ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Ο Ρανιέρι, ο Μποτσέλι και η ελληνική μελαγχολία

bocelli
l66
tss
l8
l7
leicester
l3--2
l4

«Σας παρουσιάζω τον σπουδαίο Αντρέα Μποτσέλι. Είναι εδώ για εσάς». Από τη στιγμή που ο Κλαούντιο Ρανιέρι «σύστησε» τον συμπατριώτη του στο κοινό του «King Power Stadium», ακόμη κι αν κάποιος παρακολουθούσε αυτές τις εικόνες από χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, μπορούσε να αισθανθεί ότι ακολουθούσε κάτι που θα άξιζε να κρατήσει στη μνήμη του για πάντα. Και έτσι ακριβώς συνέβη.

Ο Ιταλός τενόρος ξεκίνησε να τραγουδά την άρια «Nessun dorma». Ο προπονητής της Λέστερ σήκωσε το χέρι του και ζήτησε από το κοινό να κάνει ησυχία. Η εξέδρα, ασυνήθιστη σε ανάλογα σκηνικά, άργησε να το καταλάβει, αλλά τελικά… συμμορφώθηκε. Αλλωστε, ο Μποτσέλι αυτή τη φορά δεν ερμήνευε μπροστά σε ηγέτες κρατών ή επισήμους. Ούτε σε κάποια από τις διασημότερες όπερες του κόσμου. Τραγουδούσε σε μια πόλη της αγγλικής επαρχίας, σε ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο 32.000 θέσεων, το οποίο δεν βρίσκεται σε κάποιον φημισμένο, πολυσύχναστο δρόμο, αλλά «κρυμμένο» ανάμεσα σε μια αντιπροσωπεία αυτοκινήτων και ένα ξενοδοχείο.

Τα πλάνα που ακολούθησαν ήταν βγαλμένα από τη μαγεία που συνόδευσε τις «αλεπούδες» στο μοναδικό φετινό τους επίτευγμα. Η ερμηνεία του Μποτσέλι και η φανέλα της Λέστερ που ξεπρόβαλε κάτω από το φούτερ του, η «θάλασσα» από μπλε και άσπρα σημαιάκια που δεν σταμάτησαν λεπτό να κυματίζουν, τα κοντινά στον Ρανιέρι που με δυσκολία συγκρατούσε τα δάκρυά του, με ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του την ευτυχία του ανθρώπου που εκείνη ακριβώς τη στιγμή βιώνει το απόλυτο όνειρο. Και «κερασάκι» η άρτια σκηνοθετική κάλυψη των Βρετανών, με τις πανοραμικές λήψεις από το γήπεδο και τα πλάνα από το τρόπαιο με τα πρόσωπα των δύο Ιταλών στο background, υπό τον ήχο της άριας του Τζάκομο Πουτσίνι.

Το βράδυ έκλεισε με την στιγμή που περίμεναν άπαντες. Το τρόπαιο παραδόθηκε στα χέρια του Τζαμαϊκανού αρχηγού Γουές Μόργκαν, τον οποίο η κάμερα συνέλαβε, λίγα δευτερόλεπτα πριν το σηκώσει, να κοιτά στιγμιαία στον ουρανό, μοιάζοντας να μην πιστεύει ακόμη αυτό που ζει. Αλλωστε, αυτή ήταν μόλις η δεύτερη χρονιά του στην κορυφαία κατηγορία της Αγγλίας, παρότι έχει πιάσει τα 32. Από δίπλα του δεν θα μπορούσε να λείπει ο «αρχιτέκτονας» Ρανιέρι, τη στιγμή που το κύπελλο υψώθηκε στον ουρανό του Λέστερ και το φετινό παραμύθι πέρασε πλέον στην ιστορία του ποδοσφαίρου, ως το μεγαλύτερο επίτευγμα στα χρονικά του.

Κι αν κάτι θα πρέπει να προκαλεί μελαγχολία στην Ελλάδα, αυτό δεν είναι τόσο η εικόνα του Ιταλού τεχνικού ως πρωταθλητή στην κορυφαία λίγκα του πλανήτη, κάτι στο οποίο φαίνεται πως στέκονται οι περισσότεροι. Αλλωστε, όποιος ξέρει τι εστί αθλητισμός γνωρίζει καλά ότι η αποτυχία είναι μέρος του παιχνιδιού και σχεδόν πάντοτε έρχεσαι αντιμέτωπος με αυτή. Συνέβη στην περίπτωση του Ρανιέρι με την Εθνική και οποιοσδήποτε κι αν ευθύνεται, πρόκειται για κάτι που ανήκει στο παρελθόν. Η χθεσινή, όμως, αντίθεση είναι το παρόν και είναι αποκαρδιωτική: από τη μία, σε μια αγγλική επαρχιακή πόλη των ανατολικών Μίντλαντς να στήνεται μια ποδοσφαιρική φιέστα τόσο υψηλού επιπέδου και την ίδια ώρα στην Αθήνα, Πολιτεία και Ομοσπονδία να μην βρίσκουν κοινό έδαφος ούτε για έναν τελικό μπροστά σε 300 θεατές. Ο Ρανιέρι προχώρησε. Το ίδιο και το ποδόσφαιρο. Εμείς;