις και περιόρισε τις ανώτερες», ενώ ο Ολλανδός συγγραφέας, σκηνοθέτης και εκδότης του περιοδικού Hard Gras, Χενκ Σπάαν, υποστηρίζει ότι «η επίδραση του Κρόιφ σε μία ισοπεδωμένη ολλανδική κοινωνία ίσως να ήταν σημαντικότερη από εκείνη της φοιτητικής εξέγερσης». Μαζί με τις ποδοσφαιρικές του αρετές, ο Κρόιφ δημιούργησε ένα ιδιόμορφο γλωσσικό εργαλείο, για το οποίο ο δημοσιογράφος Πολ Σέφερ είχε δηλώσει σε ανύποπτο χρόνο: «Μιλάει τη δική του γλώσσα, που μοιάζει πολύ με την ολλανδική.

Οταν μιλάει, χρησιμοποιεί μια περίεργη γραμματική, νομίζω ότι αυτό οφείλεται στο ότι σκέφτεται πιο γρήγορα απ’ ό,τι μιλάει», μια ταχύτητα παραπάνω, ακριβώς όπως όταν έπαιζε ποδόσφαιρο και άφηνε με μια απρόβλεπτη κίνηση σύξυλο τον αντίπαλο αμυντικό. Ιστορικές έχουν μείνει οι φράσεις του «Αν ήθελα να το καταλάβεις, θα στο εξηγούσα καλύτερα», «Προτού κάνω ένα λάθος, δεν το κάνω» και «Χωρίς την μπάλα δεν κερδίζεις», που θα έκαναν και τον Βίτγκενσταϊν να πονοκεφαλιάζει.

Μανιώδης καπνιστής και συνδικαλιστής

Μανιώδης καπνιστής, όπως ο Σέζαρ Λουίς Μενότι και ο δικός μας Γιώργος Κούδας (ο Καμάρας και ο Δομάζος τον θυμούνται στον τελικό του Γουέμπλεϊ να καπνίζει στο ημίχρονο του αγώνα Αγιαξ-Παναθηναϊκός, όπως δήλωσαν στο sport24.gr), στα ποδοσφαιρικά και προπονητικά του χρόνια, ο Κρόιφ υπερασπίστηκε πρώτος τα συμφέροντα των Ολλανδών ποδοσφαιριστών, αρνούμενος τον προεδρικό πατερναλισμό και διεκδικώντας ασφαλιστικά δικαιώματα για τους παίκτες, καθώς και την αυτονομία τους απέναντι στις εταιρείες αθλητικών ειδών, όντας ο πρώτος ίσως ποδοσφαιριστής που αμφισβήτησε την κυριαρχία της πανίσχυρης τότε Adidas.

Οπως και ο Νέτσερ, έτσι και ο Κρόιφ ερχόταν από το βάθος του χώρου, άλλοτε επελαύνοντας κι άλλοτε παίζοντας με μακρινές μπαλιές  ή  με  «αέρινες  ντρίπλες», αλλάζοντας   απρόβλεπτα  για  τον αντίπαλο παιχνίδι και ρυθμό: μία  ιδιοφυΐα και ένας καλλιτέχνης του ποδοσφαίρου, ένας «δημιουργικός  ατομιστής»  (creative individualist), σύμφωνα με τον Σμέετς.

Με τη μεταγραφή του στην Μπαρτσελόνα, το ολλανδικό «ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο» μεταφέρθηκε σχεδόν αυτούσιο στην Καταλωνία, ενώ διετέλεσε με μεγάλη επιτυχία και προπονητής στους «μπλαουγκράνα», κατακρημνίζοντας τη δυναστεία της Ρεάλ και δημιουργώντας παράλληλα το πληθωρικό φυτώριο της καταλανικής ομάδας. Με τον θάνατό του, διλήμματα όπως «Μαραντόνα ή Μέσι;» χάνουν το νόημά  τους. 

Γεγονός  παραμένει, ότι ο Κρόιφ και η παρέα του, στον Αγιαξ και στην Εθνική, pop είδωλα  εντός  κι  εκτός αγωνιστικών χώρων, σταρ και αντιστάρ συνάμα, έδωσαν στην ολλανδική κοινωνία μία βελούδινη ριζοσπαστικότητα, προσθέτοντας δίπλα στην ολοκληρωτική αρχιτεκτονική του Βάλτερ  Γκρόπιους  το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο του Γιόχαν Κρόιφ.