ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΣ

Η περίπτωση του διηγηματογράφου Σωτήρη Δημητρίου μού προκαλούσε πάντοτε αμηχανία και θαυμασμό. Η αδρή καλλιέργεια του λόγου και η ζωηρότατη εικονογραφία του αδιαμφισβήτητα τον τοποθετούν, σκεφτόμουν, ανάμεσα στους πιο σημαντικούς νεότερους μεταδικτατορικούς πεζογράφους. Ο ηθογραφικός του όμως νατουραλισμός, όλοι αυτοί οι κοινωνικώς απροσάρμοστοι, σωματικώς και ψυχικώς άρρωστοι ήρωές του τον εξανάγκαζαν να στενεύει υπερβολικά το πεδίο του. Προκαλώντας ανατριχίλες και αποστροφή, οι οριακοί αυτοί άνθρωποι μας αφήνουν, θεωρούσα, καλλιτεχνικώς αδιάφορους. Διότι ως πολύ ιδιαίτερες περιπτώσεις δυστυχίας μάς εμποδίζουν να πραγματοποιήσουμε τις αναγκαίες συμβολικές αναγωγές, έτσι ώστε να μεταφερθούμε από τη μερικότητα του ειδικού στη σημασία του καθολικού. Με την τελευταία, ωστόσο, συλλογή τα πράγματα άλλαξαν. «Η βραδυπορία του καλού» (Πατάκης, σ.σ. 139) περιέχει δεκαοκτώ διηγήματα που συνδυάζουν την έμπειρη συγγραφική τεχνική του Σωτήρη Δημητρίου με μια πολύ πιο σύνθετη, και γι’ αυτό συναρπαστικότερη, εικόνα του κόσμου και των πλασμάτων που τον κατοικούν. Το στρεβλό και το οριακό εξακολουθούν να υπάρχουν, όντας όμως σε φυσιολογικές δόσεις εμπλουτίζουν τη θεματογραφία του συγγραφέα προσδίδοντάς της το ιδιαίτερο στίγμα της χωρίς και να την περιορίζουν.

Οι πρωταγωνιστές του Δημητρίου είναι άνθρωποι που συναντάμε στον δρόμο, στα πάρκα, στη λαϊκή. Και η αφήγησή του, άλλοτε περιορίζεται στην κατάθεση ενός στιγμιότυπου – στην παρουσία μιας ομιλητικής τελωνιακής υπαλλήλου στο λεωφορείο, ενός γηραιού συνταξιούχου στον Αρδηττό, ενός τρελού που αγορεύει στο πάρκο. Και άλλοτε εξιστορεί ένα κομμάτι από τη ζωή των ηρώων – τον κακό δρόμο δύο αδελφών που πεθαίνουν από ναρκωτικά, τον στερημένο βίο μιας γυναίκας που περνά διαρκώς απαρατήρητη, την άδεια και μαζί οδυνηρή καθημερινότητα μιας μάνας που έχασε την κόρη της. Η επιστροφή στις παιδικές αναμνήσεις του «Αππία, Εγνατία» παραπέμπουν στο αντίστοιχο διήγημα «Πάσχα στο χωριό» της προηγούμενης συλλογής του Δημητρίου και οι «Τρεις λεξούλες» θυμίζουν τον σφριγηλό, λαϊκό λόγο του παλαιότερου μυθιστορήματος του «Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου» (1993). Με έμφαση στην ασήμαντη, αλλά σημαδιακή λεπτομέρεια, ο αφηγητής περιγράφει τον χαρακτήρα και ενίοτε την εμφάνιση των ανθρώπων του. Παιδικά τραύματα και ανικανοποίητοι πόθοι, πλήξη και ανία, ψυχική και σωματική κόπωση, εμμονές και διαστροφές ορίζουν τη ζωή τους μαζί με κάποιες ανάσες ανεξήγητης χαράς και αισιόδοξης διάθεσης που προσφέρουν η ανοιξιάτικη φύση και η λιακάδα (και στις «Τρεις λεξούλες» τα άγια λόγια του παπά). Η μεγάλη αλλαγή που μεσολάβησε είναι ότι τα πρόσωπα της καινούργιας συλλογής διαθέτουν ψυχολογικό βάθος. Και η τέχνη του Δημητρίου έγκειται στο ότι κατορθώνει να μας υποβάλλει ότι υπάρχει μέσα στους ήρωές του ένας εσωτερικός κόσμος μυστικός και πολυδιάστατος, ζωντανός και εν πολλοίς ανεξήγητος. Η βασανιστική μοιραία έλξη προς ορισμένα πρόσωπα, η απόλυτη αδυναμία να υπερβεί κανείς τα σύνορα που έχει χαράξει ο χαρακτήρας του, μια τυχαία λέξη που ηχεί παράξενα ή μια υποδηλωτική σιωπή υποδεικνύουν δυνάμεις που αδιαμφισβήτητα υπάρχουν και δρουν μέσα στην ψυχή τους εν αγνοία τους.

Π αρ’ ότι αφορμή για κάθε κείμενο αποτελεί η περιγραφή ενός προσώπου, τα διηγήματα του Σωτήρη Δημητρίου δεν αποτελούν προσωπογραφίες, δίνοντας περισσότερο έμφαση στις σχέσεις και τις καταστάσεις παρά στο πορτρέτο. Φράση σύντομη, λίγα περιγραφικά στοιχεία, μερικά κρίσιμα λόγια των ηρώων, χάσματα στο κύλισμα του χρόνου συνθέτουν μιαν αφήγηση ελλειπτική και αποσπασματική που φέρνει στο προσκήνιο το ουσιώδες. Με εξαίρεση έτσι το εντυπωσιακό πορτρέτο ενός καταναγκαστικά καλόψυχου νεαρού («Γρήγορα Γρηγοράκη»), στα υπόλοιπα θα συναντήσουμε εικόνες ή κουβέντες που μας αφήνουν άναυδους, όπως της Αφρικάνας ζητιάνας που έχοντας απομακρυνθεί από τα μπογαλάκια της παίζει ποδόσφαιρο σε θέση μπακ, του εξάχρονου μικρού που στο διήγημα με τον δυσοίωνο τίτλο «Ο Διπλός» θα αγκαλιάσει τον μηρό ενός τρελού, του πατέρα που όταν τηλεφωνεί ο γιος του φωνάζει καταχαρούμενος τη γυναίκα του για να απομείνει κατόπιν όσο να της δώσει το ακουστικό βουβός.

Δεν θα πρέπει να παραλείψουμεε να παρατηρήσουμε ότι το είδος αυτό της αφήγησης το έχουμε συναντήσει σε πρόσφατα βιβλία, όπως λόγου χάρη στη «Φωτεινή μαγική» ή στο «Ζιγκ ζαγκ στις νερατζιές» του Δημήτρη Νόλλα και της Ερσης Σωτηροπούλου. Κι ακόμα ότι τον εσωτερικότερο αυτό προσανατολισμό δίνει στην πεζογραφία του ο συγγραφέας που από την πρώτη του εμφάνιση το 1987, για χρόνια υπήρξε ο πλέον (αν όχι ο μόνος) αμιγώς κοινωνικά προσανατολισμένος συγγραφέας σε σχέση προς τους υπόλοιπους της γενιάς του.

«Γενικά για τον θεσμό: