ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Θερμό πορτρέτο ενός πληθωρικού καλλιτέχνη

Ηταν ένας δημιουργός προκλητικός, αυθεντικός, ακραίος, απρόβλεπτος. Ακόμη και όσοι αγνοούσαν τα τραγούδια του, γνώριζαν τον ίδιον από την εμφάνισή του: κοστούμια από δέρματα ζέβρας, πλαστικά φίδια, τεράστια δαχτυλίδια και ένα ραβδί που απέληγε σε καπνίζουσα νεκροκεφαλή! Η φωνή του σπηλαιώδης, η σκηνική του παρουσία εκκεντρικά υποβλητική. Ο Screamin’ Jay Hawkins ήταν φυσιογνωμία που παρέπεμπε μάλλον σε μάγο – φύλαρχο παρά σε θρύλο της σύγχρονης μουσικής.

Ενα ντοκιμαντέρ – πορτρέτο του, λοιπόν, είναι δύσκολο εγχείρημα από τη μία, με εξασφαλισμένη όμως την εντυπωσιακή εικόνα από την άλλη. Ο Νίκος Τριανταφυλλίδης κατόρθωσε να ξεπεράσει και τους δύο σκοπέλους, υπογράφοντας μια ταινία με γνώση, αγάπη και, παρά τη μεγάλη του αδυναμία στον μουσικό, με πληρότητα και χιούμορ. Ο σκηνοθέτης δεν επιχειρεί μια αγιογραφία, αλλά ένα «θερμό» πορτρέτο – ψυχογράφημα μιας αμφιλεγόμενης προσωπικότητας. «Ηρθα σ’ αυτόν τον κόσμο μαύρος, γυμνός και άσχημος. Θα φύγω από αυτόν τον κόσμο μαύρος, γυμνός και άσχημος. Οπότε διασκεδάζω τη ζωή…», υποστήριζε.

Η ζωή του, μυθιστορηματική όσο και η τέχνη του. «Ι put a spell on you», «σου ‘χω κάνει μάγια», σε ελεύθερη μετάφραση, η μεγαλύτερη επιτυχία του που χαρακτηρίζει μια ιδιοσυγκρασία ευαίσθητη, αισθαντική, έναν άνθρωπο ευφυή που επέλεξε τον δύσκολο δρόμο του περιθωρίου, ενώ οι φωνητικές του δυνατότητες θα μπορούσαν να του εξασφαλίσουν μια «κατεστημένη» και αποδεκτή καριέρα. «Το αυθεντικό βρίσκεται στο περιθώριο, όχι στην κυρίαρχη κουλτούρα», όμως, όπως υποστηρίζει και ο Αμερικανός σκηνοθέτης Τζιμ Τζάρμους, ένα από τα πρόσωπα που μιλούν για τον Jay Hawkins στο ντοκιμαντέρ.

Ο Ν. Τριανταφυλλίδης εργάστηκε συστηματικά. Επιστράτευσε ανθρώπους που τον γνώριζαν και είχαν συνεργαστεί μαζί του: Ερικ Μπάρντον, Ντιαμάντα Γκάλας, Μπο Ντίντλεϊ κ.ά. Τις αφηγήσεις τους συνέδεσε με τις εξομολογήσεις του ίδιου Jay Hawkins, αποσπάσματα από συναυλίες του, ανέκδοτα επεισόδια της ζωής του, το πέρασμά του από την Ελλάδα.

Ο Screamin’ Jay Hawkins (1929 – 2000) ήταν παρουσία πληθωρική και παράδοξη. Ο Ν. Τριανταφυλλίδης «οργάνωσε» το πρώτο και σεβάστηκε το δεύτερο.

Και ο εξομολογητικός μονόλογος δεν φορτίζεται από την ελκτική ορμή της επιθυμίας. Εκφέρεται με απόλυτη ουδετερότητα και μονοτονία και αφηγείται τα γιγνόμενα, δεν τα εισάγει ή σχολιάζει. Ετσι οι Κοέν αφαιρούν τη δραματουργική εξέλιξη μέσα από τις δράσεις και τις δραματικές συγκρούσεις. Σαν να αυτοκολοβώνουν τον δραστικό – συγκινησιακό συντελεστή.