ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο σκληρός κόσμος στην πεζογραφία του Σ. Δημητρίου

Για πολλούς συγγραφείς η επιμονή στην ίδια θεματική, αλλά και στην ίδια τεχνική προσέγγισης και ανάδειξής της, δεν αργεί να δηλώσει κόπωση και αμηχανία. Στην περίπτωση αυτή η γραφή γίνεται αναμνηστική από μια στιγμή κι έπειτα, και ο ρόλος της απλώς αυτοεπιβεβαιωτικός, εφόσον για την πραγμάτωσή της αρκεί η προσφυγή στα κεκτημένα -στη μανιέρα- και η στοιχειώδης αναδιευθέτησή τους, που επιχειρεί ματαίως να εμφανίσει σαν ερεθιστικά καινούργιο το ανέμπνευστο ομοίωμα. Ο νωχελικός αναγνώστης, που δεν ξαφνιάζεται, αλλά βλέπει τις προσδοκίες του να ικανοποιούνται, μένει ευχαριστημένος – αλλά μόνον αυτός.

Χάρη στο γνήσιο ταλέντο του, ο πεζογράφος Σωτήρης Δημητρίου (γεν. 1955) έχει κατορθώσει να μη μιμείται τον εαυτό του, να μην παράγει αντίγραφα αλλά να συγγράφει κείμενα που είναι πάντοτε βαθύτερα και πλουσιότερα απ’ όσο επιτρέπει να φανεί η πρόχειρη ανάγνωση. Και τούτο παρότι και στη θεματολογία του δεν σημειώνονται ριζικοί αναπροσανατολισμοί ή σοβαρές μετατοπίσεις (η διαρκής κίνησή του πάνω στον άξονα άστυ-επαρχία δεν αλλάζει ούτε το κοινωνικό πεδίο ούτε το πρίσμα του συγγραφέα) και ο αφηγηματικός του τρόπος δεν αρνείται τις ήδη αναγνωρίσιμες σταθερές του. Σε αυτές μπορούμε να συμπεριλάβουμε την τάση του να αφήνει κάμποσα κείμενα εκκρεμή, ανοιχτά στην αμφισημία, την ικανότητά του να μην ολισθαίνει στον μελοδραματισμό, τις λέξεις του ηπειρώτικου ιδιώματος που συνηθίζει, αλλά και τις σποραδικές, πάντως επίμονες λόγιες εκφράσεις που μοιάζουν εξωτερικά σοιχεία πάνω σε έναν λόγο λιτό κατά τα λοιπά και οι οποίες μάλλον ξενίζουν παρά προσθέτουν (ένα δείγμα, για να μη φανεί απλώς μεμψίμοιρη η παρατήρησή μου: «με κρατημένη ανάσα έλπιζε και προσείλκυε αίσιο τέλος στους τσακωμούς του πατέρα μου με τον μεγάλο του αδελφό»).

Και στη «Βραδυπορία του καλού», την τέταρτη συλλογή του με διηγήματα, ο (ανθρώπινος) τόπος είναι οικείος, ο δε (λογοτεχνικός) τρόπος ήδη γνώριμος: Ανθρωποι δυσκολεμένοι από την ξενιτιά τους (είτε πρόκειται για αλλοδαπούς είτε για επαρχιώτες μέτοικους στην πόλη, «τόσο μόνους και παραμερισμένους», είτε για τους παραδοσιακούς εσωτερικούς εξόριστους της Ελλάδας, τους «γύφτους»), ερωτικά πεινασμένοι, ακυρωμένοι ή δυσπραγούντες (οι οποίοι όλο και πιο συχνά εκτρέπονται, κατά φαντασίαν ή εμπράκτως, σε αντισυμβατικές ή και διαστροφικές εφαρμογές της λιβιδώς τους), άνθρωποι ξοδεμένοι τόσο πολύ ώστε ούτε καν το σώμα τους να μην είναι ορατό στον δρόμο από τους περαστικούς, όπως ο ήρωας του διηγήματος «Τους ζυγούς λύσατε» («Ως προς τους άλλους, ένιωθε ότι δεν υπήρχε καν στο πεδίο τους.[…] Ούτε για τους συμπερπατητές του υπήρχε»).

Παρόμοιους τύπους και χώρους, και ανάλογα πάθη, έχει ιστορήσει και στα προηγούμενα βιβλία του ο Δημητρίου: ξεριζωμένους υπαλλήλους του δήμου ή ταπεινούς ανθρώπους των σκουπιδιών, ηττημένους του έρωτα, ανέστιους, πλάνητες, σαλούς. Αυτό που μπορεί στην αρχή να φάνηκε σαν λατρεία του περιθωρίου, ωρίμασε στην έντιμη, καλλιτεχνικά υπεύθυνη απόφαση να δοθεί μορφή και λόγος σε μια υποφωτισμένη ανθρώπινη πανίδα – και πια χωρίς την πρόθεση του ψόγου και της έστω πλάγιας καταδίκης (που ήταν ευδιάκριτη σε ορισμένα διηγήματα των πρώτων συλλογών), αλλά ούτε και του φιλολογικού εγκωμιασμού και της υιοθέτησης ο συγγραφέας δεν είναι γενναιόθυμος πατερναλιστής ή αδιάφορος παρατηρητής και συλλέκτης ακροτήτων, δεν είναι ένας «λεηλάτης», όπως εκείνος του σημαδιακού ομώνυμου διηγήματος, αλλά κάποιος που και κατανοεί και νοιάζεται.

Υπάρχουν βεβαίως και διηγήματα αμήχανα στις συλλογές του Δημητρίου – και στη «Βραδυπορία του καλού». Υπάρχουν διηγήματα-στιγμιότυπα, που δεν αποσπούν πολλούς χυμούς από το θέμα τους ή βιάζονται να κλείσουν, έστω και με την προσφυγή σε μια διδακτική ρητορική, την οποία δεν είχε προοικονομήσει ο σκληρός ρεαλισμός του καθαυτού κειμένου. Ωστόσο, και αυτά τα πεζά, με όλες τις ενδεχόμενες αδυναμίες τους, δεν είναι περιττά, δεν είναι γεμίσματα, ούτε καν εκείνα που ήρθαν να ανταποκριθούν σε κάποια εξωτερική παραγγελία προσδιορισμένου θέματος (όπως συμβαίνει με κάποια κείμενα του βιβλίου, λ.χ. «Το ποταμάκι με τους γυρίνους», που γράφτηκε για να συμπεριληφθεί στον συλλογικό τόμο «Ξένος ο άλλος μου εαυτός»).

Τα πεζογραφήματα του Σωτήρη Δημητρίου πρέπει νομίζω να αντιμετωπιστούν σαν έργο εν προόδω, σαν έργο που η μια ψηφίδα του προϋποθέτει την άλλη, οδηγεί στην άλλη – άρα, αυτό που μόνο του φαίνεται μικρό ή λίγο, αποκτά την καθαυτό σημασία του και ολοκληρώνεται σαν μέλος ενός πεζογραφικού οργανισμού. Οι ήρωές του έχουν συνέχεια από βιβλίο σε βιβλίο, τη συνέχεια των αισθημάτων και της στάσης, κι ας τους διαφοροποιούν τα ονόματά τους ή οι βιοτικές τους συνθήκες. Δεν έχουμε λοιπόν σκόρπιες, άτακτες και ασύνδετες πινελιές πάνω σε έναν μεγάλο πίνακα, αλλά τα γραπτά τεκμήρια μιας συστηματικής και μεθοδικής δοκιμής να αναγνωριστεί και να αποδοθεί ένας κόσμος, ένας συγκεκριμένος κόσμος: οι στερημένοι (και όχι μόνο ερωτικά), όσοι ασφυκτιούν και λιποθυμούν στο περιθώριο αφιλόξενων πόλεων και κοινωνιών, όσοι βουλιάζουν σηκώνοντας πέτρες που κανείς δεν θα τις τιμήσει αποκαλώντας τες «μεγάλες».

Γι’ αυτόν τον κόσμο των σκληρών αισθημάτων και του εσωτερικευμένου αφανισμού ο Δημητρίου μιλάει σκληρά και απερίφραστα (μόνον η ερωτική επιθυμία για τον φυλετικά όμοιο μένει σχεδόν πάντοτε στην περιοχή ενός καβαφογενούς υπαινιγμού), αλλά χωρίς ποτέ να αποσύρει την τρυφερότητά του για τα πλάσματά του. Ο συγγραφέας εμπιστεύεται απολύτως το διήγημα, τη φόρμα και τη λογική του δεν το θεωρεί υποδεέστερη λογοτεχνική μορφή ή παραπληρωματική του μυθιστορήματος εμπιστεύεται το φαινομενικά μικρό και αποσπασματικό. Και ακριβώς στην εμπιστοσύνη του αυτή, και στην ώριμη πια τεχνική του, οφείλεται η καλοσύνη των κειμένων του, που θα μπορούσε να τα χαρακτηρίσει κανείς ασκήσεις ήθους, τίμιες και επώδυνες, αλλά όχι ασκήσεις ύφους, ανέμελες και ελαφρόκαρδες.

Ο αρμόδιος (εκ των πολλών… συναρμοδίων!) υπουργός Πολιτισμού, κ. Ευάγγελος Βενιζέλος, χαρακτήρισε την επιστολή… «παρωχημένη» (μα, εστάλη στις 5 Οκτωβρίου, δηλαδή πριν από ένα μήνα – εννοεί ο κ. υπουργός ότι έκτοτε έχει σημειωθεί… κοσμογονική πρόοδος στα έργα, και δη τις μέρες που κυβέρνηση, κόμμα και μηχανισμοί είχαν πέσει με τα μούτρα στο συνέδριο;), κάτι που επανέλαβε και ο υφυπουργός αρμόδιος για τα επικοινωνιακά της Ολυμπιάδας κ. Χυτήρης, προσθέτοντας ο τελευταίος ότι «υπάρχουν καθυστερήσεις, αλλά… όλα τα έργα θα γίνουν!» Αυτή η παραδοχή του δεν είναι σαφής από μόνη της;