ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ενας κουρασμένος θεσμός ζητεί ανανέωση

Δυσκολίες και ανυπέρβλητα εμπόδια αμάθεια, αναρμοδιότητα και κριτική ανεπάρκεια των μελών των επιτροπών πιέσεις από τους συγγραφείς και το περιβάλλον τους… Ιδού τι καταμαρτυρούν κριτικοί της λογοτεχνίας που διετέλεσαν μέλη σε επιτροπές των κρατικών λογοτεχνικών βραβείων. Με δημοσιογραφική αφορμή την απονομή πρόσφατα, των φετινών λογοτεχνικών βραβείων, τόσο των κρατικών όσο και του περιοδικού «διαβάζω», αναζητήσαμε την ιστορική τους διαδρομή, την εξέλιξή τους, τη διαρκή προσπάθεια αναβάθμισης του θεσμού και τις αδυναμίες του.

Ιστορία και απαρχές

Ο θεσμός της βράβευσης του καλύτερου στον γραπτό λόγο δεν είναι ανακάλυψη του 20ού αιώνα. Οι πρώτοι που «διαγωνίστηκαν», μέσω των κειμένων τους, ήταν ο Ομηρος και ο Ησίοδος, όπως θυμίζει σ’ ένα παλαιότερο κείμενό του στην «K» (30.6.1992) ο Παντελής Μπουκάλας. Ο πρώτος μ’ ένα απόσπασμα από την Ιλιάδα και την περιγραφή μιας μάχης και ο δεύτερος μ’ ένα κείμενο για την αγροτική ζωή. Νίκησε η αναφορά στις καθημερινές συνήθειες, στην ειρηνική ζωή: το κείμενο του Ησίοδου. Ομως ζυγαριές -χωρίς εισαγωγικά- επιστρατεύτηκαν για να μετρηθεί το βάρος των λέξεων του Αισχύλου και του Ευριπίδη, σύμφωνα με τους αριστοφανικούς Βάτραχους – «επί τον σταθμόν γαρ αυτόν αγαγείν βούλομαι/ όπερ εξελέγξει την ποίησιν νων μόνον», λέει ο Αισχύλος στον Ευριπίδη. Τότε είχε νικήσει ο Αισχύλος, γιατί χρησιμοποιούσε… μεγαλύτερες λέξεις.

Η «Ομάδα των Δώδεκα»

Αρκετούς αιώνες αργότερα, όταν δημιουργήθηκαν κράτη και θεσμοί, θεσπίστηκαν τα βραβεία. Σε διάφορες κατηγορίες και στη λογοτεχνία. Στη μεταπολεμική Ελλάδα, η πρώτη απονομή λογοτεχνικών βραβείων θεσπίζεται τον Νοέμβριο του 1950 όταν δημιουργείται η «Ομάδα των Δώδεκα», «καθώς ισάριθμοι καθιερωμένοι συγγραφείς αποφασίζουν να συμπήξουν μια συντροφιά με σκοπό να βραβεύουν, κάθε χρόνο, το καλύτερο πεζογράφημα νεότερου πεζογράφου», σημειώνει ο Αλέξανδρος Αργυρίου στον Α’ τόμο της «Μεταπολεμικής Πεζογραφίας» (εκδόσεις «Σοκόλης»).

Την πρώτη ομάδα των «Δώδεκα» αποτελούσαν οι: Αλκης Θρύλος, Κώστας Ουράνης, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Μιχ. Στασινόπουλος, Στέλιος Ξεφλούδας, Γιάννης Χατζίνης, Πέτρος Χάρης, Ηλίας Βενέζης, Γιώργος Θεοτοκάς, Αγγ. Τερζάκης, Μ. Καραγάτσης και Τάσος Αθανασιάδης. Η αρχική σύνθεση της ομάδας διατηρήθηκε για λίγο, παρ’ ότι το «Βραβείο των Δώδεκα» απονέμονταν μέχρι το 1967.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’50 θεσμοθετήθηκαν και τα Κρατικά Βραβεία, με 5-6 μέλη στην επιτροπή κρίσης και θητεία ένα έως δύο χρόνια. Για τη σύνθεση των επιτροπών τα πρώτα χρόνια είναι επιβεβαιωμένη η συμμετοχή των Ανδρέα Καραντώνη, Βάσου Βαρίκα, Αλκη Θρύλου και Γιάννη Χατζίνη, ενώ κατάλογος των βραβευθέντων υπάρχει μόνο από το 1956 και μετά.

«Πρωταθλητισμός»

Ενας ιδιότυπος «πρωταθλητισμός» αρχίζει μεταξύ λογοτεχνών, με συγκρούσεις, κάποτε έριδες, οπωσδήποτε ανταγωνισμούς, με κερδισμένους και χαμένους. Μια διαδικασία που από τη στιγμή της δημιουργίας της είναι διαρκώς σε προσπάθεια αναβάθμισης, επιδιώκοντας κάθε φορά να ξεπεράσει διαφορετικούς «κακούς εαυτούς»: άλλοτε τον σκόπιμο αποκλεισμό ή την υποβάθμιση σημαντικών λογοτεχνικών έργων λόγω πολιτικών πεποιθήσεων των συγγραφέων τους, άλλοτε την επιρροή στις μικρές και μεγάλες παρέες των λογοτεχνών, άλλοτε -μεταπολιτευτικά- την εμπλοκή και του εκδοτικού χώρου στη διαδικασία απονομής των βραβείων.

Οι κατάλογοι, λοιπόν, με τα βραβευθέντα βιβλία και τους συγγραφείς, μέχρι σήμερα, δίνει και την εικόνα του «φιλέτου» της μεταπολεμικής και της σύγχρονης λογοτεχνίας μας; Δύσκολα θα βρεθεί κάποιος να το υποστηρίξει, ενώ θα βρεθούν πολλοί να υποστηρίξουν τον θεσμό των βραβεύσεων και τη διατήρησή του.

Οι προσωπικές συμπάθειες, οι πολιτικές επιλογές, ο σιωπηρός αποκλεισμός βιβλίων συγγραφέων της Αριστεράς -ιδιαίτερα στις δεκαετίες του ’50 και του ’60-, έβαζαν συχνά σε δεύτερη μοίρα τα αισθητικά κριτήρια, το ύφος ή το περιεχόμενο του κάθε κρινόμενου βιβλίου. «Αν κάνεις αξιολόγηση της λογοτεχνίας με βάση τα βραβεία, βγαίνει κάτι λανθασμένο», λέει στην «K» ο κριτικός και ιστορικός της λογοτεχνίας Αλέξανδρος Αργυρίου.

Κρατικά και ιδιωτικά

Τα τελευταία έξι χρόνια τα κρατικά λογοτεχνικά βραβεία συνυπάρχουν με τα βραβεία του λογοτεχνικού περιοδικού «διαβάζω». Θα μπορούσαμε να παραλληλίσουμε αυτή τη συνύπαρξη, ανάλογη με εκείνη της «Ομάδας των Δώδεκα» και των τότε κρατικών. Για λόγους οικονομίας, ας μιλήσουμε για κρατικές και ιδιωτικές λογοτεχνικές βραβεύσεις. Κι ας προσπαθήσουμε να επισημάνουμε τι ενώνει και τι χωρίζει τις πρόσφατες κρατικές και ιδιωτικές βραβεύσεις.

Η επιτροπή του «διαβάζω» αποτελείται αποκλειστικά από ενεργούς κριτικούς ή συγγραφείς με παράλληλο κριτικό έργο, κάτι που δεν συμβαίνει με την επιτροπή κρατικών βραβείων, η οποία θεσμοθετημένα αποτελείται από τρεις πανεπιστημιακούς, τρεις κριτικούς και τρεις συγγραφείς. Στο «διαβάζω» ο βασικός πυρήνας της επιτροπής δεν έχει αλλάξει από την αρχή της λειτουργίας της (Χατζηβασιλείου, Κοτζιά, Ζήρας, Αθανασόπουλος), ενώ στα κρατικά, όσο κι αν κάποια πρόσωπα παραμένουν για χρόνια, η συνολική σύνθεσή της αλλάζει κάθε δύο χρόνια.

Τα βήματα διαφοροποίησης και τόλμης που χαρακτήρισαν τόσο τις αποφάσεις όσο και την κατεύθυνση, αρχικά, των βραβείων του «διαβάζω» (βραβείου πρωτοεμφανιζόμενου π.χ.), φαίνεται να ατονούν, δίνοντας την εντύπωση ότι τα ιδιωτικά βραβεία προσπαθούν να υποκαταστήσουν τα κρατικά, ακόμα και στο επίπεδο των επιλογών. Αν οι συντηρητικές επιλογές είναι αναμενόμενες σε μια κρατική επιτροπή και ίσως συγχωρούνται, σε μια ιδιωτική επιτροπή δεν ισχύουν τα ίδια ελαφρυντικά.

Σύμπτωση απόψεων

Τα τελευταία δύο χρόνια υπήρξε σύμπτωση απόψεων, και στις δύο επιτροπές, ως προς τα βασικά βραβεία (ποίηση, μυθιστόρημα, φέτος και διήγημα). Αν στο σημείο αυτό προσθέσουμε ότι οι επιλογές των τελευταίων χρόνων -και στις δύο επιτροπές- δεν παραβλέπουν τα βιβλία που έχουν «περπατήσει» στο αναγνωστικό κοινό, τότε στην ιστορία των λογοτεχνικών βραβείων σήμερα ίσως μπορούμε να προσθέσουμε και την παράμετρο της αγοράς, με κάθε έννοια που τη συνοδεύει. Και ίσως, στους σημερινούς «Βάτραχους» ενός σημερινού Αριστοφάνη, αυτό να βάραινε περισσότερο στη ζυγαριά.