ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Δύο γυναίκες, δύο διαφορετικοί κόσμοι

Οτι η Φέι Ντάναγουεϊ θα γοήτευε ήταν αναμενόμενο. Πώς να ταιριάξεις όμως τον χαρακτηρισμό τής σταρ με την παρουσία μιας Αφγανής δημοσιογράφου που εδώ και μια 20ετία, περίπου, ζει στον Καναδά μαζί με την οικογένειά της; Η Νιλουφάρ Παζίρα, με κατακόκκινο καφτάνι, πράσινα μάτια και λευκή επιδερμίδα, κέρδισε φλας, βλέμματα και εντυπώσεις. Ηρθε για να παρουσιάσει το «Κανταχάρ» του Μοσέν Μαχμαλμπάφ, ταινία μυθοπλασίας για τη χώρα που ορίζουν οι Ταλιμπάν. Τραγικά επίκαιρη, συζητήθηκε ιδιαίτερα αυτές τις ημέρες όσο και ο χειμαρρώδης και μαχητικός λόγος της ωραίας Παζίρα. Μίλησε για έναν πληθυσμό εκατομμυρίων που δεν έχει πρόσβαση στη μόρφωση ούτε στον ίδιο τον κόσμο. Μίλησε για γυναίκες χωρίς πρόσωπο, που ζουν κάτω από τον «μπουργκά» χάνοντας την επαφή με τον πραγματικό κόσμο… Μίλησε για πολλά…

Οπως και ο υπουργός Πολιτισμού Ευάγγελος Βενιζέλος. Επανέλαβε (μήτηρ μαθήσεως) όλα όσα έχουν γίνει στον τομέα του κινηματογράφου και πρόσθεσε και καινούργια: πανεπιστημιακά τμήματα κινηματογράφου σε Αθήνα – Θεσσαλονίκη (η πρωτοβουλία περνάει τώρα στον υπουργό Παιδείας Πέτρο Ευθυμίου), διεθνείς συμπαραγωγές για την Πολιτιστική Ολυμπιάδα με θέμα τους «ελληνικούς μύθους», αλλαγές στο σύστημα βαθμολόγησης και απονομής των κρατικών κινηματογραφικών βραβείων. Η νέα πρόταση αφορά το σώμα των εκλεκτόρων: θα συγκροτηθεί και θα εμπλουτίζεται από τους εκάστοτε βραβευμένους. Εταξε όμως και στο Διεθνές Φεστιβάλ, ο υπουργός Πολιτισμού, ένα υπερσύγχρονο δώρο: μια αίθουσα ψηφιακής προβολής στο «Ολύμπιον», η οποία θα λειτουργεί παράλληλα και με το παραδοσιακό σύστημα.

Θερμά ξεκίνησε η 42η διοργάνωση, μεγάλη προσέλευση στις αίθουσες (στις τρεις πρώτες μέρες κόπηκαν περίπου 15.000 εισιτήρια), με το κοινό ενήμερο και καλά πληροφορημένο για τα must του φετινού προγράμματος.

Θαύματα, μαγεία αλλά και αμηχανία

Το μόνο θαύμα που δεν συνετελέσθη το πρώτο τριήμερο στο ελληνικό πρόγραμμα ήταν η σύγκλιση απόψεων για μία, έστω, από τις πέντε ταινίες μυθοπλασίας που προβλήθηκαν. Μάλλον όχι. Η ομόφωνη απόρριψη κέρδισε πόντους, αφήνοντας κατά πολύ πίσω την ομόφωνη αποδοχή. Η μεταφυσική και το θαύμα απασχόλησαν, εν μέρει και με διαφορετικό τρόπο, τρεις παραγωγές, ενώ η αίσθηση του ανολοκλήρωτου, της αμηχανίας, της κακοτεχνίας (κάποτε) άφησε μια ισχυρή γεύση.

Ο «Δεκαπενταύγουστος» του Κωνσταντίνου Γιάνναρη είναι η πιο ολοκληρωμένη ελληνική παραγωγή που είδαμε έως σήμερα. Ο σκηνοθέτης υπογράφει την τρίτη καλύτερη, ίσως, μεγάλου μήκους δημιουργία του. Πιο ώριμη, αυθεντική και ευάλωτη, με κινηματογραφική ματιά, βαθύ αίσθημα και υποδειγματικές ερμηνείες (η Ελένη Καστάνη, καταξιωμένη σε κωμικούς ρόλους, εντυπωσιάζει με την πληρότητα, την αμεσότητα και τη δραματική ένταση που εκπέμπει). Την Αθήνα του Δεκαπενταύγουστου επέλεξε ο K. Γιάνναρης, μια πόλη εγκαταλελειμμένη, μια ημερομηνία σημαδιακή. Τρία ζευγάρια, κάτοικοι μιας τριώροφης πολυκατοικίας (αντιπροσωπευτικοί κοινωνικοί τύποι, αστών, μικροαστών και περιθωριακών) εκδράμουν. Οι «αποσκευές» τους γεμάτες από φαντάσματα, ενοχές, απραγματοποίητες επιθυμίες, την κρυφή ή φανερή επίκληση ενός θαύματος.

Ενας 17χρονος διαρρήκτης εγκαθίσταται στα άδεια διαμερίσματα, για να αναπαυτεί αλλά και να τσακίσει, στο τέλος, από το βάρος του δικού του «φορτίου». Κόσμοι διαφορετικοί και όμως διαπλεκόμενοι, οι πολλές όψεις της αγιοσύνης και της μύησης, μια ταινία που οι δαίμονες της ψυχής παίρνουν σάρκα και οστά, ελευθερώνονται, λυτρώνοντας τα πρόσωπα τόσο από τις δοκιμασίες τους όσο και από τα όνειρά τους.

Ο Χρήστος Δήμας είναι η ζωντανή απόδειξη ότι ο K. Γιάνναρης ανοίγει ένα κινηματογραφικό μονοπάτι. Στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του «Οι ακροβάτες του κήπου» (ξεκίνησε από βραβευμένος και φέρελπις μικρομηκάς) δοκιμάζεται στον «μαγικό ρεαλισμό». Είδος που απαιτεί μεγάλη επιδεξιότητα και εξαιρετικά ευαίσθητες ισορροπίες. Ο 32χρονος Χρ. Δήμας διαθέτει τόλμη, αισθητική άποψη και ένα περιθωριακό, ανατρεπτικό βλέμμα, το οποίο όμως εδώ προσπαθεί να «καθωσπρεπίσει» και να το εντάξει στο mainstream. Μια παρέα 11χρονων αγοριών περνούν το καλοκαίρι τους στην Ελευσίνα, δοκιμάζοντας αντοχές και ευρηματικότητα με βουτιές σε μια δεξαμενή νερού. Γύρω τους ο μικρόκοσμος της γειτονιάς, συγκρούσεις, έρωτες, κερατώματα, μίση και πάθη. Ταινία σκοτεινή αλλά και τρυφερή, εμφανίζει κενά εσωτερικού ρυθμού και συνοχής, με αποτέλεσμα να είναι άνιση παρά τις σαφείς κινηματογραφικές αρετές της. Μαγείες και μαγγανείες, το «κακό» καιροφυλακτεί, η ενηλικίωση είναι ένα ταξίδι μύησης στη ζωή μέσω του θανάτου.

Η έκπληξη προέρχεται από μια ταινία ασπρόμαυρη, σχεδόν ερασιτεχνική, που γυρίστηκε χωρίς καμία κρατική υποστήριξη: «Πες στη μορφίνη ακόμα την ψάχνω» του Γιάννη Φάγκρα, βασισμένη στο βιβλίο της Νικόλ Ρούσσου. Μια ανήλικη κοπέλα, κλεφτρόνι και χρήστης απαγορευμένων ουσιών, βιώνει, όχι χωρίς κόστος, τις προσωπικές επιλογές και την ελευθερία της. Ο σκηνοθέτης, επηρεασμένος από τον ανεξάρτητο αμερικανικό κινηματογράφο, υποστηρίζει μια «αντεργκράουντ» αισθητική, γραφή και άποψη, που ακολουθεί με συνέπεια χωρίς «δήθεν» νεωτερικότητες και ψευτοπειραματισμούς. Διαθέτει υφολογική συνέπεια και μια μεγάλη αρετή: καμία ηθικοπλαστική κορώνα, κανένα μάθημα «από άμβωνος». Να καταγράψει μόνο με αλήθεια μια άλλη κανονικότητα, χωρίς υπερβολή. Στο τέλος, κλείνει αισιόδοξα το μάτι στο θεατή.

Τη δομή των κωμωδιών του βωβού κινηματογράφου θέλησε να μιμηθεί ο Βασίλης Ελευθερίου στην «Κοιλιά της μέλισσας». Ενας τυχοδιώκτης, ένας σεκιουριτάς και η αρχηγός μιας παιδικής κατασκήνωσης, οι ήρωές του. Συνδετικός κρίκος, ο μυθικός θησαυρός των Ρομανόφ… Τρέλα και παρωδία επεδίωξε ο σκηνοθέτης; Ε, το αποτέλεσμα είναι ο ορισμός της ασυναρτησίας. Η Δήμητρα Αράπογλου είχε δώσει τα καλύτερα διαπιστευτήρια με τη μικρού μήκους «Τυφλόμυγα». Στην πρώτη μεγάλου μήκους της «Ο παράδεισος είναι προσωπική υπόθεση» απέτυχε, δίνοντας μια ταινία άτεχνη, άρρυθμη, μουδιασμένη, αδιάφορη. Το χάσμα ανάμεσα στην πρώτη και στην δεύτερη απόπειρά της είναι τόσο μεγάλο, που ίσως θα πρέπει να περιμένουμε την επόμενη ταινία για να την κρίνουμε.

Διάχυτες φιλοδοξίες του νέου σινεμά

Το Φεστιβάλ έχει «σαλπάρει» για τα καλά, τέσσερις μέρες τώρα, και τα έχει όλα: Περισσότερες ελληνικές ταινίες, περισσότερους θεατές, τη μεγαλύτερη ποικιλία και την αφρόκρεμα του σύγχρονου διεθνούς σινεμά, την ιστορική μνήμη, ακόμη και το extra glamour, που ξεσήκωσε η πάντα συναρπαστική Φέι. Και βέβαια οργάνωση, εξαιρετική, και γιορτή, ζωντανή, ολόφωτη. Ο Δημόπουλος και ο Εϊπίδης «εισκόμισαν» ό,τι καλύτερο απ’ όλες τις άκρες του κόσμου. Τα «καυτά» φιλμ των άλλων Φεστιβάλ, τη βραβευμένη «Πιανίστα» του Χάνεκε, το «Κανταχάρ», τραγικά επίκαιρο, του Μαχμαλμπάφ, το «Mulholland Drive» του Λιντς, το εναρκτήριο «Va Savoir» του αειθαλούς Ριβέτ, τόσα άλλα. Θα επανέλθουμε κατά την προσεχή προβολή τους στην Αθήνα. Αλλά οι οργανωτές φέρνουν επίσης και μας προτείνουν κινηματογραφίες, όπως η Αργεντινή, ή «ανακαλύψεις» τους (τα γνωστά 3×3 του Εϊπίδη).

Ο Δημόπουλος, διατρέχοντας με πάθος τους τόπους παραγωγής, αναζήτησε τους καινούργιους δημιουργούς για τον διεθνή διαγωνισμό. Προσφέρει ένα μπουκέτο πολυποίκιλο. «Είναι ανάγκη, λέει, σε μια περίοδο, όπου το μέλλον του δημιουργικού κινηματογράφου συσκοτίζεται όλο και πιο πολύ, να αναδείξουμε τις νέες δυνάμεις της κινηματογραφικής τέχνης. Ομως, προσθέτει: «Δεν βλέπω πια σημαντικά κινήματα… το αμερικανικό ανεξάρτητο έχει ξεφουσκώσει, οι Γάλλοι… δεν συνιστούν σχολή».

Με τις εκτιμήσεις αυτών των ημερών, η εικόνα εμφανίζεται πιο σκοτεινή. Αποτελεί πια κοινό τόπο ότι το Χόλιγουντ αντιγράφει σε παραλλαγές τις ίδιες του τις κουρασμένες συνταγές: Ομως και οι Ευρωπαίοι, που συμπτωματικά είδαμε πρώτους, μοιάζουν να μην έχουν πρωτογενείς καταθέσεις. Ούτε νέα θέματα ούτε καίριες εμβαθύνσεις και τολμηρές προσεγγίσεις ούτε καν μορφολογικές – σκηνοθετικές κινήσεις. Παραμένουν σε πρωτοβάθμιες προθέσεις.

Η ιταλική ταινία «Πίσω στην πατρίδα» του Βιντσέτσο Μάρα Θέλει να δείξει τη ζόρικη ζωή Ιταλών ψαράδων της Νεάπολης, την προσπάθειά τους να ψαρέψουν, κυνηγημένοι, στις κοντινές αφρικανικές ακτές, τις τριβές τους με την τοπική μαφία. Ερασιτέχνες οι ήρωες μιλούν την τοπική διάλεκτο, υπάρχει η βούλιση ρεαλισμού και αυθεντικότητας. Ομως το δράμα είναι κοινότοπο και τα μη προβλεπτά γεγονότα είναι στοιχεία περιπέτειας. Οι ντοκιμαντερίστικες λήψεις αυτοκαταστρέφονται από τα συνεχή κοντινά πλάνα.

Ενα τρίγωνο, αλκοολικός πατέρας, μητέρα και έφηβος γιος με στίγματα της νέας εποχής κλείνουν ασφυκτικά τον ορίζοντα, αλλά χωρίς αληθινή διερεύνηση των στάνταρ δεδομένων, στο αναιμικό, μόλις 68′ σλοβενικό φιλμ «Ψωμί και γάλα».

Ερωτικό τρίγωνο

Το «Image» της Γαλλίδας Μαρί Βερμιγιάρ κινείται στο πεδίο του ερωτικού τριγώνου. Ενας άντρας, δυο γυναίκες, συνηθισμένοι αλλά ψυχικά ασταθείς και παρεκκλίνοντες. Χωρίς αληθινό άξονα, άλλοτε με λύσεις κομεντί αμερικανικής, άλλοτε με στιγμές γκονταρικές, ακόμη και ψευτοποιητικές, δεν συγκροτεί ποτέ τον Λόγο της.

Συνεντεύξεις, βραβεύσεις ρήσεις και αντιρρήσεις

Η Φέι Ντάναγουεϊ – ηθοποιός τιμήθηκε με τον Χρυσό Αλέξανδρο το Σάββατο το βράδυ στο «Ολύμπιον», όμως στη συνέχεια ανακαλύψαμε και τη σκηνοθέτιδα. Αμέσως μετά την τελετή προβλήθηκε η πρώτη της σκηνοθετική δουλειά, το μικρού μήκους «The yellow bird», βασισμένο στο έργο του Τένεσι Ουίλιαμς, με τον ίδιο να αφηγείται την ιστορία και με πρωταγωνιστές τους Τζέιμς Κόμπερν και Μπρέντα Μπλέθιν. Η Ντάναγουεϊ, ολοφάνερα χαρούμενη, είπε ότι μόνο όταν έδωσε τη συνέντευξη Τύπου συνειδητοποίησε με πόσους Ελληνες έχει συνεργαστεί και αναφέρθηκε στον Ελία Καζάν, τη Θεώνη Βαχλιώτη – Ολντριτς και τον Αντρέα Βουτσινά. Κυρίως όμως αναφέρθηκε και πάλι στη φιλοδοξία της να ερμηνεύσει τον ρόλο της Μαρίας Κάλλας στον κινηματογράφο και μίλησε για μια ευαίσθητη και ευάλωτη προσωπικότητα, για μια μεγάλη καλλιτέχνιδα. Μιλώντας για τον πόλεμο στο Αφγανιστάν είπε ότι «ο κόσμος μας πρέπει να αναχαιτίσει τις δυνάμεις του κακού. Καλούμαστε να κατακτήσουμε τον κόσμο σαν τον Μέγα Αλέξανδρο, στο όνομα της αγάπης, της φιλίας και της τέχνης».

Το εικαστικό πρόσωπο του σκηνοθέτη Τζέρι Σάτσμπεργκ, οι ταινίες του οποίου χαρακτηρίζονται από έντονη εικαστική ματιά, παρουσιάζεται στο λιμάνι από το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Πορτρέτα των Φέι Ντάναγουεϊ, Αντονι Κουίν, Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Κατρίν Ντενέβ, αλλά και του Φιντέλ Κάστρο παρουσιάζονται στην έκθεση μαζί με φωτογραφίες μόδας από το ξεκίνημα της καριέρας του Σάτσμπεργκ. Ο ίδιος ο Σάτσμπεργκ, που έρχεται στη Θεσσαλονίκη για τρίτη φορά, είπε ότι ευχαρίστως θα δεχτεί κάθε πρόσκληση του φεστιβάλ, ενώ στην ειδική προβολή του «Πορτρέτου ενός μανεκέν», από τη σκηνή φωτογράφιζε τους φωτορεπόρτερ, που τον φωτογράφιζαν δίπλα στη Φέι Ντάναγουεϊ.

Στον αντίποδα των αντιλήψεων της Ντάναγουεϊ βρισκόταν η Νιλουφάρ Παζίρα, πρωταγωνίστρια στο «Κανταχάρ» του Μοχσέν Μαχμαλμπάφ, μια ταινία για το Αφγανιστάν (τα εισιτήρια και για τις δύο προβολές της οποίας εξαντλήθηκαν εν ριπή οφθαλμού). Στη συνέντευξή της, μίλησε με πάθος και σχεδόν απνευστί, κατηγορώντας την υποκρισία των δυτικών ΜΜΕ. «Πριν από τις 11 Σεπτεμβρίου κανείς δεν ενδιαφερόταν για το τι γίνεται στο Αφγανιστάν. Οταν πήγαμε την ταινία στις Κάννες, όλοι ενδιαφέρονταν για την καλλιτεχνική της πλευρά, ενώ τώρα όλοι χρησιμοποιούν τις εικόνες μας για να δείξουν πόσο καταπιεσμένες είναι οι γυναίκες στη χώρα μου και να δικαιολογήσουν έναν άδικο πόλεμο. Δεν υπάρχει όμως δίκαιος πόλεμος».

Το σεξ είναι ένα από τα βασικά θέματα των ταινιών του φεστιβάλ και από τα πιο δημοφιλή των θεατών. Στις «Σκυλίσιες μέρες» του Ούλριχ Ζάιντλ παρουσιαζόταν ένα όργιο, στην ενότητα «Οργασμικού σινεμά» εντάσσονταν ταινίες μικρού μήκους για τη λίμπιντο, ενώ στο «Φλάφερ» των Ρίτσαρντ Γκλέιτζερ και Γουός Γουέστ, μια ταινία με φόντο τη βιομηχανία γκέι πορνογραφίας, παρατηρήθηκε ιδιαίτερη προσέλευση και συμμετοχή του κοινού. Στην ταινία εμφανίζονταν πολλοί πραγματικοί πορνοστάρ, τους οποίους αναγνώριζαν οι θεατές και επευφημούσαν.

Αυξημένη είναι η προσέλευση των θεατών στο φεστιβάλ σε σχέση με την πρηγούμενη διοργάνωση. Στις τρεις πρώτες ημέρες του 42ου Φεστιβάλ κόπηκαν 14.718 εισιτήρια, ενώ πέρυσι στο αντίστοιχο διάστημα τα εισιτήρια ήταν 11.771. Δημοφιλέστερη ελληνική ταινία ο «Δεκαπενταύγουστος» του Κωνσταντίνου Γιάνναρη (700 εισιτήρια).

– Συνεργαζόμαστε, συνεργαζόμαστε…