ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τα αρχαία ελληνικά επιγράμματα και οι άδοξοι αθλητές

Οταν ακούγεται το ζεύγος ποίηση-αθλητισμός, έρχεται αυτόματα στον νου ο Πίνδαρος, οι Ολυμπιόνικοί του, οι Πυθιόνικοι, οι Νεμεόνικοι και οι Ισθμιόνικοι, που πλάστηκαν (ορισμένοι μάλιστα κατά παραγγελία) για να υμνήσουν τη δόξα αθλητών που πρώτευαν, να τους αποθεώσουν προτείνοντάς τους σαν παράδειγμα. Ασχολήθηκαν ωστόσο και άλλοι ποιητές με τον αθλητισμό, είτε περιστασιακά είτε συστηματικότερα, και μάλιστα με στόχο τον σκληρό ψόγο και όχι το ευφραδές εγκώμιο. Κορυφαίο δείγμα του αποφασισμένου αντι-αθλητικού πνεύματος παραμένουν βεβαίως οι στίχοι του Ευριπίδη στον «Αυτόλυκό» του: «κακών γαρ μυρίων καθ’ Ελλάδα / ουδέν κάκιόν εστιν αθλητών γένους».

Αυτή η ενδοποιητική διχογνωμία θα έπρεπε να μας έχει πείσει προ πολλού ότι η αρχαιότητα (και όχι μόνο η αθλητική, αλλά και η κοινωνική και η πολιτική) δεν ήταν ακριβώς ιδεώδης, όπως τη σχηματίζει αναδρομικά η εξωραϊστική ιδεοληψία μας, προσδοκώντας ότι έτσι θα αυξηθεί και η αίγλη των σημερινών, όσων δηλώνουν κληρονόμοι. Καμιά περίοδος της ιστορίας δεν είναι νοητό να κριθεί ιδανική. Και οι «χρυσοί αιώνες» είχαν τη σκουριά και τις πληγές τους.

Στους αντίποδες του Πινδάρου λοιπόν, στα χρόνια που ακολούθησαν τους επίνικούς του, βρέθηκαν κάποιοι ποιητές που έστρεψαν τα βέλη της σάτιράς τους κατά των αθλητών, για να μας θυμίσουν έτσι ότι εκτός από τους πρώτους, τους νικητές, υπάρχουν και οι παρακατιανοί, οι μέτριοι, οι μονίμως ηττώμενοι, δηλαδή το πλήθος. Το «ιδεώδες» είχε πια φθαρεί κι έτσι απελευθερώθηκε και οξύνθηκε το σκώμμα, κύριος στόχος του οποίου υπήρξε η κατάφωρη βαρβαρότητα ορισμένων αθλημάτων, πρωτίστως της πυγμαχίας.

Αντίδοτο στην υπερβολή του αθλητισμού ήταν τα ποιημάτια αυτά, όπως άλλωστε και οι «αντικανονικές» απόψεις κάποιων ιστορικών, σαν τον Πλούταρχο, ο οποίος σημείωνε στα «Υγιεινά Παραγγέλματά» του ότι οι αλείπτες και οι γυμναστές αποσπούν από τα γράμματα τους αθλητές και τους εθίζουν στο να διημερεύουν «εν σκώμμασι και βωμολοχίαις», καταντώντας τους «λιθίνους» (κάτι ανάμεσα στα σημερινά «τούβλα» και «ντουβάρια»). Και δίκην αντιδότου στην αφόρητη ολυμπιακή ρητορεία που μας βαυκαλίζει τα τελευταία χρόνια και στα σχετικά Υπουργικά Παραγγέλματα («μιλήστε μου για οράματα, όχι για τέντες» – Ευάγγελος Βενιζέλος έφα) επιχειρείται εδώ μια μεταφορά τους στη νέα ελληνική. Τα επιγράμματα αντλούνται από την απέραντη «Παλατινή Ανθολογία», και συγκεκριμένα από το ενδέκατο βιβλίο της, που φιλοξενεί ποιήματα συμποτικού και σκωπτικού περιεχομένου. Τα περισσότερα με αθλητικό περιεχόμενο οφείλονται στον Λουκίλλιο, ποιητή του 1ου αιώνα μετά Χριστόν που έζησε στη Ρώμη και επιδόθηκε κυρίως στη συγγραφή απολαυστικά δηκτικών επιγραμμάτων (η «Παλατινή» διέσωσε περί τα εκατό).

Στο υπ’ αριθμ. 75 επίγραμμα ο Λουκίλλιος «περιποιείται» με το φαρμάκι των λέξεών του τα τραύματα ενός πυγμάχου, του Ολυμπικού, τα χάλια του τοπίου δεν απέχουν και πολύ από τα χάλια του Ολυμπιακού των ημερών μας, αλλά τέλος πάντων. Ιδού:

«Α, ναι, είχε και μύτη κάποτε ο Ολυμπικός, φρύδια, πιγούνι,

αυτιά και μάτια. Και βλέπεις, Σεβαστέ, πώς εκατάντησε.

Πυγμάχος έγινε, κι έχασε τα πάντα, μαζί και το μερίδιο στην πατρική κληρονομιά.

Μια εικόνα του παλιά φέρνει ο αδερφός του κι εξετάζει.

«Α όχι», αποφαίνεται, «καθόλου δεν του μοιάζει. Είν’ ένας ξένος πια».»

Αγνώριστος κατάντησε κι ένας άλλος πυγμάχος, ο Στρατοφών, κι ο γραμματικός Λουκίλλιος βρίσκει την ευκαιρία, στο 77ο επίγραμμα, να τον γιατροπορέψει με αναφορές στην «Οδύσσεια»:

«Είκοσι χρόνια ξενιτιά και στην πατρίδα του γυρνάει

ο Οδυσσέας. Αμέσως τον γνωρίζει ο σκύλος του ο Αργος.

Κι εσύ, τέσσερις μόνο ώρες, Στρατοφώντα μου, πυγμάχησες

κι όχι σκυλιά, μήτε η πόλη όλη δεν σ’ αναγνωρίζει.

Κι αν σε καθρέφτη δεις το πρόσωπό σου, θα συμφωνήσεις.

«Δεν είμαι ο Στρατοφών» θα πεις, κι όρκο θα λάβεις.»

Είδε κι απόειδε ο πατέρας ενός άλλου πυγμάχου, φιλάνθρωπου καθώς προκύπτει και φιλάλληλου, μιας κι έδινε το δικαίωμα σε όλους τους αντιπάλους του να τον καταχερίζουν αγρίως, κι έδωσε την εντολή να τραβήξουν πια τον γιο του από τα στάδια, να βρει κι αυτός την ησυχία του. Ιδού η περιπέτεια του παλικαρά (81ο επίγραμμα) που εγκαινίασε τον ξυλοκοπικό τουρισμό ανά την Ελλάδα:

«Ανδρόλεως τ’ όνομά μου. Κι όπου κι αν θέσπισαν

οι Ελληνες αγώνες, παντού πυγμάχησα.

Στην Πίσα τό ‘να μου αυτί κατάφερα και τό ‘σωσα,

στις Πλαταιές ένα μου μάτι? στα Πύθια ξέπνοο με σύραν έξω.

Κήρυκα στέλνει ο Δημοτέλης ο πατέρας μου, τους συμπολίτες μου

προστάζει: Πάρτε τον πια από τα στάδια, νεκρό ή σακατεμένο.»

Η δεύτερη ομάδα των αθλητικών επιγραμμάτων αφήνει το… ριγκ και πάει στους αγώνες δρόμου, στον δόλιχο, στο στάδιο, στον οπλίτη δρόμο. Ωρα του Νικάρχου, ποιητή σύγχρονου του Λουκίλλιου, να χλευάσει (στο 82ο επίγραμμα) τον καημένο τον Χάρμο, δρομέα που θα κατάφερνε να νικήσει μόνο αν τον περιελάμβανε ο Ζήνων στα παράδοξά του, δίνοντάς του τη θέση της χελώνας:

«Στην Αρκαδία μ’ άλλους πέντε ο Χάρμος έτρεχε

στον δόλιχο, και -θαύμα μέγα- έβδομος τερμάτισε.

«Πώς έβδομος;», θα πεις, Ζωίλε φίλτατε. «Εξι όλοι κι όλοι…»

Ναι, μα μπήκε ένας φίλος του στο στάδιο, ιματιοφορεμένος,

«Κουράγιο, Χάρμε!» του φωνάζει. Κι έτσι ήρθε έβδομος.

Κι αν είχε πέντε φίλους, δωδέκατος στο τέρμα θά ‘φτανε.»

Χειρότερος -αν είναι δυνατόν- κι από τον Χάρμο φαίνεται πως ήταν ο Μάρκος, ειδικευμένος στον οπλίτη δρόμο. Το 85ο επίγραμμα, με δράστη τον Λουκίλλιο και πάλι, για ένα μόνο μας βεβαιώνει: ότι ο ακίνητος δρομέας μας δεν είχε γνωρίσει τον συγκαιρινό του Αστερίξ, άρα δεν είχε δανειστεί το μαγικό του φίλτρο, ώστε να βγάλει «φτερά στα ποδάρια»:

«Μεσάνυχτα κι ακόμα ο Μάρκος στον οπλίτη δρόμο έτρεχε.

Πάει ώρα που σφραγίστηκαν οι πύλες όλες του σταδίου.

Βλέπουν οι φύλακες, θαρρούν πέτρινο άγαλμα πως είναι,

τάχα πως στήθηκε να τιμηθεί κάποιος οπλίτης.

Περνάει χρόνος ολόκληρος, ανοίγουνε, ιδού ο Μάρκος τρέχει

-ένα μονάχα στάδιο του μένει το δρόμο του σταδίου για να

καλύψει.»

Ο μόνος ίσως που θα μπορούσε να κατανικήσει και τον Χάρμο και τον Μάρκο ήταν ο Περικλής του 86ου επιγράμματος, που αποδίδεται κι αυτό στον φαρμακόγλωσσο Λουκίλλιο:

«Καθόταν τάχα ή έτρεχε ο Περικλής; Κανείς δεν ήταν βέβαιος?

θαυμάσιος αργοπόρος. Ωρα πολλή είχε σβήσει ο ήχος

της εκκίνησης, ήδη στεφάνωναν το νικητή,

κι εκείνος ούτε σπιθαμή δεν είπε να προκόψει.»

Και για να μη φανεί πως ο ποιητής έχει πάρει από κακό μάτι τους πυγμάχους μόνο και τους δρομείς, στο 84ο επίγραμμα ο αστέρας του πεντάθλου καταρρίπτει κάθε ρεκόρ και νικά (ή περίπου…) και στα πέντε αθλήματα (δρόμος, άλμα, δίσκος, πάλη, ακόντιο).

Για να χαρακτηρίσει τον αθλητή του, ο Λουκίλλιος πλάθει τη λέξη «πεντετριαζόμενος», κατ’ αναλογίαν προς το «τριάζω» (που σήμαινε νικώ τρεις φορές και αφορούσε κυρίως τους παλαιστές, που όφειλαν να καταβάλλουν τρεις φορές τον αντίπαλό τους για να κηρυχθούν νικητές), αλλά με μια μικρή «πλεκτάνη»: από την ενεργητική φωνή περνάει στην παθητική, αφού ο ήρωάς του κηρύσσεται ηττημένος (ας εννοηθεί λοιπόν το «υστερεία» της μετάφρασης σαν… ανάποδη αναλογία του «πρωτεία»):

«Κανείς αντίπαλός μου δεν έπεφτε πιο γρήγορα από μένα,

κανείς πιο αργά δεν έτρεχε το στάδιο.

Μακριά απ’ όλους έμενα στο δίσκο, κότσια ποτέ δεν είχα

τα πόδια να σηκώσω, άλμα της προκοπής να καταφέρω.

Κι ένας ανάπηρος, στ’ ακόντιο θα με νικούσε.

Ιδού λοιπόν, πρώτος εγώ πέντε υστερεία κέρδισα στο πένταθλο.»

Εμ, δεν έχουν δίκιο, κατόπιν αυτών, όσοι επιμένουν ότι «το παν είναι η συμμετοχή στους αγώνες κι όχι οι νίκες»;