ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ανισόπεδα τρίγωνα σε πισωπεταλιά

Γραμμένο το 1978, η «Προδοσία» του 71χρονου Βρετανού Χάρολντ Πίντερ απέσπασε μερικές από τις πλέον οργισμένες κριτικές, όταν πρωτοπαρουσιάστηκε την ίδια χρονιά στο Λονδίνο, σκηνοθετημένο μάλιστα από τον «εθνικό» τους Πίτερ Χολ.

Οι αντιρρήσεις εστιάστηκαν κυρίως στο εξής: πώς είναι ποτέ δυνατόν ένας τόσο (χαρακτηριστικά;) γριφώδης, ερμητικά εσωστρεφής, καθαγιασμένα μοντέρνος συγγραφέας, και μάλιστα ο κατ’ εξοχήν δημιουργός του αγγλικού «παραλόγου» (κάπου ανάμεσα στον Μπέκετ και στον Τσέχοφ), να γράψει μία «φθηνή» ιστορία ενός menage a trois, ενός ερωτικού τριγώνου σαν κι αυτά με τα οποία έλαμψαν οι πιο παρακατιανοί Γάλλοι βουλεβαρδιέρηδες στις προηγούμενες δεκαετίες.

Και μάλιστα, κάτι τέτοιο να συμβεί κιόλας έπειτα από τέτοια προηγούμενα εγκεφαλικά δημιουργήματα όπως υπήρξε λ.χ. Ο Επιστάτης, Ο Γυρισμός, Το Πάρτυ Γενεθλίων, Το Ασανσέρ για τους Δίσκους (κι όχι βέβαια «Το Βουβό Γκαρσόνι»(!) όπως συχνά μεταφράζεται κατά λέξη στη γλώσσα μας).

Αραγε να το ‘κανε επίτηδες μόνο και μόνο για να σοκάρει τους κουλτουριάρηδες, ή μήπως έγραψε ένα έργο ειδικά γι’ αυτούς που δεν τους αρέσει ο Πίντερ; Τέτοιου είδους ερωτήματα τριβέλιζαν τότε τους αντιρρησίες.

Δηκτική πονηριά

Οπως και να ‘ναι αν μελετήσει κανείς προσεκτικότερα την Προδοσία βλέπει πως κάτω από τους φαινομενικά καθημερινούς διαλόγους καιροφυλακτεί πάντοτε καγχάζουσα η γνωστή δηκτική πονηριά άλλων -περισσότερο χαρακτηριστικών- έργων του Χάρολντ Πίντερ, όπου πίσω από συμβατικές καταστάσεις βρίσκεται η γνωστή «πιντερική» διφορούμενη ατμόσφαιρα μυστηρίου ή ακόμα και αδιασαφήνιστης απειλής.

Το έργο είναι γραμμένο πισωπεταλιά. Η πρώτη σκηνή του, δηλαδή, είναι χρονικά τοποθετημένη την άνοιξη του 1977 και η τελευταία τον χειμώνα του 1968. Κατά τ’ άλλα η λογική που διέπει την Προδοσία είναι τετράγωνη. Για να ακριβολογήσω σχεδόν τετράγωνη. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο καθένας από τους τρεις θυμάται το ίδιο γεγονός διαφορετικά. (Στην ελληνική παράσταση το τέλος της αρχής είναι τοποθετημένο σήμερα, το 2001, όπως αναφέρει το πρόγραμμα. Κι όσο για την αρχή του τέλους, αυτή φέρει τη χρονολογία 1992. Θεμιτό, αν λάβει κανείς υπ’ όψιν του ότι ο συγγραφέας αναφέρει πως όλα διαδραματίζονται στον παρόντα χρόνο. Παρόμοιο χρονικό φρεσκάρισμα είχε γίνει όταν το έργο ξαναπαίχθηκε, σχετικά πρόσφατα, στην Αγγλία και στις ΗΠΑ.)

Η ιστορία αφορά ένα παντρεμένο ζευγάρι, τον Ρόμπερτ και την Εμα, όπως και τον φίλο και κουμπάρο τους Τζέρι – ο οποίος είναι ο καλύτερος φίλος του Ρόμπερτ. Ο Τζέρι και η Εμα διατηρούν έναν εννεάχρονο παράνομο δεσμό, ο οποίος διεκτραγωδείται σε εννέα σκηνές. Από το τέλος της σχέσης στην αρχή της.

Αντιμεσογειακοί χαρακτήρες

Μέσα σε ένα πέρα για πέρα ρεαλιστικό πλαίσιο, ο συγγραφέας με εργαλείο του μία απλή, συχνά εξοργιστικά, καθημερινή γλώσσα ψιλοκεντά αριστοτεχνικά τρεις χαρακτήρες, οι οποίοι μάλλον υπονοούν παρά εκστομίζουν απερίφραστα τα συναισθήματά τους. Κανείς δεν θυμώνει, κι εννοείται ότι και κανένας δεν υψώνει τη φωνή του για να βρίσει για όποια προδοσία υφίσταται. Με δυο λόγια όλοι τους διακατέχονται από μία πέρα για πέρα αντι-μεσογειακή συμπεριφορά. Είναι Βρετανοί. Τώρα, το εγχείρημα να υποδυθεί ένας νότιας ψυχοσύνθεσης ηθοποιός έναν βόρειο μεγαλοαστό- όταν βέβαια τα εθνικά χαρακτηριστικά και η γεωγραφία παίζουν κάποιο ρόλο στο έργο όπως καλή ώρα εδώ- δεν είναι απλή υπόθεση. Στη δική μας πάντως περίπτωση (Δανδουλάκη, Κωνσταντόπουλος, Ζαλμάς) δεν υπήρξε πρόβλημα. Η εσωτερικότητα, το διφορούμενο, το συμμάζεμα των συναισθημάτων, το λεπτό χιούμορ (αρετές ξένες στα μεσογειακά ταμπεραμέντα) στοιχεία που κολυμπούν μέσα στα πιντερικά κείμενα δεν εξευτελίστηκαν. Πράγμα το οποίο οφείλει να επισημάνει κανείς με θαυμασμό.

Ετσι κι αλλιώς η Κάτια Δανδουλάκη διαθέτει επί τη εμφανίσει της τον αέρα κάποιας -ηλικιακά διαχρονική- βορειοευρωπαίας ντάμας, την οποία μπορεί να εμπιστεύεται όποιος αγοράζει έργα τέχνης.

Αυτό είναι άλλωστε και το λειτούργημά της στο έργο. Ακόμα κι αυτό το ψυχρό, όσον αφορά τον ερωτισμό, συμπλεγματικό αεράκι που αποπνέει η πρωταγωνίστρια στον ρόλο της Εμα χαρίζει σ’ αυτόν τον σκηνικό χαρακτήρα την πιο καλοζωγραφισμένη σφραγίδα μιας «πολιτιστικής ανωτερότητας».

Περισσότερο ιχνογραφημένος παρά βιωμένος ο ρόλος του παράνομου εραστή από τον Σταύρο Ζαλμά. Αντιθέτως, ο Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος, ως ο αινιγματικός Ρόμπερτ (ήτοι ο προδομένος σύζυγος ο οποίος τα ‘ξερε μεν, αλλά δεν μίλαγε – κάτι που δεν θα το ‘κανε ποτέ ντόπιος προδομένος σύζυγος) υπήρξε ο πλέον ενδιαφέρον χαρακτήρας προς ανάλυση ή κι απλώς προς θαυμασμό για μία υποκριτική τεχνική η οποία έπαιζε sotto voce. Νομίζω, η καλύτερή του ερμηνεία μέχρι σήμερα.

Αισθαντική σκηνοθεσία

Ο Σταμάτης Φασουλής έχει εξελιχθεί σ’ έναν αισθαντικό σκηνοθέτη, ο οποίος έχει τη δυνατότητα να οδηγήσει τους ηθοποιούς του σε δρόμους όπου μπορούν -τους δίνεται η ευκαιρία- να ανακαλύψουν υποθάλπουσες λεπτομέρειες της προσωπικής τους ευαισθησίας. Ειδικά μ’ ένα παρόμοιου είδους κείμενο στα χέρια, απαιτείται ένας ιδιαίτερα διεισδυτικός δημιουργός για να βγάλει στην επιφάνεια όσα δεν εκστομίζονται αλλά παραμένουν να σιγοβράζουν κάτω από την επιφάνεια. Οι σιωπές και οι παύσεις που υπαγόρευσε εδώ είναι υποδειγματικές. Ακόμα και με τρεις άνισους μεταξύ τους ηθοποιούς, ο Σταμάτης Φασουλής κατόρθωσε να δημιουργήσει ατμόσφαιρες, οι οποίες ακροβατούσαν επιτυχώς ανάμεσα στο γραφικό και στο ακατανόητο.

Το υπαινικτικό για την τάξη και το γούστο των ηρώων σκηνικό του Γιώργου Πάτσα στην περιστρεφόμενη σκηνή, τα διακριτικής κομψότητας κοστούμια της Λουκίας, η εξυπηρετική μουσική του Ιάκωβου Δρόσου συνετέλεσαν ώστε να περάσει σχεδόν απαρατήρητη μια μεταγλώττιση (επίσης του Σταμάτη Φασουλή), η οποία ενίοτε έπεφτε στο πταίσμα να ευτελίζει υπερβολικά την πιντερική αίσθηση του λόγου. Προς το καθημερινότερο και ελληνικότερο.