ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΕΣ

Νίκος Αξαρλής, «Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Θέατρο και πόλη». Εκδ. Οδός Πανός, σελ. 166, Αθήνα 2001. Το πρώτο που εντυπωσιάζει στη μελέτη του Νίκου Αξαρλή για το Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά είναι η ευθύτητα. «Τα βασικά προβλήματα που αντιμετώπισε η λειτουργία του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά», γράφει ο συγγραφέας, «ήταν η ανυπαρξία καλλιτεχνικής παράδοσης και το εξαιρετικά χαμηλό πολιτισμικό επίπεδο. Οι αστοί της πόλης κατασκεύασαν το Δημοτικό χωρίς καν να σκεφτούν πώς θα λειτουργήσει». Ο Νίκος Αξαρλής -ιστορικός τέχνης, κριτικός με διεθνή εμπειρία- επιχειρεί εκτός των άλλων να δώσει μία ορθολογική ερμηνεία αυτού που πολλοί άλλοι χαρακτήρισαν «κακοδαιμονία» του νεοκλασικού μεγάρου. Το Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά (1881-1895) έργο του αρχιτέκτονα Ι. Λαζαρίμου, με «φανερή (…) επίδραση, τουλάχιστον στην εξωτερική μορφή (…), των θεάτρων του Μονάχου και του Βερολίνου» (σελ. 45), είναι ένα μέτριο αντίγραφο των αντίστοιχων μνημειακών οικοδομημάτων της Ευρώπης. Υποδηλώνει την επιθυμία των αστών του Πειραιά να ολοκληρώσουν τον εξευρωπαϊσμό της όψης της πόλης μετά την ανάπτυξη της βιομηχανίας και των λιμενικών εγκαταστάσεων. Ο μνημειακός συμβολισμός του Πολιτισμού (σύμφυτος της αστικής κουλτούρας) όφειλε να εκπροσωπηθεί με έναν «ναό» – αντιστάθμισμα στα σύμβολα και τα οικοδομήματα του Εμπορίου. Ο Απόλλων και ο Ερμής είχαν το χρέος της συγκατοίκησης.

Μόνο που στην περίπτωση του Πειραιά η εξέλιξη δεν ήταν η επιθυμητή. Το Θέατρο, παρά τις όποιες σημαντικές παραστάσεις που φιλοξένησε κατά καιρούς, δεν κατόρθωσε να προκαλέσει βαθύτερες ζυμώσεις αλλά ούτε και να καθρεφτίσει σε βαθμό ικανοποιητικό τις πνευματικές ανησυχίες μιας ιθύνουσας τάξης. Ο Πειραιάς, προϊόν του laissez-faire καπιταλισμού του 19ου αιώνα, παρά τις καλές προθέσεις μερίδας της κοινωνίας του, είχε κατανοήσει τον αστικό πολιτισμό της Δύσης μονάχα ως προς τη μνημειακή εικονογραφία του. Ο πολιτισμός, ως δραστηριότητα, πρόθεση και προέκταση ζωής, παρέμεινε σπάραγμα. Ουδέποτε οργανώθηκε ως συλλογική ανάγκη, ουδέποτε απαίτησε θεσμική ρίζα. Γι’ αυτό και το Δημοτικό Θέατρο δεν έγινε κύτταρο αλλά δοχείο. Η έλλειψη υποδομής ενίσχυσε τον «θεσμό» του φιλολογικού καφενείου, γύρω από το οποίο συσπειρώθηκαν οι ολιγάριθμες ομάδες των διανοουμένων.

Ο Νίκος Αξαρλής παραθέτει πλήρη και λεπτομερή στοιχεία για την καλλιτεχνική κίνηση στο Θέατρο του Πειραιά. Το παρόν σημείωμα, όμως, στέκεται περισσότερο στο πρώτο μέρος του βιβλίου, όπου αναλύεται η ιστορική, ιδεολογική και γεωπολιτική διάσταση μέσα από την οποία αναδείχθηκε αυτό το μνημειακό οικοδόμημα, που παρέμεινε ώς τις μέρες μας «επαρχιακό». Ο συγγραφέας χωρίς περιστροφές ομιλεί για τις «μεσανατολικές» καταβολές της ελληνικής κοινωνίας και την επιδερμική εμφύτευση πολλών δυτικών προτύπων ακόμη και σε πόλεις (όπως ο Πειραιάς) που είχαν τη φιλοδοξία του κοσμοπολιτισμού. Το δίδυμο Αθήνα/Πειραιάς (κατά το πρότυπο «δυαδικής εξουσίας» διοίκησης/βιομηχανίας – Σμύρνη/Πόλη, Αλεξάνδρεια/Κάιρο αλλά και Τεργέστη/Βιέννη κ.ά) δεν μπόρεσε να εγκαθιδρυθεί για μια σειρά λόγους (σελ. 18).

Το βιβλίο αυτό είναι εν πολλοίς αιρετικό. Διαθέτει τόλμη, σκέψη και είναι βέβαιο ότι θα βρει αρκετούς αντίθετους. Προάγει, όμως, τον διάλογο και ανατρέπει τις συμβατικές απόψεις περί της εγχώριας τάξης που ασπάστηκε τα νεοκλασικά και καπιταλιστικά πρότυπα της ανεπτυγμένης Δύσης.

– Στη δεκαετία του ’60, η Ταγγέρη πρόσφερε έντονες συγκινήσεις. Ηταν γεμάτη από προσωπικότητες που ξεβράζονταν στις ακτές της από όλον τον κόσμο. Ο καθένας είχε τη δική του ιστορία να διηγηθεί και ο καθένας έφερε τη δική του εκκεντρικότητα. Κατά κάποιον τρόπο, η Ταγγέρη ήταν τα χρόνια εκείνα ένας ιδανικός τόπος για έναν εκκολαπτόμενο συγγραφέα. Ηταν μία αποικία συγγραφέων. Εκεί ήταν ο Πολ Μπόουλς και η γυναίκα του Τζέιν, ο Γουίλιαμ Μπάροουζ και ο Τενεσί Γουίλιαμς. Ηταν μια μικρή πόλη, τα βράδια συναντούσες τους πάντες στα κοκτέιλ πάρτι. Αν ήμουν στη Νέα Υόρκη, δεν θα είχα ποτέ συναντήσει αυτούς τους συγγραφείς. Με τον Πολ Μπόουλς είχα τη στενότερη σχέση. Με ενθάρρυνε και με βοήθησε να δημοσιεύσω το πρώτο μου διήγημα το 1965. Στην αρχή έδινα μαθήματα για να ζήσω, σταδιακά διοχέτευσα την ενέργειά μου στο γράψιμο. Σήμερα, η Ταγγέρη εξακολουθεί και είναι ένας χαρούμενος τόπος, αλλά όλες εκείνες οι προσωπικότητες έφυγαν ή πέθαναν. Εγώ παντρεύτηκα στο Μαρόκο αλλά αποφασίσαμε να φύγουμε για την Αγγλία, να είμαστε κοντά σε ένα εκδοτικό κέντρο όπως το Λονδίνο.