ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

H κριτική υπό το φως της ποινικολογίας

Ηιστορία της λογοτεχνίας έχει να δείξει πολλές περιπτώσεις αρνητικών κρίσεων για λογοτεχνικά έργα, και πολλών ειδών αντιδράσεις των κρινομένων. Δεν είναι εύκολο να αποδεχθεί κανείς την αποδοκιμασία ή την απόρριψη του πνευματικού του τέκνου. Και κάθε φορά τίθεται το θέμα από την αρχή: ποιος κρίνει, με ποια κριτήρια, από ποια θέση; Τις τελευταίες εβδομάδες είδε το φως της δημοσιότητας ένα ακόμα επεισόδιο αρνητικής κριτικής και σφοδρής αντίδρασης του κρινόμενου από τις σελίδες της «Νέας Εστίας». Το ζήτημα της κριτικής, τούτη τη φορά, τέθηκε και με όρους «δικαστηριακούς», αλλά και με σφοδρή αμφισβήτηση προσώπων και θεσμών. Είναι χαρακτηριστικό ότι κλήθηκε και έλαβε θέση ακόμη και ο υπουργός Πολιτισμού!

Τα γεγονότα: Κρινόμενος βρέθηκε ο καθηγητής Κοινωνιολογίας και πρόεδρος της Επιτροπής Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων, Γιώργος Βέλτσος, με την ιδιότητα του ποιητή. Την σκληρή και απορριπτική κριτική του Νίκου Λάζαρη στη «Νέα Εστία» (τεύχος Μαρτίου) για την τελευταία ποιητική συλλογή του Γιώργου Βέλτσου, ακολούθησε οργισμένη επιστολή του κρινόμενου στο επόμενο τεύχος του ίδιου περιοδικού (τευχ. Απριλίου) -αρχίζοντας με την επισήμανση ότι «η «κριτική» που δημοσιεύτηκε άπτεται του ποινικού κώδικα» και την παράθεση θετικών κριτικών για το έργο του (Δ. Μαρωνίτης, Εκ. Κακναβάτος, N. Μπακουνάκης, Στ. Ροζάνης, Γ. I. Μπαμπασάκης, κ.ά.)- και ανταπάντηση του διευθυντή της «N.E.» Σταύρου Ζουμπουλάκη.

Στη διένεξη παρενέβη, με άρθρο του, ο καθηγητής Νάσος Βαγενάς (Το Βήμα, 28/4/2002) επισημαίνοντας ότι ο κ. Βέλτσος δεν διαθέτει τα τυπικά προσόντα για τη θέση του προέδρου της Επιτροπής, άποψη στην οποία επιμένει: «H ενδεχόμενη διατήρηση του Γ. Βέλτσου στη θέση του προέδρου (αλλά και ως απλού μέλους) της κριτικής επιτροπής θα αποτελούσε σκάνδαλο μεγαλύτερο από εκείνο της παράνομης τοποθέτησής του ως προέδρου της. Και τούτο διότι μετά τη δημοσίευση της «δικαστηριακής» επιστολής του στη «Νέα Εστία», με την οποία αποδεικνύεται (για όσους δεν το γνώριζαν) ότι ο Γ. Βέλτσος δεν διαθέτει τα ουσιαστικά προσόντα για να είναι μέλος μιας κριτικής επιτροπής, το γεγονός ότι δεν διαθέτει τα τυπικά προσόντα παρέλκει», λέει στην «Κ».

Πρόκειται για έναν ακόμη λογοτεχνικό καβγά; Ή μήπως είναι μια αφορμή να ξανανοίξει ένας δημόσιος διάλογος για το τι είναι λογοτεχνική κριτική; H «K» απευθύνθηκε στους πρωταγωνιστές της ιστορίας, σε κριτικούς λογοτεχνίας αλλά και στον υπουργό Πολιτισμού, υπεύθυνο για τον διορισμό της Επιτροπής.

«Ο κριτικός πρέπει να ξέρει ν’ αγαπά»

Βρήκαμε τον Γιώργο Βέλτσο ενώ ταξίδευε προς τη Μύκονο για το Πάσχα. Τον ρωτήσαμε τι είναι για κείνον λογοτεχνική κριτική: «Θα ήθελα να ορίσω τη λογοτεχνική κριτική αποφατικά, να πω τι δεν είναι. H «κριτική» του κ. N. Λάζαρη στη «N.E.» αναφέρεται στο πρόσωπό μου με αθώα εκ πρώτης όψεως σημαίνοντα («εστέτ», «μπον βιβέρ», «κοσμικός εκ γενετής», «τροφή σε προικισμένους μίμους, όπως ο Μητσικώστας, να τον αναπαριστάνουν ξεκαρδιστικά») τα οποία δείχνουν εμπάθεια. Κατηγορούμαι ως δικομανής. Απαντώ μια κι έξω: όταν έγραψα ότι η ad hominem επίθεση του κ. Λάζαρη «άπτεται του ποινικού κώδικα» εννοούσα ότι συνδέεται με το αδίκημα της εξύβρισης. Τίποτε περισσότερο. Τέτοιου είδους λιβελλογραφήματα δεν είναι κριτική.

»Θα ‘θελα όμως να προσπαθήσω να πω τι είναι λογοτεχνική κριτική. O κριτικός ως κριτικός είναι αντιμέτωπος με μία συνεχή κρίση, με τη διπλή έννοια του όρου: οφείλει ν’ αναγνωρίζει την απουσία κάθε κριτηρίου περί λογοτεχνίας και συγχρόνως να εφευρίσκει συνεχώς τα κριτήρια αυτά.

Εάν νομίζει ότι διαθέτει κριτήρια ασφαλή, θεολογεί. H λογοτεχνική κριτική οφείλει να ξεφεύγει από ορισμούς που την ακινητοποιούν, πραγματώνοντας μια λατινική ρήση (διόλου μεταμοντέρνα) που λέει «definitio negatio est». Και υπ’ αυτήν την έννοια την όρισα αποφατικά.

»Ηθελα να τονίσω ότι δεν είναι διόλου βέβαιο πως η λέξη κριτική ανταποκρίνεται σε κάτι το αιτιολογημένο. Αυτός που κρίνει, κρίνει κάτι τι που συνεχώς του διαφεύγει.

Την μη κριτική κάθε κριτικός θα έπρεπε να στοχεύει ως ουσία της κριτικής. Ως μη κριτική εννοώ την ίδια τη γραφή. Και υπ’ αυτήν την έννοια βρίσκομαι στη θέση του προέδρου, όχι τόσο με την ιδιότητά μου ως καθηγητή Πανεπιστημίου -συναφούς αντικειμένου που είναι ασφαλώς η θεωρία της Επικοινωνίας- όσο ως συγγραφέα.

Ο κριτικός πρέπει λοιπόν να διακρίνει το ιδίωμα του κρινόμενου και όχι αυτά που ήδη γνωρίζει ως κριτικός. Πρέπει συνεπώς να αγαπήσει το έργο, με αυτήν την έννοια της μεταβίβασης – ξέρετε η «μεταβίβαση» δεν είναι μόνο ένας νευρωσικός μηχανισμός με τον οποίο ασχολείται η ψυχανάλυση. Αντίθετα είναι πηγή δημιουργίας. Οταν λέω μεταβίβαση εννοώ αγάπη. O κριτικός πρέπει να ξέρει ν’ αγαπά. Και πιστέψτε με πως ξέρω».

Ο διευθυντής της «N.E.» Σταύρος Ζουμπουλάκης δεν προεκτείνει όσα ανταπάντησε στον Γ. Βέλτσο. Λέει απλώς: «Θα ήθελα να πω ένα μόνο πράγμα: μακάρι να συζητούσαμε, εξ αφορμής αυτού του φιλολογικού μικροπεριστατικού, το καίριο ζήτημα της κριτικής και του δημόσιου ρόλου της, γιατί, αν μείνουμε στις προσωπικές ενοχλήσεις και αντιδικίες, τότε συμβάλλουμε απλώς στη μεγαλύτερη υποβάθμιση της πνευματικής ζωής».

Πέντε απαντήσεις για τη λογοτεχνική κριτική και τους κρινόμενους

Τι είναι η λογοτεχνική κριτική και πόσο ώριμη είναι η λογοτεχνική κοινότητα, δηλαδή οι συγγραφείς, οι κρινόμενοι, να τη δεχθεί; Είναι το ερώτημα που έθεσε η «K» σε πέντε κριτικούς λογοτεχνίας.

Να ποινικοποιηθεί…

Ελισάβετ Κοτζιά (κριτικός λογοτεχνίας): Η στάση όσων κατέχουν θεσμικές θέσεις εξ ορισμού τους περιποιεί χαρακτήρα παραδείγματος προς μίμησιν ή προς αποφυγήν. Ενδεχόμενο σενάριο λοιπόν: Ας υποθέσουμε ότι ο φετινός πρόεδρος της Επιτροπής Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων κ. Βέλτσος πραγματοποιεί την προσφάτως εκτοξευθείσα απειλή του και μηνύει τον κ. Νίκο Λάζαρη, επειδή θεωρεί ποινικώς κολάσιμη την αρνητική κριτική που ο τελευταίος δημοσίευσε στη «Νέα Εστία» για την ποιητική συλλογή του κ. Βέλτσου «Στην εκταφή οι εραστές αναγνωρίζονται από τα δαχτυλίδια».

Δεν θα βρεθεί κάποιος από τους φετινούς υποψηφίους για τα κρατικά βραβεία 2001 που, διαβάζοντας τα πρακτικά, θα θεωρήσει το σκεπτικό της απόρριψής του επίσης κολάσιμο και θα προσφύγει στη Δικαιοσύνη; Κι έπειτα γιατί μόνο ένας; Ο θεσμός των κρατικών βραβείων έχει πολυετή ιστορία. Μπορεί κι ορισμένοι από τους περσινούς κι από τους προπέρσινους απορριφθέντες να θεωρήσουν εαυτούς προσβεβλημένους και να προσφύγουν και αυτοί στη Δικαιοσύνη. Κι ύστερα, το εισηγούμαι ως σκέψη, γιατί να μην ποινικοποιήσει η πολιτεία τη λογοτεχνική κριτική να γλιτώσουμε μια και καλή;

Εργαλεία διαφήμισης

Δημοσθένης Κούρτοβικ (συγγραφέας, κριτικός λογοτεχνίας): Οι θετικές και οι αρνητικές κριτικές έχουν νόημα μόνον όταν μπορούν να συνυπάρξουν. Θέλω να πω, πρώτον ότι ένας κριτικός που ξέρει μόνο να επαινεί είναι εξίσου αναξιόπιστος με έναν που μόνο φαρμάκι στάζει. Και δεύτερον, που είναι και το σημαντικότερο για μένα, ότι ένας χώρος που θεωρεί παραδεκτές και νομιμοποιεί μόνο τις επαινετικές κριτικές ακυρώνει ουσιαστικά κι αυτές, τις υποβιβάζει σε εθιμοτυπικές φιλοφρονήσεις ή σε εργαλεία διαφήμισης ενός βιβλίου. Δεν θα εκπλαγείτε, φαντάζομαι, αν σας πω ότι αυτό ακριβώς ισχύει για τους λογοτεχνικούς και περιλογοτεχνικούς κύκλους στην Ελλάδα. Υπό τις συνθήκες αυτές, η αρνητική κριτική μπορεί να είναι και μια πράξη αντίστασης, όταν αναφέρεται σ’ έναν συγγραφέα που έχει αναγορευθεί παρ’ αξίαν σε ιερό τέρας. Και ακόμα περισσότερο, όταν αναφέρεται σε κάποιον που προσπαθεί να αναγνωριστεί ως συγγραφέας επιστρατεύοντας βαρέα μεν, αλλά εξωλογοτεχνικά όπλα…

Ψυχραιμία και χιούμορ

Αρης Μπερλής (κριτικός, μεταφραστής): H λογοτεχνική κοινότητα, συλλογικά, δείχνει πάντα πρόθυμη να δεχθεί την αρνητική κριτική, για λόγους αρχής. Και το κάθε μέλος της λογοτεχνικής κοινότητας είναι επίσης πρόθυμο να την καλωσορίσει υπό την προϋπόθεση ότι αφορά τους άλλους, ιδιαίτερα τους ομότεχνους και εξ αυτών ιδιαίτατα σε όσους ανήκουν στην ίδια γενιά. Λυπάμαι που δεν μπορώ να δώσω μια πιο ειδυλλιακή εικόνα.

Οίηση και ματαιοδοξία (υπεροψία και μέθη, θα έλεγε ο Καβάφης) προσιδιάζουν στους παίκτες, και τους καλούς και τους κακούς. Είναι αυτονόητο ότι ενοχλούνται, αναστατώνονται και πικραίνονται όταν το έργο τους κρίνεται αρνητικά. Από ‘κει και πέρα, οι απειλές εκ μέρους των θιγομένων (ότι δυσμενείς κρίσεις του έργου τους άπτονται του ποινικού κώδικα, κ.λπ.) παραβιάζουν τον κώδικα μιας καλώς εννοούμενης πολιτικής ορθότητας ή και καλών τρόπων. Ταυτόχρονα υποδηλώνουν ανασφάλεια και ενδεχομένως προπέτεια. Ολα αυτά είναι ανθρώπινα και καλό θα ήταν να αντιμετωπίζονται με ψυχραιμία και χιούμορ απ’ όλες τις πλευρές.

Κι εκατό γουρούνια κριτικούς…

Παντελής Μπουκάλας (κριτικός λογοτεχνίας): Μέχρι στιγμής τουλάχιστον, τα βιβλιοκριτικά κείμενα δεν έχουν υιοθετήσει τα μαθηματικά ορισμένων κινηματογραφικών κριτικών, όπου οι ταινίες βαθμολογούνται με αστερίσκους. O κριτικός λόγος, όσος υπάρχει, παραμένει λόγος και δεν προσποιείται ότι διαθέτει μαθηματική αντικειμενικότητα. Ωσπου να βρεθεί ο ακριβοδίκαιος ζυγός του Αριστοφάνη, η «αντικειμενική» κριτική θα παραμένει φάντασμα. Ως τότε, οφείλουμε να αποδεχθούμε δύο τινά: πρώτον, ότι δεν είναι σωστές όλες οι κινεζικές παροιμίες και, πάντως, δεν είναι σωστή η παροιμία σύμφωνα με την οποία «αντικειμενική κριτική είναι όποια εγκωμιάζει τα αριστουργήματά μου»)? δεύτερον, ότι το αουτονταφέ, σε οποιαδήποτε εκδοχή, έστω και φαινομενικώς μετριασμένη, μάλλον δεν αποτελεί θρίαμβο του λόγου και της λογικής.

Ναι, ο κρίνων κρίνεται? κι αν διακρίνουμε επιθετικότητα στο αυτονόητο δικαίωμά του να κρίνει δημοσίως κάποιο έργο μας, δικαιούμαστε επίσης αυτονοήτως να απαντήσουμε αναλόγως επιθετικά, όχι όμως και να τον απειλήσουμε με τον ποινικό κώδικα, είτε προεδρεύουμε κριτικών επιτροπών (γεγονός που σημαίνει ότι αποδεχόμαστε αναντίρρητα τη λειτουργία της κριτικής, και μάλιστα σε μία από τις περισσότερο εξουσιαστικές και λιγότερο ελεγχόμενες εκδοχές της) είτε όχι. Διαφορετικά, είναι σαν να πιστεύουμε ότι ο Γρηγόρης Γρηγοριάδης δεν σάρκαζε αλλά ήθελε πράγματι να τιμήσει το έθιμο του οβελία με κριτικούς στη θέση των αμνοεριφίων όταν έγραφε:

«Να ‘μουνα λέει στη Σαχάρα

και να ‘χα λέει πέντ’ έξι τόνους κάρβουνα

και χίλιες σούβλες εις φάλαγγα κατ’ άντρα

και γύρω μου σφιχτοδεμένους μ’ αντεράκια

πολιτικούς

παπάδες

καραβανάδες

και μια ορχήστρα με τον Κάραγιαν να παίζει την Ενάτη.

Ρε συ, μπας και ξέχασα κανέναν; Ω… ναι

στείλτε μου γρήγορα κι εκατό γουρούνια κριτικούς».

Ασφυκτικός κανόνας

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου (κριτικός λογοτεχνίας στην «Ελευθεροτυπία»): Το μοναδικό στοίχημα του κριτικού παίζεται στην υποκειμενικότητά του. Αν η υποκειμενική του κρίση βρει κάποιο αντικειμενικό σύστοιχο μέσα στο χρόνο, η προσπάθειά του θα δικαιωθεί. Αν όχι, θα καταβαραθρωθεί. H λογοτεχνική κοινότητα μεταφράζει πολλές φορές με εντελώς διαφορετικό τρόπο αυτήν την υποκειμενικότητα. Αν ο συγγραφέας έχει εισπράξει τον έπαινο της κριτικής είναι αυτομάτως ώριμος να δεχθεί, αν όχι και να διαλαλήσει, την αντικειμενική της σημασία. Αν, αντιθέτως, ο συγγραφέας έχει υποστεί τον έλεγχο ή και τον ψόγο της κριτικής είναι και πάλι αυτομάτως ώριμος, αλλά αυτή τη φορά για να καταγγείλει την έλλειψη της αντικειμενικότητάς της και τον προσωπικό, ιδιοτελή της χαρακτήρα. Δεν συμβαίνει πάντα και δεν συμβαίνει με όλους. Συμβαίνει, όμως (και, ας μη γελιόμαστε, συνέβαινε πάντοτε), τόσο συχνά ώστε να παίρνει στα μάτια όλων μας, είτε μας αρέσει είτε όχι, τη μορφή ενός καταθλιπτικού και φανερά καταπιεστικού κανόνα. Κανόνας που γίνεται ασφυκτικός όταν ένας υπερώριμος να καταγγείλει την κριτική (έως και να τη διώξει ποινικά) επώνυμος σκοπεύει να ασκήσει λίαν προσεχώς τα δικά του κριτικά καθήκοντα ως προέδρου της κρατικής επιτροπής λογοτεχνικών βραβείων.

Ευ. Βενιζέλος: H Επιτροπή θα κριθεί από τις κρίσεις της

Στον υπουργό Πολιτισμού Ευάγγελο Βενιζέλο η «K» έθεσε το εξής ερώτημα: «Θεωρείτε ότι τίθεται θέμα προέδρου της κριτικής επιτροπής των κρατικών λογοτεχνικών βραβείων μετά τη δημόσια αμφισβήτηση τόσο των τυπικών όσο και των ουσιαστικών προσόντων του κ. Βέλτσου;». O υπουργός Πολιτισμού απάντησε:

«Οι επιτροπές των Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων πρέπει να είναι πολυφωνικές, αντιπροσωπευτικές του ευρύτερου δυνατού λογοτεχνικού φάσματος και αξιόπιστες με βάση την τελική τους κρίση και την αιτιολογία που τις συνοδεύει. Οι επιτροπές δεν πρέπει να θεωρούνται από κανένα, ούτε δεδομένες ούτε συνηθισμένες ούτε φιλικές ούτε, πολύ περισσότερο, ελεγχόμενες. Επειδή δε επιπλέον είδα σποραδικά σχόλια για τις ιδιότητες των μελών και τα τυπικά τους προσόντα, συνιστώ σε όποιους γράφουν τα σχόλια αυτά να διαβάσουν προσεκτικότερα το νόμο και τις ιδιότητες των μελών των επιτροπών (πολλές φορές διπλές ή τριπλές).

Δεν θέλω να διανοηθώ ότι κάποιοι έχουν ενοχληθεί επειδή αλλιώς τα περίμεναν σε σχέση με τις προσωπικές προσδοκίες βράβευσής τους και ενδεχομένως αλλιώς τους προέκυψαν τα πράγματα. Παρακαλώ, συνεπώς, όλους να διαφυλάξουν το μεγάλο κύρος των Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων και να αφήσουν την Επιτροπή να κάνει απερίσπαστα τη δουλειά της προκειμένου να κριθεί από τις κρίσεις που θα διατυπώσει».