ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οι χαλασοχώρηδες

Με αφορμή το Ετος Σεφέρη, υποστήριξα (κι επιμένω) ότι, μετά από τόση σεφερολογία, είναι αδύνατον να διαβάσουμε τα σχετικά ποιήματα – όσα αξίζουν τελοσπάντων τον κόπο. Με αφορμή το φετινό Ετος Παπαδιαμάντη (μεταξύ άλλων: Εμπειρίκου, Σωκράτη, Σικελιανού – πολλά έτη, δέσποτα!), μπορούμε να διατυπώσουμε πιο αισιόδοξες σκέψεις: Τα (απείρως καλύτερα) διηγήματα του Παπαδιαμάντη δεν γίνονται γραμματολογική σκόνη, ακόμη κι αν ριχτούν μ’ εωσφορικό ζήλο στη φιλολογική εκείνη άβυσσο όπου η ανάγνωση συγχέεται με την απέραντη πλήξη. Επιπλέον, η έμφαση στο κείμενο καθ’ εαυτό (στο απολαυστικό, δολερό κείμενο) δεν μπορεί, εν προκειμένω, ν’ αποβεί μόνο επιζήμια, γιατί, εδώ, το πρόβλημα δεν είναι τόσο η φιλολογίζουσα αερολογία όσο το ότι ο Παπαδιαμάντης αγιογραφήθηκε προς όφελος μιας (κυρίαρχης πια) ιδεολογίας, η οποία, προκειμένου να «αισθητικοποιήσει» τον βαθιά αντιδραστικό πυρήνα της ώστε να διαχύσει τη μαυρίλα του στον αέρα, αναζήτησε πρότυπα στα εδάφη της λογοτεχνίας – αλλά, βέβαια, της «λογοτεχνίας» ως άλλοθι και ως ιδεώδους εκδραμάτισης ακριβώς της ζοφερής ιδεολογίας.

Ναι, ο Παπαδιαμάντης, μείον τη λογοτεχνική του ισχύ, είναι ιδεότυπος θεούσας – γεγονός αυταπόδεικτο για όποιον διαβάσει, στον σχετικό τόμο της υποδειγματικής έκδοσης του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου, τα άρθρα τού πρωθύστερα παλαιοημερολογίτη Αδαμαντίου περί εκκλησίας ή δει τη φωτογραφία που τράβηξε ο Νιρβάνας: την απόλυτη πόζα… Αν όμως σ’ αυτήν την πόζα επανεγγραφεί η σκιά της λογοτεχνίας, η μεν εικόνα γίνεται τρισδιάστατη, αποκτά σκοτεινό βάθος κι ακτινοβολεί με χιλιάδες κηρία, η δε λογοτεχνία συμπυκνώνεται στο μελανοδοχείο του Λούθηρου: βρίσκει τον μισόκαλο διάβολο και τους διαφωτιστές λειτουργούς του στο δοξαπατρί. (Ωστε δεν απορώ που το αποτελεσματικότερο σχετικό δοκίμιο δεν το έγραψε νεορθόδοξος αλλά ένας ικανός, μάλλον ελευθερόφρων συγγραφέας, ο οποίος ονειδίζει τη λογοτεχνία τόσο επίμονα ώστε πείσθηκα ότι την κατανοεί βαθιά, μέχρι φοβίας: ο Κωστής Παπαγιώργης.)

Ωραία λοιπόν, δεν έχω αντίρρηση να περάσουμε στην αντίπερα όχθη, όπου υπάρχουν μονάχα κείμενα. Ειδάλλως προτιμώ να συμμεριστώ το παλιό, εύλογο μένος του Δημαρά. Και προτιμώ να καταλάβω (αν είμαι συγγραφέας) ότι ευκολώτερόν εστι κάμηλον διά τριμαλιάς ραφίδος εισελθείν παρά να πετύχω το ύφος του λογοτέχνη Παπαδιαμάντη, αντιγράφοντας τον αντιδιαφωτισμό και τις υστερικές κουτοπονηριές του κοσμοκαλόγερου… Ας περάσουμε στην αντίπερα όχθη – όπου όμως το καλύτερο που μπορούμε να πετύχουμε το επεδίωξε, ήδη προ εικοσιπενταετίας, ο Παναγιώτης Μουλάς: να αναδείξει η λογοτεχνία τα όριά της, τείνοντας να ξεφύγει από τον κλοιό της «αυτοαναφοράς»… Ε, ναι, ο Παπαδιαμάντης είναι αυθεντικός συγγραφέας, δηλαδή τα γραφτά του προϋποθέτουν τη διάθεση να «πατήσουμε στο λαρύγγι των ίδιων μας των τραγουδιών» (Μαγιακόβσκι) – κι ίσως να καταγράψουμε το ρόγχο. Και, ναι, η αυθεντική λογοτεχνία τείνει να επαληθεύει εκτός κειμένου τον βαθύτερο εαυτό της. Μόνο που κατ’ αυτόν τον τρόπο τείνει και να τον χάσει: να «μεταφραστεί» σε πλοκή της «ζωής»… Το πρόβλημα της «αυτοβιογράφησης» του Παπαδιαμάντη είναι κόμπος που δένεται σε τούτο δω το σημείο, όπου η αυτοβιογραφία συγχέεται διαρκώς με την αυτοσκηνοθεσία.

Η έμφαση στο απεσταγμένο κείμενο χορηγήθηκε ως αντίδοτο σ’ αυτό το μπέρδεμα. Της αναλογεί όμως η μισή μόνον αλήθεια – απ’ την οποία ωφελούμαστε όσο κι ο τυφλός του Ευαγγελίου από τη θεραπεία του: μισοβλέπουμε τους ανθρώπους ως δέντρα περιπατούντα. Ωσπου τελικά, η μισή αλήθεια διαβρώνει το θεμέλιό της: καταλαβαίνουμε ακόμη και την ίδια τη λογοτεχνία σαν κάτι που η μετάφρασή του αποτελεί «δευτερεύον πρόβλημα»…

Ο «κυρ Αλέξανδρος» λιτανεύεται και στις δυο όχθες σαν εικόνισμα που δεν θυμάται τίποτα – ενώ η λογοτεχνία βαθαίνει τη ζωή μας και μας αφορά, καθέναν προσωπικά, επειδή μάς επιτρέπει ν’ ανακαλούμε αναμνήσεις απ’ τη ζωή ενός άλλου.

Εδώ μεταφράζεται ο Ομηρος και δεν μεταφράζεται ο Παπαδιαμάντης; Η φράση «ο Παπαδιαμάντης δεν μεταφράζεται» σημαίνει «ο Παπαδιαμάντης είναι δικός μας, μην τον αγγίζετε, εκάς οι βέβηλοι Ευρωπαίοι». Η σημασία της μετάφρασης του Παπαδιαμάντη στις μεγάλες ευρωπαϊκές γλώσσες είναι διπλής κατευθύνσεως, αφορά και τους άλλους Ευρωπαίους και εμάς. Οι Αγγλοι, οι Γάλλοι, οι Γερμανοί και όποιοι άλλοι αναγνώστες θα γνωρίσουν έναν μεγάλο και, από πολλές απόψεις, μοναδικό συγγραφέα, έναν συγγραφέα που τους λείπει εμείς προσδοκούμε, μέσα από αυτό που θα δουν εκείνοι και το οποίο δεν βλέπουμε ενδεχομένως εμείς, να πλουτίσουμε την ερμηνεία μας του Παπαδιαμάντη και, άρα, τον εαυτό μας.