ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Λυσιστράτη διασκεδαστική και «λαϊκιά» στην Επίδαυρο

«Προγραμματικός» στόχος της «Λυσιστράτης», που παρουσίασε η «Θεατρική Διαδρομή» στην Επίδαυρο την περασμένη Παρασκευή και το Σάββατο, ήταν να κάνει το κοινό να γελάσει. Δύσκολο, και πολύτιμο, πράγμα το γέλιο βέβαια.

Οχι και τόσο δύσκολο όμως όταν η παράσταση διαθέτει ηθοποιούς σαν τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο, τη Μίρκα Παπακωνσταντίνου (τη μόνη, ίσως, πρωταγωνίστριά μας αυτή τη στιγμή που μπορεί να παίξει Λυσιστράτη σαν να πίνεις ένα ποτήρι νερό), τον Τάσο Χαλκιά, την Ελένη Γερασιμίδου. Οχι και τόσο δύσκολο να κάνεις τον κόσμο να γελάσει, αλλά και συχνά απλώς να χαχανίζει γαργαλημένος, όταν η μετάφραση (K. Γεωργουσόπουλος), αλλά και σαφώς η σκηνοθεσία (Γ. Μιχαλακόπουλος) αποδίδουν το αριστοφανικό κείμενο πασπαλισμένο με όλα (μα όλα!) τα «μπινελίκια» που έχει εφεύρει το ρωμέικο. Αυτά που κάποτε λέγαμε «αισχρόλογα» ή «βωμολοχίες» -αλλά μιλάμε σε πολύ καραμπινάτη εκδοχή τους- παρήλασαν απαξάπαντα από τη «γλώσσα» της παράστασης αυτής. Αλλοι θεατές το γλέντησαν, κάτι ελάχιστοι ενοχλήθηκαν, μερικοί δεν στάθηκαν…

Η «Λυσιστράτη» αυτή επέλεξε να είναι μια «λαϊκή» παράσταση. Με την έννοια ότι δεν φιλοδόξησε σχεδόν τίποτα άλλο από το να «διασκεδάσει» τον κόσμο της. Και το πέτυχε. Με τη γλώσσα της.

Με το ρυθμό που της έδωσε η σκηνοθεσία. Με τους ταλαντούχους ηθοποιούς της, που δεν δίστασαν να πατήσουν ακόμη και το κατώφλι της επιθεώρησης ορισμένες στιγμές. Με τα ευχάριστα τραγούδια που έγραψε για τα χορικά ο Βασίλης Δημητρίου. Με τα καλλίγραμμα κορίτσια του Χορού, τα ντυμένα «ανάλαφρα» -αλλά σαν από το καλάθι της Αγίου Μάρκου. Αίσθηση που κυριαρχούσε σε όλα τα κοστούμια (αν όχι και στο αλειτούργητο και κιτς σκηνικό, ένα περίεργο πράγμα για τον σημαντικό σκηνογράφο Απόστολο Βέττα). Την ίδια εντύπωση άφηναν ακόμη και τα τρία φορέματα που άλλαζε η πρωταγωνίστρια (ούτε η μακαρίτισσα η Αλίκη δεν το είχε τολμήσει στην Επίδαυρο). Ακόμη και ο Κινησίας, που τον έπαιζε απολαυστικά ο ίδιος ο Μιχαλακόπουλος, ήταν ντυμένος (και βαμμένος) κατά έναν ακατανόητο… απωανατολίτικο τρόπο, κάτι σαν έκφυλος δάσκαλος του καράτε, κάτι σαν ξεπεσμένος τρανσέξουαλ, κάτι…

Εκείνο που δεν πέτυχε όμως αυτή η παράσταση είναι να διασώσει κομμάτι και την ποίηση του έργου. Ισοπεδώθηκαν πολλά και δεν επαρκούν στιγμιαίες φιλειρηνικές «κορώνες» ή τα απαραίτητα πλέον ασπροντυμένα παιδάκια στο φινάλε (η ειρήνη, η ελπίδα κ.λπ.).

Μια παράσταση, λοιπόν, για επικερδή γύρα ανά τα φεστιβάλ αυτή η «Λυσιστράτη» και ουδέν προς ψόγον, αλλά τι δουλειά έχουν τέτοιες παραστάσεις στην Επίδαυρο; Και, δεύτερον και σπουδαιότερο: τι έχει συμβεί και τόσο προικισμένοι καλλιτέχνες μας αδιαφορούν τόσο εμφαντικά για μια παράσταση με κάποιο ύφος, χαρακτήρα, ατμόσφαιρα; Ποιος θα φτιάξει τη μαγεία στο θέατρο, αν όχι οι προικισμένοι;