ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Το 24ωρο του Φεστιβάλ

Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος έκανε την πρώτη του εμφάνιση στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου για να παραστεί στην παρουσίαση της έκδοσης «Βλέμματα στον κόσμο του Θόδωρου Αγγελόπουλου» με τα πρακτικά του περσινού διεθνούς συμποσίου με θέμα το έργο του σκηνοθέτη. Ο ίδιος παρέμεινε σιωπηλός, δεν θέλησε να μιλήσει ούτε για την έκδοση, ούτε για την καινούργια του ταινία «Το τρίτο φτερό», που προετοιμάζει στη Θεσσαλονίκη. «Πρόκειται για ένα μοναδικό εγχείρημα. Ξεπερνάει τα ελληνικά μέτρα», είπε μόνο, αναφερόμενος στον όγκο της παραγωγής και υποσχέθηκε να δώσει αναλυτική συνέντευξη Τύπου στο τέλος του Φεστιβάλ.

Το μικρό σκάνδαλο του φετινού Φεστιβάλ έχει τον τίτλο «Πες στη μορφίνη ακόμα την ψάχνω». Η μικρού μεγέθους (αν και 119′), σχεδόν ερασιτεχνική ταινία του Γιάννη Φάγκρα, αρέσει στο κοινό, που γέμισε τις αίθουσες και τους κριτικούς, που τη χαρακτήρισαν μια από τις καλύτερες του φεστιβάλ. Η «Μορφίνη» όμως αν και υπεβλήθη στο ΕΚΚ για χρηματοδότηση απερρίφθη από την αρμόδια επιτροπή, με αποτέλεσμα να ακολουθήσουν δηκτικά σχόλια. Ο πρόεδρος του Κέντρου Διαγόρας Χρονόπουλος και η αντιπρόεδρος Δέσποινα Μουζάκη απάντησαν, λέγοντας ότι το σενάριο απορρίφθηκε από το συμβούλιο κρίσεων, ενώ όταν το ζήτημα επανήλθε, υπεβλήθη η ανολοκλήρωτη εκδοχή της ταινίας. Σύμφωνα πάντως με τη Δέσποινα Μουζάκη, υπάρχουν ακόμη περιθώρια ενίσχυσης. «Πες στην ενίσχυση ακόμη την ψάχνω…».

Το «Σώσε με» του Στράτου Τζίτζη επιβεβαίωσε τη φημολογία ότι θα είναι μια από τις εκπλήξεις του Φεστιβάλ, με τους πραγματικούς του χαρακτήρες και τις δυσκολίες τους, με τις οποίες κάθε «κανονικός» άνθρωπος θα βρει σημεία να ταυτιστεί. Πρώτος απ’ όλους ο ίδιος ο Τζίτζης, που πέρασε πολλά βάσανα για να χρηματοδοτήσει και να γυρίσει την ταινία. «Κουράστηκα στην προσπάθειά μου να καταφέρω να συμβεί και αποτελεί ένα μικρό θαύμα που τελικά έγινε», είπε χθες. «Η ταινία αφορά ακριβώς αυτό: Μια πραγματικότητα που μπορεί να γίνει ανυπόφορη και να σε συντρίψει». Αξίζει να σημειωθεί ότι το «Σώσε με» χρηματοδοτήθηκε από το ΕΚΚ με το ιλιγγιώδες ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών.

Η ταινία «Bar» της Δανέζη- Κνούτσεν, καθιστά την παρακολούθηση για το θεατή τόσο περίπλοκη, όσο είναι και η χρηματοδότησή της (Κύπρος, Ελλάδα, Ουρουγουάη). Η Λέα, μια τριαντάρα ταξιτζού στη Λευκωσία, αναζητά τον εξαφανισμένο εδώ και 12 χρόνια αδελφό της. Προσπαθεί να συναντήσει έναν ειδικό στο DNA και παράλληλα θυμάται εικόνες από το παρελθόν, που έζησε με τον εραστή της στο Μοντεβιδέο. Σ’ ένα μπαρ βρίσκει μια φωτογραφία του αδελφού της μαζί με τη μητέρα του εραστή της (;), ενώ τη λύση υποτίθεται ότι δίνει ένας μπάρμαν, που τελικά είναι ένας από τους αγνοούμενους της τουρκικής εισβολής (;). Οι ικανότητες της Δανέζη να στήνει πλάνα, ατμόσφαιρα και να χρησιμοποιεί την καλή μουσική των «Active Member», ακυρώνονται από το απολύτως ασυνάρτητο σενάριό της.

Τα τροχαία ατυχήματα προκαλούν την εξέλιξη της πλοκής ή δίνουν λύσεις σε πολλές από τις ταινίες του διεθνούς διαγωνιστικού προγράμματος. Στο σλοβένικο «Ψωμί και γάλα» μια προβληματική οικογένεια ενώνεται στο νοσοκομείο έπειτα από ένα τραγικό δυστύχημα, στο γαλλικό «Imago» ο κεντρικός ήρωας μετατρέπεται σε απαθή και εκνευριστική για τους γύρω του (και τους θεατές) προσωπικότητα μετά από ένα τροχαίο, ενώ στο «Bar» της Αλίκης Δανέζη-Κνούτσεν η εμμονή της ηρωίδας-οδηγού ταξί να βρει τον αδελφό της, την κάνει αφηρημένη με αποτέλεσμα να τρακάρει. Περισσότερο δικαιολογημένα (λόγω επετειακής εξόδου) είναι τα τροχαία που παρουσιάζονται στον «Δεκαπενταύγουστο» του Κωνσταντίνου Γιάνναρη, αλλά και περισσότερο λειτουργικά σε σχέση με την αφήγηση.

Κάθε χρόνο το Φεστιβάλ κερδίζει επαίνους για τις φροντισμένες εκδόσεις του. Τη Δευτέρα παρουσιάστηκαν οι εκδόσεις αυτής της χρονιάς, για τον Τζον Μπούρμαν (επιμέλεια Νίκου Σαββάτη), τον Σταύρο Τορνέ («Σταύρος Τορνές, ο Μάγος της Φυλής» σε επιμέλεια Ηλία Κανέλλη) και τον Ντίνο Δημόπουλο (επιμέλεια Γιάννη Σολδάτου). Στη «βιβλιοθήκη» του Φεστιβάλ, που ήδη αποτελεί μια πλήρη συλλογή σπάνιου κινηματογραφικού υλικού, υπάρχουν ήδη 60 βιβλία με θέμα Ελληνες και ξένους σκηνοθέτες, ρετροσπεκτίβες, αφιερώματα και καταλόγους εκθέσεων. Παναγιώτης Παναγόπουλος

«Σώσε με»: μαύρο χιούμορ και τρυφερότητα