ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οι σιωπές του Νίκου Βαλσαμάκη

Την περασμένη Δευτέρα, 5 Νοέμβρη, ο Νίκος Βαλσαμάκης ανακηρύχτηκε στο Πολυτεχνείο επίτιμος διδάκτορας του Τμήματος Αρχιτεκτόνων. Για άλλη μια φορά θα αναγνωριζόταν η ξεχωριστή του συμβολή στην ελληνική αρχιτεκτονική. Την ίδια στιγμή, τιμήθηκε η ίδια η αρχιτεκτονική στο πρόσωπό του.

Είχαν προηγηθεί πολλές αντίστοιχες διακρίσεις για το έργο του γιατί, χωρίς περιστροφές, είναι ο μεγαλύτερος Ελληνας αρχιτέκτονας που διαθέτουμε σήμερα. Τα κτίρια που έχει σχεδιάσει και χτίσει, για ιδιώτες και το Δημόσιο, έχουν δημοσιευτεί και εκτεθεί στην Ελλάδα και στο εξωτερικό αναρίθμητες φορές. Είναι πια κοινό κτήμα της σύγχρονης κουλτούρας μας. Αλλωστε, έχουν ήδη εμφανιστεί νεότεροι αρχιτέκτονες, φανερά επηρεασμένοι από το παράδειγμά του, που δοκιμάζουν να τον μιμηθούν.

Εκείνο που κάνει αμέσως αίσθηση σε εκείνον που πρώτη φορά συναντά τον Νίκο Βαλσαμάκη είναι η απλότητά του, συνδυασμένη όμως με κάποια διακριτική απόσταση που τηρεί από ανθρώπους και πράγματα. Οσοι τον γνωρίζουν περισσότερο, ξέρουν πως πολλές φορές, ακόμα κι όταν τον τριγυρίζει μια κεφάτη παρέα, ο Βαλσαμάκης αποτραβιέται στον εαυτό του, με κατεβασμένο το κεφάλι, συνοφρυωμένος, σαν να βρίσκεται κάπου αλλού. Σε όσες μάλιστα περιπτώσεις εξαναγκάζεται -αλήθεια, με πόση αγωνία- να έρθει αντιμέτωπος με ένα ακροατήριο, για να παρουσιάσει το έργο του, πάλι θα δείξει τα ίδια συμπτώματα: θα δυσκολευτεί να αρθρώσει τις πρώτες λέξεις, θα σκοντάφτει από φράση σε φράση, και θα ζητήσει συγγνώμη που δεν είναι ικανός με τα λόγια.

Τα έργα του, εκείνα τα τόσο γνωστά σε όλους αρχιτεκτονήματά του, που εδώ και μισό αιώνα τιμούν τον τόπο και τον εκπροσωπούν στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, κρατούν αντίστοιχα και εκείνα μια ευεργετική απόσταση από την καθημερινή τριβή των γεγονότων. Ετσι ξεχωρίζουν. Εκεί ίσως να οφείλεται και η μοναδικότητά τους, καθώς σωπαίνουν με τον τρόπο τους.

Τα συστατικά όμως αυτής της σιωπής -η απόσταση, οι αμηχανίες, η τόσο φανερή αμφιταλάντευση, και η βασανιστική αμφιβολία- δεν σχετίζονται με κάποιο κενό, νοήματος ή ουσίας. Γιατί τη στιγμή που μπορεί κάποιος να υποψιαστεί κάτι τέτοιο, θα σηκώσει ο Βαλσαμάκης αναπάντεχα το βλέμμα και θα κάνει μια παρατήρηση, τόσο διεισδυτική και καίρια, ώστε να δώσει νέα τροπή στη συζήτηση, πάντα με έναν τρόπο διακριτικό, λες υπόγειο. Την ώρα που τόσο βασανίζεται να εκφραστεί δημόσια, θα βρει πάλι κάποιο τρόπο να υπερβεί όλες τις δυσκολίες και να περάσει επιγραμματικά ένα σημαντικό μήνυμα στο ακροατήριο, και να το κερδίσει.

Αν, πάλι, κανείς προσέξει πόσο σχολαστικά φροντίζει την παρουσίαση των έργων του, αν τύχει να παρευρίσκεται τη στιγμή που διαλέγει φωτογραφίες και τον τρόπο συνδυασμού τους για μια δημοσίευση ή μια έκθεση, θα προσέξει ότι όλες αυτές οι διστακτικές κινήσεις, οι χρονικές παύσεις που μεσολαβούν είναι γεμάτες με γόνιμα ζυγιάσματα σκέψης, με εξαντλητικές εκτιμήσεις για την παραμικρή λεπτομέρεια, για τις άμεσες ή έμμεσες συνέπειες της κάθε επιλογής.

Η διαδικασία είναι πάντα η ίδια: ο Βαλσαμάκης δεν αφήνει τίποτα στην τύχη. Είτε σκυμμένος πάνω στο τραπέζι που σχεδιάζει ή ανάμεσα σε συνεργεία στο γιαπί, είτε καθοδηγεί τον φωτογράφο για το πώς πρέπει να γίνει κάποια λήψη ή διαλέγει φωτογραφίες, είτε απευθύνεται σε ένα ακροατήριο ή σε έναν συνομιλητή του με θέμα (τι άλλο;) την αρχιτεκτονική – ο Βαλσαμάκης κρατάει αυτήν την τόσο γόνιμη ισορροπία ανάμεσα στο τι λέγεται και τι αποσιωπάται, τι φανερώνεται και τι κρύβεται, τι επιτρέπεται να αγγίξουμε και τι πρέπει να κρατηθεί σε διακριτική απόσταση.

Ετσι συμμετέχει σε δύο ευδιάκριτους κόσμους, όπου ο ένας έχει απόλυτη ανάγκη τον άλλο για να μπορέσει να εκφραστεί με πληρότητα. Γιατί οι σιωπές του Βαλσαμάκη, ιδίως αυτές, είναι πιο εύγλωττες από τους διάφορους τρόπους «ομιλίας» του – τον λόγο, το σχέδιο, το χτισμένο έργο. Θα ισχυριζόμουν κάτι ακόμα: ότι αυτές οι σιωπές είναι ουσιαστικό γνώρισμα της αρχιτεκτονικής του, της τέχνης στην οποία ο ίδιος αφιέρωσε όλη του τη ζωή.

Το «μάθημα» του Βαλσαμάκη αναφέρεται κυρίως σε αυτήν την τόσο μεθοδική, την τόσο συνειδητά συνεπή χρήση της σιωπής που ο ίδιος εφαρμόζει. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως πρόθεσή του είναι κάποιος αναχωρητισμός ή ανάγκη να κρατηθεί μακριά από «τους πολλούς». Αν και θα είχε κάθε δικαίωμα να νιώθει ότι είναι κάτι ξεχωριστό, όντας ένας τόσο προικισμένος δημιουργός, ποτέ δεν θέλησε να εκμεταλλευτεί ένα τέτοιο πλεονέκτημα. Δίνοντας έτσι καθημερινά μαθήματα ήθους με την οικεία, ανεπίσημη, φιλική στάση του απέναντι σε ανθρώπους και καταστάσεις, ο Βαλσαμάκης προσφέρεται ο ίδιος σαν ζωντανό παράδειγμα στον περίγυρό του.

Οσοι είχαν τη μεγάλη τύχη να τον γνωρίσουν από κοντά, διαπιστώνουν αργά ή γρήγορα ότι αυτός ο τόσο λιγομίλητος άνθρωπος τρέφει απέραντη εκτίμηση για τους ομότεχνούς του, μόνο και μόνο επειδή τυχαίνει να δίνουν τις ίδιες με αυτόν σκληρές μάχες για χάρη της αρχιτεκτονικής. Δεν γνωρίζω αν ποτέ υπήρξε άλλος σημαντικός Ελληνας αρχιτέκτονας, που να κράτησε τόσο σεμνούς και χαμηλούς τόνους στη φωνή του, ενώ δόθηκε με τέτοιο ασίγαστο πάθος στην τέχνη του, χωρίς να πάψει να τιμά και να ενθαρρύνει κάθε δραστηριότητα που σχετίζεται με την αρχιτεκτονική, και να δίνει συνάμα θάρρος στους νεότερους, ιδίως τους νέους αρχιτέκτονες που δοκιμάζουν τα φτερά τους. Το να περιστοιχίζεται από νέους, και να περνά ατέλειωτες ώρες συζητώντας μαζί τους, είναι μια ακόμα «αθέατη» πλευρά του Βαλσαμάκη – είναι η άτυπη διδασκαλία του, η πιο ουσιαστική μορφή μετάδοσης γνώσης και εμπειρίας εκ μέρους του.

Και αυτή η μεταβίβαση αντλεί από έναν απύθμενο εσωτερικό πλούτο. Είναι γνωστή η ευρυμάθεια του Βαλσαμάκη πάνω στην ιστορία της αρχιτεκτονικής, όπως και η φροντίδα του να ενημερώνεται για κάθε καινούργιο σκίρτημα της τέχνης που εμφανίζεται στον διεθνή ορίζοντα. Επίσης, δεν έπαψε ποτέ να παρακολουθεί από κοντά κάθε σχετική εκδήλωση στην Ελλάδα και να εντρυφεί στα σχετικά με την αρχιτεκτονική έντυπα που κυκλοφορούν. Ομως όλη αυτή τη βαθιά του γνώση την αισθάνεσαι σαν άδηλη παρουσία, ποτέ σαν αφορμή για επίδειξη ή ατομική προβολή. Ο Βαλσαμάκης με μια λέξη-κλειδί, που θα έχει από πριν ζυγίσει σωστά, θα εκπέμψει κάτι σαν ένα σήμα παρά μια πλήρη πληροφόρηση. Ποτέ δεν τα εξηγεί «όλα», όχι από αδράνεια αλλά από μια βαθιά ριζωμένη πίστη ότι το ζητούμενο δεν πρέπει ποτέ να εκτίθεται γυμνό στο φως.

Αλλά και η επιμονή του να δουλεύει στο σχεδιαστήριο, ιδίως ξενυχτώντας χωρίς κανέναν πλάι του, δεν είναι παρά μια μοναχική πορεία, με σύντροφο την αγωνία της δημιουργικής διαδικασίας. Πράγματι, ο Βαλσαμάκης εξακολουθεί να εργάζεται ακριβώς όπως έκανε εδώ και μισό αιώνα, ακάματος εργάτης της αρχιτεκτονικής, του μεγάλου του πάθους. Κι αυτό μπορεί εξίσου να θεωρηθεί μια πράξη «απόστασης» από τα πράγματα, ώστε να μην επιτρέψει να εκτραπεί η προσοχή του.

Μια τέτοια αφοσίωση του επιβάλλει την αυστηρή πειθαρχία, την ανάγκη να ελέγχει προσωπικά κάθε στάδιο επεξεργασίας της αρχιτεκτονικής του, να μη θέλει να αφήσει τίποτε στην τύχη ή στην στιγμιαία έμπνευση. Οσοι τον γνωρίζουν, ξέρουν πόσες ώρες ξοδεύει καθημερινά στο γραφείο του, δοκιμάζοντας με απέραντη υπομονή σε σκίτσα, ξανά και ξανά, τη μια παραλλαγή μετά την άλλη, ώσπου να φτάσει στην ικανοποιητική γι’ αυτόν επίλυση ενός προβλήματος. Η υπέρμετρη αίσθηση ευθύνης και η δίψα του για την τελειότητα τον αναγκάζει να είναι ο πιο αυστηρός κριτής των έργων του και να αμφιβάλει βασανιστικά για την ορθότητα κάθε κίνησής του. Ο καθημερινός αυτός μόχθος στο σχεδιαστήριο του Βαλσαμάκη, αυτή η αναγκαστικά μοναχική προσφορά του στην αρχιτεκτονική, μας υπενθυμίζει μια αλήθεια: ότι η κατάκτηση της τέχνης είναι μια επώδυνη δοκιμασία με έπαθλο τη σιωπή.

Ανανεωτής και μοντερνιστής

Ο Νίκος Βαλσαμάκης γεννήθηκε το 1924. Απόφοιτος του ΕΜΠ (1953), ανήκει στη γενιά εκείνη που κλήθηκε να δώσει λύσεις σε μείζονα ζητήματα της μετασχηματιζόμενης ελληνικής κοινωνίας μετά τον πόλεμο. Από τα πρώτα κιόλας έργα (αστικές πολυκατοικίες στην αρχή της δεκαετίας του ’50) ο Βαλσαμάκης έδειξε την επιθυμία του να αυτονομηθεί τόσο από την κοινή έκφραση της μαζικής οικοδόμησης όσο και από τις ιδεοληψίες της εποχής και τον ορισμό της ελληνικότητας. Το έργο του, διαυγές και διαχρονικό, διατρέχει περίπου 50 χρόνια και σφραγίζει την ελληνική αστική ζωή με προτάσεις εφαρμοσμένες σε μια ευρύτατη τυπολογία κτιρίων, οι οποίες συνομιλούν με τον διεθνή μοντερνισμό.

Οι επαύλεις που σχεδίασε ο Βαλσαμάκης στις αρχές της δεκαετίας του ’60 (π.χ. οικίες Παράσχη και Λαναρά στην Ανάβυσσο, 1961, και οικία Βαλσαμάκη, Φιλοθέη, επίσης 1961) επισημοποιούν κατά τον πλέον εύγλωττο τρόπο τη σύνδεση του ελληνικού άρματος στη διεθνή ζωή. Στα σπίτια αυτά (κλασικά πλέον στην ελληνική αρχιτεκτονική) εκπροσωπούνται οι νέες αξίες, η αισιοδοξία για μια νέα ευημερία, οι επιρροές της αμερικανικής σκηνής, η πρόταση για μια νέα οργάνωση του εσωτερικού χώρου (χωρίς υποστηλώματα), η πρόσκληση του εξωτερικού φωτός μέσα από ενιαία υαλοπετάσματα, η χαμηλή κλίμακα, η φυσική έξοδος του λίβινγκ ρουμ προς τη φύση. Είχαν προηγηθεί οι επίσης «κλασικές» πολυκατοικίες στους αστικούς πυρήνες της Αθήνας (Βασ. Σοφίας, Πατησίων, Κολωνάκι, Μαυρομματαίων), που είχαν διακηρύξει την αποσκίρτησή τους από το συντηρητικό λεξιλόγιο προτείνοντας μια μορφή που σήμερα αναδεικνύει την αναγνωρίσιμη διεθνή αύρα της δεκαετίας του ’50.

Το 1957, ο Νίκος Βαλσαμάκης σχεδίασε το ξενοδοχείο «Αμαλία», στην καρδιά της αναγεννώμενης τότε Αθήνας, απέναντι στον Εθνικό Κήπο. Ο ήπιος, αλλά σαφής μοντερνισμός του πρώτου εκείνου «Αμαλία» έμελλε να ακολουθήσει πολλά στάδια στις μετέπειτα προκλήσεις στην Ολυμπία, στο Ναύπλιο, στην Καλαμπάκα. Η ευελιξία του Νίκου Βαλσαμάκη στον χρόνο, η άνεσή του να μετακινείται ανάλογα με το κυρίαρχο ζητούμενο έμεινε ώς σήμερα συνώνυμο της ελευθερίας που σφραγίζει την αρχιτεκτονική του γλώσσα. Ανανεωτής (ήταν ο πρώτος που εφάρμοσε το curtaiwall, το συνεχές υαλοπέτασμα στην Πλ. Καπνικαρέας το 1958) και βαθύτατα στοχαστικός, με «σιωπές», «παύσεις» και εξάρσεις, ανάλογες ενός συνθέτη, ο Νίκος Βαλσαμάκης κινείται με την ίδια άνεση στη μικρή και τη μνημειακή κλίμακα. Από τα πιο γνωστά στο ευρύ κοινό έργα του είναι το κτίριο-ναυαρχίδα της Alpha Bank στην οδό Σταδίου, όπου το φιλτράρισμα του ιταλικού νεο-ρασιοναλισμού και η επιτυχής σύζευξη της πολυτέλειας με τη διακριτικότητα έδωσε στο κέντρο των Αθηνών ένα κτίριο ευπρόσδεκτης μνημειακής κλίμακας, σηματοδοτώντας παράλληλα με τρόπο συμβολικό την ένταξη της ελληνικής οικονομίας στο διεθνές περιβάλλον.

12-17 Νοεμβρίου: Εκθεση με θέμα τη ζωή και το έργο του Σάινμπεργκ στη Στοά του Βιβλίου.