ΜΠΑΣΚΕΤ

Μπάσκετ: Μια χρονιά που χάνεται…

mpasket-mia-chronia-poy-chanetai-amp-8230-2301580

Τα χρήματα που επενδύει κάθε ομάδα και σε οποιοδήποτε σπορ, όσο περισσότερα κι αν είναι συγκριτικά με αυτά που επενδύουν οι αντίπαλοί της, δεν εξασφαλίζουν ποτέ, με την έννοια της έμμεσης απόσβεσης, τους εκάστοτε στόχους όπως κυρίως την κατάκτηση τίτλων. Η ακριβότερη ομάδα δεν… υπέγραψε «συμβόλαιο» με το τρόπαιο και ειδικά στην Ευρωλίγκα δεν υπάρχει τρανότερο παράδειγμα από αυτό της ΤΣΣΚΑ Μόσχας, η οποία έχει την τελευταία 15ετία τον υψηλότερο προϋπολογισμό επένδυσης, άνω των 30 εκατομμυρίων ευρώ και έχοντας φτάσει ακόμα και στον αριθμό 40. Ο απολογισμός της, πέραν της συνεχούς και ανελλιπούς παρουσίας της στα φάιναλ φορ, είναι οι δύο ευρωπαϊκοί τίτλοι του 2006 και του 2017. Οι πακτωλοί εκατομμυρίων ουδέποτε έπαιξαν μπάσκετ ή ποδόσφαιρο, καθώς υπάρχουν αρκετοί αστάθμητοι παράγοντες που δεν μειώνονται ή εκμηδενίζονται, από τα παχυλά συμβόλαια παικτών.

Στη φετινή Ευρωλίγκα, ο μεν Παναθηναϊκός αγκομαχεί να προκριθεί στα πλέι οφ και ενώ είχε θέσει ως αρχικό στόχο την επιστροφή του στο φάιναλ φορ, μετά την τελευταία συμμετοχή του 2012 και ο δε Ολυμπιακός έχει απολέσει τη διεκδίκηση του πλεονεκτήματος έδρας στα πλέι οφ, ύστερα από 23 αγωνιστικές και είναι αναγκασμένος να εξασφαλίσει την πρόκριση του σε αυτά, έστω και με μειονέκτημα έδρας.

Η βαθμολογική εικόνα και των δύο «αιωνίων» είναι στη φετινή Ευρωλίγκα πολύ διαφορετική από αυτή που είχαν όλα τα τελευταία χρόνια, όσον αφορά τουλάχιστον την πορεία τους, μέχρι και τα πλέι οφ. Σε αμφισβήτηση δεν ετέθη ουδέποτε η πρόκριση στα προημιτελικά. Οι δύο κύριες, αλληλένδετες αιτίες της αγωνιστικής εικόνας του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού είναι η χαμηλή οικονομική επένδυση, συγκριτικά με τις άλλες ομάδες της Ευρωλίγκας και η προπονητική διαχείρισή τους. Με τα δεδομένα της ελληνικής οικονομίας, την τελευταία 9ετία, καμία από τις δύο ελληνικές ομάδες δεν θα μπορούσε να διατηρήσει τον πήχυ των προϋπολογισμών της άνω των 15 έως 20 εκατομμυρίων, ώστε να υπάρχει και η ανάλογη ανταγωνιστικότητα. Γι’ αυτόν τον λόγο, στις επιλογές των εκάστοτε ξένων παικτών τους δεν απευθύνονται στη «βιτρίνα» της ευρωπαϊκής και αμερικανικής αγοράς. Στη συνεχή «ανακύκλωση» Αμερικανών παικτών από το δεύτερο και τρίτο «ράφι», ο Παναθηναϊκός και ο Ολυμπιακός έχουν το μεγαλύτερο μερίδιο από τις άλλες ομάδες, εκτός των πλούσιων ΤΣΣΚΑ, Φενέρ, Ρεάλ, Μπαρτσελόνα, γιατί διαθέτουν από τα παραδοσιακότερα «brand name» στη διοργάνωση, αλλά και υψηλό «know how».

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι επειδή ο Ολυμπιακός και ο Παναθηναϊκός δεν απέκτησαν Αμερικανούς παίκτες με αποδοχές άνω του 1,5 εκατ. ευρώ, είχαν μειωμένες πιθανότητες, να δημιουργήσουν αξιόμαχες ομάδες. Με αυτά τα «υλικά» που επιλέχθηκαν από τους προπονητές τους και στο οικονομικό όριο που τους ετέθη από τις διοικήσεις των «αιωνίων», ούτε ο Τσάβι Πασκουάλ ούτε ο Ντέιβιντ Μπλατ παρουσίασαν ομάδες, ανάλογες με την προπονητική τεχνογνωσία, εμπειρία και αξία τους. Στον Ολυμπιακό, ο Μπλατ βρήκε τον καταπονημένο μεν «κορμό» των Σπανούλη, Πρίντεζη, Παπανικολάου, Μάντζαρη και Μιλουντίνοφ, αλλά οι επιλογές των ξένων παικτών έχουν βοηθήσει μόνο αποσπασματικά και ο ίδιος ο προπονητής δείχνει ότι δεν εμπιστεύεται τον Τίμα, τον Γκος, τον Βεζένκοφ, τον Τουπάν και τον Λεντέι. Στον Παναθηναϊκό και στον «κορμό» των Καλάθη, Παππά, Γκιστ, Αντετοκούνμπο και Βουγιούκα και την παραμονή των Τόμας και Λεκάβιτσους, ο Πασκουάλ παρουσίασε χειρότερη ομάδα και από την περυσινή, ενώ ο Ρικ Πιτίνο δύσκολα θα προλάβει να αλλάξει την εικόνα της ομάδας του, η οποία πλέον δείχνει να υστερεί στο ελληνικό «οπλοστάσιό» της…