ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Από την Αστόρια η ταινία του καλοκαιριού

Κάθεκαλοκαίρι έχει την ταινία του. Συνήθως είναι κωμωδία, δεν έχει μεγάλο προϋπολογισμό και οι κριτικοί της χαρίζουν ένα ή δύο (το πολύ) αστεράκια. O κόσμος, αντίθετα από κάθε πρόβλεψη, τη λατρεύει. Ξεκινάει συμπαθητικά στο box office αλλά μέρα με τη μέρα γίνεται η ταινία «που δεν πρέπει να χάσεις». Αυτή είναι η ιστορία μίας «ταινίας του καλοκαιριού», κι αν μιλάμε για το φετινό καλοκαίρι, αυτή είναι η ιστορία του «Γάμος αλά ελληνικά». H ταινία του Τζόελ Ζούικ με τη Νία Βαρντάλος στον ρόλο μίας καταπιεσμένης Ελληνοαμερικανίδας που διεκδικεί το μερίδιό της στη ζωή, συμπλήρωσε ένα μήνα στις αθηναϊκές αίθουσες. Μόνο στην πρωτεύουσα (και με την μισή Αθήνα να λείπει) ο γάμος της Τούλας Πορτοκάλος προσήλκυσε περισσότερους από 60 χιλιάδες θεατές και έπεται συνέχεια: βδομάδα με τη βδομάδα αυξάνει τα σημεία διανομής της, χαρακτηριστικό της δυναμικής που έχει αποκτήσει. Τα ίδια (και χειρότερα…) συμβαίνουν στις Ηνωμένες Πολιτείες. H ταινία βγήκε την άνοιξη (στις 21 Απριλίου) σε 108 αίθουσες? την περασμένη εβδομάδα ο αριθμός είχε σχεδόν εξαπλασιαστεί: 657 αίθουσες! Με προϋπολογισμό 5 εκατομμύρια δολάρια, ο «Γάμος αλά ελληνικά» κατέγραφε στις 8 Αυγούστου εισπράξεις της τάξης των 40 εκατ. δολαρίων, ενώ ταυτόχρονα πραγματοποιούσε θεαματική επανάκαμψη στο αμερικανικό box office εκτοξευόμενη στην 9η θέση.

Οσοι έχουν δει την ταινία πιθανότατα να μη χαρούν ιδιαίτερα με την ανέλπιστη επιτυχία της ταινίας στο εξωτερικό. Ναι, το θέμα της είναι 100% ελληνικό? η ταινία μιλάει για πράγματα πολύ ελληνικά, οι καταστάσεις, οι ατάκες είναι οικείες και διασκεδαστικές αλλά, ταυτόχρονα, ακριβώς αυτά τα αστεία (που σε κάνουν να ξεκαρδίζεσαι στα γέλια) μπορούν, την ίδια στιγμή, να γίνουν δυσάρεστα για έναν Ελληνα θεατή. Ναι, ο «Γάμος αλά ελληνικά» δεν είναι μία ταινία που μας κολακεύει. Πολλοί θα υποστηρίξουν ότι ο σκηνοθέτης το έχει παρακάνει με τα στερεότυπα για τους Ελληνες της Αμερικής. Αλλα όσο κι αν προσπαθήσαμε (για να νιώσουμε κι εμείς καλύτερα) δεν διαπιστώσαμε χονδροειδείς υπερβολές, έστω κι αν η κωμωδία από τη φύση της επιτρέπει λιγότερο ρεαλιστικές λύσεις. Και δεν χρειάζεται να μεγαλώνεις στην Αστόρια για να το καταλάβεις.

Η εσωτερική «φλόγα» της Τούλας

Η Νία Βαρντάλος, συγγραφέας του σεναρίου (που βασίστηκε σε δικό της θεατρικό έργο), συνέλαβε με ακρίβεια το ελληνικό οικογενειακό μοντέλο γιατί το έζησε στο πετσί της. H Τούλα Πορτοκάλος, την οποία και υποδύεται, είναι κοντά στα 30? παραιτημένη από κάθε χαρά, απεριποίητη, με παραπανίσια κιλά και χωρίς ίχνος θηλυκότητας πάνω της (φοράει παλιομοδίτικα γυαλιά με χοντρό σκελετό), η Τούλα περνάει ανόρεκτα τις μέρες της σερβίροντας μουσακάδες και ιμάμ μπαϊλντί στην οικογενειακή ταβέρνα του πατέρα της. Παρά τη φαινομενική εξωτερική απραξία, η ψυχή της Τούλας φλέγεται. Ασφυκτιά, ψάχνει απεγνωσμένα διέξοδο. Με δική της πρωτοβουλία παίρνει μαθήματα για υπολογιστές κι όταν έρχεται η ευκαιρία την αρπάζει από τα μαλλιά: αναλαμβάνει το ταξιδιωτικό γραφείο της θείας της, εγκαταλείπει οριστικά την αυνυπόφορη ταβέρνα με τις φωνές των συγγενών και τη δεσποτική φιγούρα του πατέρα της. Τώρα είναι ελεύθερη, έχει τη δική της δουλειά, μπορεί να προσέξει τον εαυτό της, μπορεί να ερωτευτεί. Κι όλα διά μαγείας γίνονται: ερωτεύεται, συμφιλιώνεται με την καταγωγή της, παντρεύεται, γίνεται μητέρα…

Μια άλλη Ελλάδα

Για κάποιον που ζει στην Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη εν έτει 2002, η αποπνικτική ζωή της Τούλας στην ταβέρνα «Dancing Zorba» θυμίζει Ελένη Ζαφειρίου. Το σύμπαν της ταινίας παραπέμπει σε πρότυπα ζωής της δεκαετίας του ’50, σε φιγούρες και συμπεριφορές που στην ίδια την Ελλάδα συναντάμε όλο και σπανιότερα? τουλάχιστον στις μεγάλες πόλεις. H «Ελλάδα» των μεταναστών του Σικάγο είναι μία άλλη Ελλάδα? μία Ελλάδα που κοντεύουμε να ξεχάσουμε. Το επιβεβαιώνει σε μία παλαιότερη συνέντευξή της στην «K» η Αννα Κόκκινος, η Ελληνοαυστραλή σκηνοθέτις που μετέφερε στον κινηματογράφο το βιβλίο του Χρήστου Τσιόλκα «Head On»: «Οι Ελληνες που ήρθαν εδώ το ’50 και το ’60 μετέφεραν όλες τις παλιές και γερασμένες παραδόσεις τους, που δεν εκσυγχρονίστηκαν ποτέ. Κατανοητό. Συσπειρώθηκαν, δημιούργησαν έναν θύλακα γιατί όπως και κάθε μειονότητα, δεν περνούσαν καλά. Χρειαζόταν να δουλέψουν σκληρά για να επιβιώσουν. Από την άλλη, αυτή ακριβώς η αντίληψη, η προσκόλληση στις παραδόσεις, δημιουργεί προβλήματα στις νέες γενιές, τις πιέζει, δεν τις αφήνει να προχωρήσουν».

Αυτό είναι και το νήμα που συνδέει την Αννα Κόκκινος με τη Νία Βαρντάλος και πολλούς ακόμα Ελληνες μετανάστες δεύτερης ή τρίτης γενιάς. Είναι ουσιαστικά η πρώτη γενιά Αμερικανών και Αυστραλών ελληνικής καταγωγής, ηλικιακά κοντά στα 40, που καταγράφουν οι ίδιοι τη δύσκολη εμπειρία να μεγαλώνεις διχασμένος ανάμεσα σε μία ρευστή εθνική ταυτότητα και στον σύγχρονο κόσμο που πηγαίνει μπροστά. Δεν το κάνει κάποιος άλλος για λογαριασμό τους, το κάνουν οι ίδιοι. Κι αυτό έχει σημασία.

Μια νέα πληθωρική σκηνή

Η επιτυχία του «Γάμος αλά ελληνικά» οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι επικεντρώνει το βλέμμα της σε μία συνηθισμένη, mainstream ιστορία που «γράφει» πάντα στον κινηματογράφο. Στο τέλος φεύγεις από την αίθουσα μ’ ένα ανάμικτο αίσθημα ευφορίας και πικρίας. Ευφορία γιατί η Τούλα δίνει τη μάχη της και την κερδίζει, κάνει ένα βήμα προς την αυτοπραγμάτωση? πικρία γιατί αναλογίζεσαι πόσες ζωές νέων αγοριών και κοριτσιών ενταφιάζονται ακόμα σε εκατοντάδες ανώνυμα χωριά της Ελλάδας, σε δεκάδες γειτονιές της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης ή της Πάτρας… Επειδή τους λείπει η εσωτερική «φλόγα» της Τούλας, γιατί ποτέ δεν θα σκεφθούν ότι ένα σεμινάριο για υπολογιστές μπορεί ν’ ανοίξει την πόρτα σε μία άλλη ζωή. O Χρήστος Τσιόλκας, συγγραφέας του «Head On» (εκδόσεις «Οξύ») δεν χάνει την ελπίδα του. Στον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου, ο Τσιόλκας γράφει για την «ελπίδα»: «Είναι η ελπίδα ότι αυτό που είναι το καλύτερο στην οικογένεια και την κοινότητα μπορεί να αναστηθεί με νέους τρόπους, μέσα από νέες μορφές, και να προσφέρει τόσο την ευκαιρία για ασφάλεια και τροφή όσο και την ευκαιρία για ελευθερία και για ανοχή».

Τη δυναμική της νεάς αυτής πληθωρικής σκηνής, διαπιστώνουμε στο φεστιβάλ του περιοδικού «Σινεμά», τις «Νύχτες Πρεμιέρας», που μας συστήνει συστηματικά κάθε φθινόπωρο τους Ελληνες σκηνοθέτες της διασποράς. Πέρυσι οι αδελφοί Παρλαπανίδη μας είπαν τον δικό τους καημό στην ταινία «Τίποτα δεν είναι τυχαίο»: ο πρωταγωνιστής, ένας νεαρός φέρελπις Ελληνοαμερικανός σεναριογράφος βρίσκεται ανάμεσα στις προσταγές της νεοφώτιστης καριέρας του και σ’ αυτές της πατροπαράδοτης μαμάς που τον κυνηγάει να παντρευτεί… Αλλά δεν είναι πάντα ο επαρχιώτικος μικρόκοσμος της ελληνικής παροικίας που κεντρίζει το ενδιαφέρον τους.

Ο 30χρονος Ελληνοκαναδός Τζορτζ Φίλτσος, για παράδειγμα, στη μικρού μήκους ταινία του «H εκκλησία της Κοσμο-τολογίας» μιλάει για μία νέα κοπέλα που βασίζει κάθε της κίνηση στις συμβουλές του περιοδικού Cosmopolitan. Και ο Νικ Σταγιάς από το Βανκούβερ στο 25λεπτο «Βγαίνοντας έξω» παρακολουθεί τέσσερις drag queens στο περιπετειώδες ταξίδι τους στις Ηνωμένες Πολιτείες. H καταγωγή του σκηνοθέτη περνάει σε δεύτερο πλάνο. Κι αν η μία από τις drag queens δεν λεγόταν… Παπαδόπουλος, δεν θα την καταλάβαινε κανείς.