ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Το «τοτέμ» της Βραζιλίας, ο θρύλος του ποδοσφαίρου

podosfairo1

Σημεία των καιρών: ψάχνοντας το όνομα «Πελέ» στις διαδικτυακές μηχανές αναζήτησης, η πρώτη αναφορά είναι μεν στον θρυλικό Εντσον Αράντες ντο Νασιμέντο, αλλά τα συνολικά ευρήματα είναι μάλλον φτωχά για έναν άνθρωπο που λατρεύτηκε σαν θεός στα χρόνια της δόξας του και θεωρείται από πολλούς ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών. Για τις νέες γενιές, πιο ενδιαφέρον μοιάζει να έχει ο σύγχρονος Πελέ της Εθνικής Ιταλίας και η όμορφη φιλενάδα του, παρά ένας θρύλος που μεγαλούργησε σε χρόνια όπου η φήμη χτιζόταν από στόμα σε στόμα και όχι από τη δύναμη της εικόνας.

Ο μύθος του Πελέ γιγαντώθηκε μέσα από τις αφηγήσεις ανθρώπων που ουσιαστικά τον είχαν δει ελάχιστα, σε εποχές όπου δεν υπήρχαν social media και η τηλεόραση βρισκόταν ακόμα στα σπάργανα. Καμία σχέση, δηλαδή, με τον καταιγισμό εικόνων από τη δράση των ποδοσφαιρικών αστέρων της σύγχρονης εποχής, γι’ αυτό και ο Πελέ παραμένει για τις νέες γενιές κάτι πολύ μακρινό σε σχέση με τον Μέσι και τον Κριστιάνο Ρονάλντο, ή ακόμα και τον Μαραντόνα που στα χρόνια της δικής του δόξας, η δύναμη της τηλεόρασης πρόλαβε να τον βάλει σε όλα τα σπίτια.

Οπως και να ’χει, ο Πελέ παραμένει ένας ζωντανός θρύλος και σημείο αναφοράς στο ποδόσφαιρο. Υπήρξε χαρισματικός ποδοσφαιριστής, με μια σχέση σχεδόν ερωτική με την μπάλα. Γρήγορος για την εποχή του, πολύ αλτικός και εξαιρετικά ικανός στο ψηλό παιχνίδι σε σχέση με το ύψος του, εκπληκτικός τεχνίτης, απρόβλεπτος και με οργιώδη φαντασία, είχε ένα ανεξάντλητο οπλοστάσιο για να φορτώνει με γκολ τις αντίπαλες εστίες. Ηταν θεαματικός και πολύ αποτελεσματικός συνάμα, ένας παίκτης-ορχήστρα που διακρινόταν τόσο για τις ατομικές του ενέργειες όσο και για την ομαδικότητά του. Τα γκολ της καριέρας του έχουν καταμετρηθεί και είναι πραγματικά εντυπωσιακός ο αριθμός τους, αλλά εκείνες τις εποχές ελάχιστοι έδιναν σημασία στις ασίστ. Οσοι τον θυμούνται, λένε ότι όσο εύκολο ήταν για τον ίδιο το γκολ, άλλο τόσο ήταν και μια εξαιρετική πάσα.

Ο Πελέ συστήθηκε στο παγκόσμιο ποδοσφαιρικό κοινό πριν καλά-καλά αγγίξει ξυράφι το μάγουλό του! Ηταν 15 χρόνων όταν έκανε ντεμπούτο με την αγαπημένη του Σάντος, 16 όταν έπαιξε για πρώτη φορά με την Εθνική Βραζιλίας, σκοράροντας, μάλιστα, σε βάρος της Αργεντινής και ούτε καν 18 όταν πήρε από το χεράκι τη «σελεσάο» και την οδήγησε στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Σουηδίας, το 1958. Η φήμη του εξαπλώθηκε πολύ γρήγορα και οι αριθμοί τη δικαιολόγησαν απόλυτα. Πέτυχε συνολικά 1.283 γκολ στην καριέρα του, σκόραρε 72 γκολ με την Εθνική Βραζιλίας και κατέκτησε μαζί της τρία Παγκόσμια Κύπελλα, παραμένοντας ο μόνος ποδοσφαιριστής διαχρονικά με τέτοιο επίτευγμα.

Ακόμα και για τα δεδομένα της τότε εποχής, το τέλος της καριέρας του ήταν πρόωρο. Επαιξε τελευταία φορά με την Εθνική Βραζιλίας το 1971 σε ηλικία μόλις 31 ετών και δύο χρόνια αργότερα, στα 33 του, σταμάτησε από τη Σάντος έπειτα από 17 χρόνια. Εμεινε ανενεργός για δύο χρόνια, αλλά επέστρεψε στα 35 του για να γίνει ο μοχλός ανάπτυξης του ποδοσφαίρου στις ΗΠΑ. Υπέγραψε ένα πλουσιοπάροχο συμβόλαιο με την Κόσμος της Νέας Υόρκης και όταν στα 38 του σταμάτησε οριστικά, δεν έδειξε ενδιαφέρον για την προπονητική ούτε ασχολήθηκε ενεργά με τα κοινά του ποδοσφαίρου. Υπήρξε ο πιο ακριβοπληρωμένος παίκτης του κόσμου και μετά το τέλος της καριέρας του, παράμεινε πάμπλουτος αξιοποιώντας διαφημιστικά το τεράστιο όνομά του.

Ενα ερώτημα δίχως απάντηση

Στο διαχρονικό ερώτημα «ποιος είναι ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών» η αλήθεια είναι ότι κάθε γενιά είναι ξεχωριστή και ούτε η δύναμη των αριθμών μπορεί να δώσει σωστές απαντήσεις για παίκτες που έπαιξαν σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες και εποχές. Εξίσου αληθές, όμως, είναι ότι το μόνο ζευγάρι που μπαίνει μόνιμα σ’ αυτό το ερώτημα είναι αυτό του Πελέ με τον Μαραντόνα.

Ο Πούσκας, ο Ντι Στέφανο, ο Κρόιφ, ο Πλατινί, ο Ρονάλντο, ο Ζιντάν, ο Μέσι, ο Κριστιάνο και πολλοί άλλοι παίκτες παγκόσμιας κλάσης γνώρισαν την καθολική αποδοχή και αναγνώριση, δεν απέκτησαν όμως τέτοιο ειδικό βάρος, ώστε να αποτελέσουν έναν τρίτο πόλο.

Οι παλαιότεροι, που μεγάλωσαν με τον Πελέ, επιμένουν ότι αυτός είναι ο κορυφαίος. Οι νεότεροι, που έζησαν τον Μαραντόνα σε εποχές που η τηλεόραση τον έκανε κομμάτι της ζωής μας, υποστηρίζουν ότι κανείς δεν μπορεί να συγκριθεί με τον Ντιεγκίτο, ούτε ακόμη κι αυτός ο Πελέ.

Ισως η σύγκριση να ήταν πιο εύκολη εάν υπήρχαν κοινά δεδομένα. Ο Πελέ, όμως, δεν έπαιξε ποτέ στην Ευρώπη και αυτά που πέτυχε με τη φανέλα της Σάντος δύσκολα θα μπορούσε να τα πετύχει σε πολύ πιο ανταγωνιστικά πρωταθλήματα, όπως αυτά που αγωνίστηκε ο Μαραντόνα.

Από τα 1.283 γκολ που πέτυχε ο Πελέ, τα 526 ήταν σε φιλικά παιχνίδια. Σε επίσημα, βρήκε δίκτυα 757 φορές σε 812 ματς, επίτευγμα που είναι όντως εντυπωσιακό, αλλά σε συνθήκες πολύ πιο εύκολες σε σχέση μ’ αυτές που αντιμετώπιζε ο Μαραντόνα.

Κι αν ο Πελέ έχει να λέει ότι είναι ο μόνος με τρεις κατακτήσεις Μουντιάλ, η αλήθεια είναι ότι σ’ αυτό του 1962 δεν είχε σχεδόν καθόλου συμμετοχή. Τραυματίστηκε από νωρίς και είδε τα παιχνίδια από την εξέδρα.

Η εξάρτηση από τους χορηγούς έως και σήμερα

Η μέχρι τέλους διαπραγμάτευση του Πελέ με την εταιρεία που έχει τα δικαιώματα της εμπορικής εκμετάλλευσης του ονόματός του για το εάν θα του επιτρέψει να ανάψει αυτός τον βωμό στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Ρίο καταδεικνύει μία άλλη πλευρά του χαρακτήρα του, λίγο πολύ γνωστή σε όλους από τα χρόνια που έπαιζε ποδόσφαιρο.

Αν και μαθημένος να ηγείται μέσα στο γήπεδο, έξω από αυτό άφησε τον εαυτό του να εξελιχθεί σε πιόνι στα χέρια άλλων. Σε αντίθεση με τον Ντιέγκο Μαραντόνα, που ήταν ένας εκρηκτικός, εκκεντρικός και ασυμβίβαστος χαρακτήρας, άσχετα αν προδόθηκε από τα πάθη του, ο Πελέ κινείται πάντα μέσα στις επιτρεπόμενες γραμμές, αποφεύγοντας κάθε πρωτοβουλία που θα μπορούσε να τσαλακώσει την αψεγάδιαστη εικόνα του και κατ’ επέκταση την αρμονική σχέση του με τους καλοπληρωτές χορηγούς.

Χαρακτηρίστηκε «άνθρωπος του συστήματος», γιατί ήταν πάντα πρόθυμος να σταθεί δίπλα στους κατέχοντες την εξουσία, σε ποδοσφαιρικό ή πολιτικό επίπεδο.

Η εξάρτησή του από το χρήμα δεν του επέτρεψε να απολαύσει όλα όσα κέρδισε τον καιρό που θα μπορούσε να τα χαρεί τουλάχιστον. Κυνηγώντας τα παχυλά διαφημιστικά συμβόλαια, έκανε εκατό φορές τον γύρο του κόσμου για να εξυπηρετεί τις ανάγκες των χορηγών.

Επρεπε να είναι πάντα γελαστός και πρόθυμος να χαιρετήσει ή να φωτογραφηθεί με τον καθένα, γι’ αυτό και βρέθηκαν πολλοί να χαρακτηρίσουν «μαριονέτα» έναν άνθρωπο που υπό άλλες συνθήκες, θα ήταν αδιαπραγμάτευτα παγκόσμιο σύμβολο του ποδοσφαίρου.

Παρά την όποια αμφισβήτηση, όμως, ο Πελέ παραμένει ζωντανός θρύλος, σημείο αναφοράς για τους πιστούς της θρησκείας του ποδοσφαίρου…