ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οι πολιτικές διαστάσεις της Μήδειας

Στη σύγχρονη θεατρική πράξη η Μήδεια ερμηνεύθηκε κατά κανόνα ως τραγωδία ακραίου ερωτικού πάθους, ακόμη και ως ψυχόδραμα, ενώ ελάχιστη σημασία δόθηκε στην πολιτική διάσταση του έργου. Αυτή τη διάσταση θα επιχειρήσουμε να σκιαγραφήσουμε εδώ, ελλειπτικά και τηλεγραφικά. Περισσότερα άλλοτε, αλλού.

Κατά την Πεντηκονταετία, με το τέλος της οποίας συμπίπτει η διδασκαλία της Μήδειας (431 π.Χ.), η αθηναϊκή πόλις συγκροτεί την ταυτότητά της ως επακολούθημα της εμπειρίας των μηδικών πολέμων: αυτοπροσδιορίζεται, και αυτοκαταφάσκεται, αντιπαραθέτοντας τον εαυτό της προς το «έτερον» που αντιπροσωπεύει ο βαρβαρικός κόσμος. H ανατρεπτικότητα της Μήδειας έγκειται ακριβώς στο ότι θέτει εν αμφιβόλω τη διάκριση αυτή, κλονίζοντας τις επιμέρους διπολικές (και κατ’ ανάγκη τεχνητές, καθότι συμβατικές) αντιθέσεις που τη συναπαρτίζουν.

Ο λόγος Πρώτα και κύρια, ο λόγος, κεντρική κατηγορία του ελληνικού τρόπου ζωής και σκέψης, υπονομεύεται από τους ίδιους τους υποτιθέμενους φορείς του -εν προκειμένω τον Ελληνα Ιάσονα, που ακυρώνει τον ένορκο λόγο του με την επίορκη συζυγική απιστία του. Στον απατηλό λόγο του Ελληνα η βάρβαρη Μήδεια αντιπαραθέτει την αμεσότητα και την ολέθρια μονοσημία των έργων της -από τη φύση τους ανέκκλητων, σε αντίθεση με τον λόγο. H διπλή, αμφίσημη πραγματικότητα που δημιουργούν οι δόλιοι λόγοι του Ιάσονα περιορίζεται βίαια στη μία και μόνη (και μη αντιστρεπτή) πραγματικότητα του φονικού έργου.

Ο οίκος Στον μύθο, ένα από τα κύρια τεκμήρια της βαρβαρότητας της Μήδειας είναι η φονική βία κατά των ομαίμων της: σκοτώνει και τεμαχίζει τον αδελφό της Αψυρτο, αφήνοντας τον πατέρα της και την ακολουθία του να περισυλλέξουν τα κομμάτια (όλοι θυμόμαστε την ωμή λιτότητα με την οποία αναπαρέστησε τη σκηνή αυτή ο Παζολίνι στη Medea του). H ενδοοικογενειακή βία καταλύει τον οίκο, υπονομεύει την αλληλεγγύη του και διασπά τη συνοχή του. Στη Μήδεια ωστόσο η ευθύνη για τη διάλυση και των δύο οίκων του δράματος (Ιάσων-Μήδεια, Ιάσων-Γλαύκη) βαρύνει τον Ιάσονα: εξαιτίας του η Μήδεια αποφασίζει να θέσει σε εφαρμογή, στην καρδιά του ελληνικού κόσμου, τις βαρβαρικές μαγγανείες της, ξεκληρίζοντας το δεύτερο σπιτικό του Ιάσονα (ο θάνατος του Κρέοντα, παρακολούθημα της πυρπόλησης της κόρης του, επισφραγίζει την καταστροφή: όχι μόνο η νύφη αλλά και ο κηδεμόνας της -ο επικυρωτής δηλαδή του γάμου- είναι νεκρός). O Ιάσων εξάλλου είναι εκείνος που οπλίζει το παιδοκτόνο χέρι της Μήδειας, οδηγώντας έτσι στην κατάλυση και του πρώτου οίκου του, τον οποίο μάλιστα ο ίδιος ισχυρίζεται (στ. 547-68) ότι προσπαθούσε να προστατέψει συνάπτοντας τον επίορκο γάμο με τη Γλαύκη. Για άλλη μια φορά, ο δόλιος λόγος του Ελληνα συνθλίβεται από την αμεσότητα των έργων της βάρβαρης? και η απατηλή προθυμία του να διασφαλίσει τον οίκο του οδηγεί, μοιραία, σε διπλό ενδοοικογενειακό έγκλημα που όμοιά του το ελληνικό μυθοπλαστικό φαντασιακό αρεσκόταν να συνδέει με τον βαρβαρικό κόσμο (πβ ιδίως τους μύθους σχετικά με τον Ασιάτη Πέλοπα και τους Ατρείδες, τον Θράκα Λυκούργο κτλ).

Ωστε: η εισβολή της χαοτικής βαρβαρότητας στην καρδιά του ελληνικού κόσμου -και συνακόλουθα η υπονόμευση της αυτάρεσκα ελληνοκεντρικής διχοτομίας «Ελλην: βάρβαρος»- πραγματοποιείται βεβαίως με όργανο την κολχίδα Μήδεια, το έναυσμά της όμως δίνεται (κατά τρόπο ειρωνικό) από τον Ελληνα Ιάσονα, τον κατακτητή και δαμαστή του βαρβαρικού Επέκεινα που αντιπροσωπεύεται στον μύθο από την κολχική επικράτεια. Εκείνος είναι που οδηγεί στη συντριβή του λόγου, ως αξιόπιστης επικοινωνίας, και στη διάλυση του οίκου -δηλαδή στην υπονόμευση βασικών συστατικών στοιχείων του ελληνικού (έλλογου, έννομου) τρόπου.

Αθήνα ή βαρβαρότητα(;) Μολονότι το δράμα εκτυλίσσεται όχι στην Αθήνα αλλά στην Κόρινθο, ο ειρωνικός Ευριπίδης δεν αφήνει καμιά αμφιβολία πως όλα τούτα αφορούν άμεσα το αθηναϊκό του κοινό: ο συνδετικός κρίκος με τον κόσμο της Αθήνας παρέχεται από το φαινομενικά εμβόλιμο επεισόδιο του Αιγέα, που καταδικάστηκε ως άλογον ακόμη και από τον Αριστοτέλη (Ποιητ. 1461b19-21). H σκηνή αυτή αναπαράγει κυρίαρχα θέματα της τραγωδίας: κατάρρευση του λόγου ως επικοινωνίας (ο Αιγέας δεν κατανοεί τον δελφικό χρησμό) και επαπειλούμενη κατάρρευση του οίκου (ο Αιγέας είναι άτεκνος και κινδυνεύει να παραμείνει, εάν δεν καταλάβει τον χρησμό). Στον ακατανόητο λόγο του χρησμού η Μήδεια αντιπαρατάσσει ξανά τα έργα της: η ίδια θα θεραπεύσει τον Αιγέα με τα φάρμακά της (716-18) – μια λέξη που η δίκοπη αμφισημία της («φάρμακο» αλλά και «δηλητήριο») αναπόφευκτα θα θύμιζε στο αθηναϊκό κοινό πως αργότερα η Μήδεια, ως σύζυγος του Αιγέα, θα επιχειρούσε να δηλητηριάσει τον Θησέα και να καταφέρει έτσι πλήγμα καίριο στον οίκο του Αιγέα τον οποίον, υποτίθεται, θα έσωζε από τον αφανισμό (την ιστορία πραγματεύτηκε πιθανότατα ο Ευριπίδης στη χαμένη για μας τραγωδία του Αιγεύς). Ετσι, η θεματική διαδοχή: αμφίσημος (σκοτεινός, απατηλός) λόγος -μονοσήμαντο έργο- διάλυση του οίκου, η οποία οδηγεί επάξια σε καταστροφή του Μάγνητα Ιάσονα, επαναλαμβάνεται, υπαινικτικά και υπό κλίμακα, στην περίπτωση του Αθηναίου Αιγέα, ενός αθώου. O χαοτικός κόσμος της Μήδειας βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από την εύτακτη αθηναϊκή πόλη.

Τα ακαδημαϊκά αυτά προβλήματα θα ήταν απλά και ευκόλως επιλύσιμα, αν ο ακαδημαϊκός χώρος της επικοινωνίας δεν διατηρούσε μια μάλλον ασαφή και φαντασιακή σχέση προς την ομιχλώδη και εξίσου «φαντασιακά θεσμισμένη» αγορά της επικοινωνίας. Το κύριο χαρακτηριστικό της δημόσιας επικοινωνίας είναι η διαρκής, αενάως μεταβαλλόμενη και φευγαλέα επικαιρικότητά της? που όσο πιο δύσκολο είναι να τη συλλάβει κανείς τόσο περισσότερο θα ήθελε να την ελέγξει και να την κατευθύνει. Η αγοραία αντίληψη παρουσιάζει την επικοινωνία σαν κάτι που πρέπει κανείς να το αρπάξει, να το σχεδιάσει, να το διαχειριστεί και, ενδεχομένως, να το εμπορευτεί. Θέλει να ρυθμίσει την επικοινωνία και όχι να την περιγράψει. Δεν ενδιαφέρεται η αγοραία αντίληψη για επιστημονικές μελέτες και έρευνες. Η προχειρολογία τής είναι χίλιες φορές προτιμότερη από την αμερόληπτη προσπάθεια κατανόησης. Τα Τμήματα Επικοινωνίας θα μπορούσαν εύκολα, «εξ αντικειμένου», να υποκύψουν στην «εκσυγχρονιστική» τάση για σχεδιασμό και διαχείριση προϊόντων, για παροχή υπηρεσιών μάλλον παρά γνώσεων – τάση που, άλλωστε, άνωθεν επιβάλλεται τα τελευταία χρόνια σε όλη την πανεπιστημιακή έρευνα.