ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ενα μυθιστόρημα για τον Τζούλιο Καΐμη

Μισέλ Φάις: «Το μέλι και η στάχτη του Θεού». Εκδόσεις Πατάκη, 2002, σελ. 198.

Το προηγούμενο αφήγημα του Μισέλ Φάις «Aegypius monachus», έδινε την εντύπωση πως κλείνει μια άτυπη τριλογία. Ηταν ένα αφήγημα, στο οποίο δεν υπήρχε το άρωμα της λύτρωσης της αφήγησης που χαρακτήριζε τα δύο πρώτα πεζογραφικά έργα του («Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου» και «Από το ίδιο ποτήρι»), επειδή με αυτό, προφανώς, θέλησε να εξωθήσει τις θεματικές εμμονές του αλλά και τις αφηγηματικές τεχνικές του, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να τις οδηγήσει σε ένα όριο που θα λειτουργούσε ως δεσμευτικός παράγων αλλαγής της πορείας του. Τα τρία πρώτα έργα συνδέονται όχι μυθοπλαστικά, αλλά μέσα από τη λειτουργία ενός λανθάνοντος αυτοβιογραφικού ιστού που στοιχειοθετείται με το πέρασμα από το ένα έργο στο άλλο προσώπων, θεμάτων και μοτίβων. Αυτός ο αυτοβιογραφικός ιστός έως το δεύτερο έργο αναπτύσσεται, για να υποστεί με το τρίτο έργο μια πολύ γρήγορη και ραγδαία διάβρωση, η οποία υπηρετείται από μια αντιναρκισιστική έως ωμή (αυτο)σαρκαστική έως αυτοτραυματική αφήγηση. Από αυτήν την προσπάθεια, γίνεται φανερό πως η αυτοβιογραφία για τον Φάις είναι ένας δαίμονας από τον οποίο προσπαθεί να ξεφύγει. Εύλογη, επομένως, είναι η απορία σχετικά με τη σημασία του τελευταίου μυθιστορήματός του ως προς αυτήν την προσπάθεια.

Με «Το μέλι και η στάχτη του Θεού» ο Φάις κάνει ένα ακόμη βήμα στον εξορκισμό της αυτοβιογραφικής εξάρτησης της αφήγησης, επιτυγχάνοντας μια σημαντική τομή, χωρίς ωστόσο να θίξει τη συνέχεια του έργου του. H διατήρηση της συνέχειας εξασφαλίζεται από την καθοριστική παρουσία κάποιων σταθερών βασικών χαρακτηριστικών της αφηγηματικής τέχνης του, όπως είναι: (1) η εμπιστοσύνη του στη γυμνή, ανεπιτήδευτη φωνή, που τον οδηγεί στον σχηματισμό ψηφιδωτών από ξένες φωνές και έτσι στη (2) πολυφωνικότητα και (3) την προφορικότητα.

Αξίζει, ωστόσο, να παρατηρηθεί πως η παρουσία πολλών φωνών, δηλαδή πολλών αφηγητών, πολλών συνειδήσεων και πολλών ταυτοτήτων, δεν υποβάλει την εντύπωση μιας πολλαπλότητας, μιας αποσπασματικότητας ή διάσπασης, επειδή όλες οι φωνές, όσο διαφορετικές και αν παρουσιάζονται, αποτελούν είτε έκφραση είτε παραλλαγές μιας υβριδικής ταυτότητας. Αυτή η υβριδική ταυτότητα πρωταγωνιστεί σε όλα τα έργα του Φάις, προσωποποιούμενη κάθε φορά από διαφορετικό μυθιστορηματικό χαρακτήρα, ο οποίος κινείται μέσα σε ένα περιθώριο που εμφανίζεται ως κοινωνικό, αλλά καταλυτικά λειτουργεί ως περιθώριο ψυχικό. Με τον τρόπο αυτόν, ο χαρακτήρας δίνει την εντύπωση του γραφικού, ενώ παράλληλα λειτουργεί ως φορέας της αναζήτησης του ιερού, συνθέτοντας τελικά μια μορφή λαϊκού αντιήρωα. Αυτή η υβριδική, περιθωριακή, γραφική και ιερή ταυτότητα και υπόσταση, στο τελευταίο μυθιστόρημα του Φάις ενσαρκώνεται από ένα ιστορικό πρόσωπο, τον ζωγράφο, αισθητικό και λαογράφο Τζούλιο Καΐμη (1897-1982), που υπήρξε ένας από τους παρίες της πνευματικής ιστορίας μας.

Με τον Καΐμη ο συγγραφέας έχει ασχοληθεί ερευνητικά από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, αποδελτιώνοντας τα κατάλοιπά του, αναζητώντας τα ζωγραφικά έργα του, που βρίσκονταν σε συλλογές φίλων του -μια και δεν συνήθιζε να πουλάει τα έργα του, αλλά να τα χαρίζει σε αγαπημένα του πρόσωπα-, και συγκεντρώνοντας μαρτυρίες, από τις οποίες οι περισσότερες είναι προφορικές. H προφορικότητα της μαρτυρίας αποτελεί μια συνθήκη της έρευνας που τη φέρνει πολύ κοντά στην αφήγηση, και αυτό φαίνεται πως προκάλεσε το ερευνητικό ενδιαφέρον του πεζογράφου: από τη στιγμή που οι μαρτυρίες είναι προφορικές, μπορούν να ξεφύγουν από τη δέσμευση της αντικειμενικότητας και ομαλά να κυλήσουν στην υποκειμενικότητα της μυθοπλασίας.

Αυτό το πέρασμα από την έρευνα στη μυθοπλασία κλιμακώνεται, αλλά και θεματοποιείται στο τελευταίο μυθιστόρημα του Φάις, που από το ένα μέρος προγραμματικά ευνοεί την επιμειξία ανάμεσα στο καταγεγραμμένο και στο επινοημένο, ενώ παράλληλα δεν επιδιώκει την αφομοίωση των ερευνητικών δεδομένων μέσα σε μια μυθοπλαστική ενότητα, αλλά τα οργανώνει στη βάση της αποσπασματικότητας. Αυτή, πάλι, η αποσπασματικότητα από το ένα μέρος είναι αποτέλεσμα της πολυφωνικότητας και της προφορικότητας της αφήγησης, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό ενός υλικού που αντιστέκεται ή αντιστρατεύεται την αφηγηματοποίηση – δηλαδή ενός υλικού που είναι -ή εμφανίζεται ως- ερευνητικό και όχι αφηγηματικό.

Το μυθιστόρημα αποτελεί τη μυθοπλαστική κλιμάκωση της σχέσης του Φάις με τον Καΐμη. Αυτή η σχέση ξεκίνησε ως ερευνητική, οπότε ο συγγραφέας λειτούργησε ως ντετέκτιβ, συλλέγοντας υλικό, μετά ως αρχειοθέτης του συγκεντρωμένου υλικού και συγγραφέας βιβλίων που αναφέρονται στον Καΐμη (και κυρίως τον «Τζούλιο Καΐμη, ένας αποσιωπημένος. Μαρτυρίες και κρίσεις»), και κατέληξε σε σχέση μυθοπλαστική, οπότε ο μυθιστοριογράφος επέλεξε τον Καΐμη ως ήρωά του.

Από το συνολικό έργο του Φάις έχει γίνει φανερό πως η μυθοπλασία του χρειάζεται άλλοθι, και αυτό ήδη από το πρώτο του μυθιστόρημα. «Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου», το έχει βρει στη μαρτυρία. Με τον ίδιο τρόπο, και στο τελευταίο του μυθιστόρημα το ντοκουμέντο αποτελεί το πρόσχημα για να μιλήσει για τον Καΐμη -δηλαδή πάνω στη βάση των μαρτυριών να επινοήσει έναν εσωτερικό βίο του. Ανάμεσα στη μυθοπλασία και στο ντοκουμέντο καλλιεργείται μια διαλεκτική σχέση που εκδηλώνεται ως διαδοχή τριών φωνών: της μαρτυρίας, των αποσπασμάτων από βιβλία ή άρθρα του Καΐμη, και του Ημερολογίου του. Αυτή η τρίτη φωνή του Ημερολογίου αποτελεί σύνθεση ντοκουμέντου και μυθοπλασίας, επειδή εμφανίζεται μεν ως κείμενο του Καΐμη, αλλά ταυτόχρονα προβάλλει τον μυθοπλαστικό χαρακτήρα του μέσα από την επίδειξη της λογοτεχνικότητάς του: οι ημερολογιακές εγγραφές χαρακτηρίζονται από πυκνότητα και λυρισμό, παραπέμποντας σε αφορισμούς και χαϊκού. Ανάμεσα στα στοιχεία της λογοτεχνικότητας του Ημερολογίου είναι και το δεύτερο πρόσωπο της ημερολογιακής φωνής, το οποίο παράλληλα αποκαλύπτει πως η εξορία του Καΐμη ήταν διπλή: εξόριστος από τον κόσμο, αλλά και αποξενωμένος από τον εαυτό του.

Αυτή η αποξένωση εκβάλλει σε μια άναρχη έως χαοτική ζωή, που φανερώνεται από τα ανάλογα χαρακτηριστικά του Ημερολογίου, το οποίο αποκτά ειρμό στις μεταθανάτιες εγγραφές του, όπου αρχίζουν να μιλούν οι φίλοι του για τον τρόπο με τον οποίο έφυγε από τη ζωή: ο χρόνος αρχίζει να κυλά ομαλά μετά τον θάνατό του, και τότε ομαλοποιείται και η άναρχη ζωή του, που συνεχίζεται για είκοσι μεταθανάτια χρόνια, και τελειώνει με την επίσκεψη στο σπίτι του, σαν ένα αυτομνημόσυνο. Με τον τρόπο αυτόν, «Το μέλι και η στάχτη του Θεού» γίνεται η μυθιστορηματική βιογραφία μιας απουσίας, δηλαδή μιας παρουσίας που πέρασε από την ελληνική περιπέτεια σαν σκιά, αλλά μια σκιά που άγγιξε πολλά προβλήματα: των σχέσεων εβραϊσμού, ελληνισμού και χριστιανισμού, μιας ιδιότυπης αντίληψης του σιωνισμού, του λαϊκού πολιτισμού, και κυρίως της αρχιτεκτονικής και του καραγκιόζη. Τα ενδιαφέροντά του μοιράζονταν σύμμετρα ανάμεσα στις ανατολικές θρησκείες και τη βυζαντινή τέχνη, στην αρχαιοελληνική τέχνη και την Αναγέννηση.

Ενω, όμως, βρισκόταν κοντά στο πιο γνήσιο πνεύμα της εποχής, ήταν μακριά από τους επίσημους φορείς του, ζώντας σαν εξόριστος: ως Εβραίος επειδή δεν είχε στενή αντίληψη για τον εβραϊσμό, γνωρίζοντας το κοράνι και διατηρώντας καλές σχέσεις με τους Αραβες. Ως αισθητικός επειδή δεν συμμεριζόταν τον μοντερνισμό, αλλά ούτε και τον ελληνοκεντρισμό του μεσοπολέμου, γιατί πίστευε σε έναν οικουμενικό πολιτισμό. Αυτόν τον αποκλεισμό συμπλήρωνε ο αντικομμουνισμός του, αλλά και η βαρηκοΐα του, που τον απομόνωναν από την Αριστερά και τις κοινωνικές επαφές. Μέσα από την απόδοση του εσωτερικού βίου αυτού του συνειδητού παρία, ο Φάις προσπάθησε να αναδείξει ένα πρόσωπο ένθεο που μέσα από την ένδεια, τη μοναξιά και τη βαρηκοΐα βίωνε καθημερινά και τις δύο όψεις του Θεού, την παρουσία και την απουσία του, το μέλι και τη στάχτη του.