ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Διακρινοντας

H απουσία και η αφόρητη νοσταλγία, η πίκρα και η αναζήτηση του χαμένου εαυτού, η φθορά και το ακατανίκητο ένστικτο ζωής κυριαρχούν στο δεύτερο αυτοβιογραφικού χαρακτήρα αφήγημα της Νίκης Λοϊζίδη «Θεραπείας συνέχεια» (Νεφέλη, σ. 119). Θεραπεία από τι; Μα από αυτό που, όπως και στο προηγούμενο «Ημερολόγιο θεραπείας», φαίνεται να είναι η αρρώστια της ζωής.

Τόνος εξομολογητικός, διάθεση στοχαστική, στάση συγκινημένη. Μιλώντας «εκ βαθέων» στον εδώ και χρόνια πεθαμένο πατέρα, η αφηγήτρια ξετυλίγει ένα συνεχές νήμα από περιστατικά, εικόνες και εντυπώσεις πριν από τον αναπάντεχo θάνατό του και μετά. Και στα δύο αφηγήματα συναντάμε την τραυματική εμπειρία της μεγάλης πυρκαγιάς που κατέστρεψε τη δεντρόφυτη βουνοκορφή της λουτρόπολης, τον ξαφνικό θάνατο του πατέρα, τα φοιτητικά χρόνια στο Παρίσι. Στο παλαιότερο ωστόσο κείμενο το κέντρο βάρους έπεφτε περισσότερο στα πρώτα παιδικά, εφηβικά και νεανικά χρόνια, όπου το σύνολο της σκηνής σχεδόν αποκλειστικά καταλάμβανε η παντοδύναμη μορφή του αυταρχικού πατέρα. Στο σημερινό αντιθέτως εξίσου κυριαρχούν τα νεανικά χρόνια και το παρόν, όπου ο ρόλος της μητέρας έχει γίνει αφηγηματικά σημαντικός.

Τα φοιτητικά χρόνια στο Παρίσι υπήρξαν κρίσιμα: Προτίμηση σχέσεων με ανθρώπους ναυαγισμένους, τυχάρπαστους, κάπως περιθωριακούς. Μοτίβο της αυτοκαταστροφής με την αυτοκτονία της Πορτογαλίδας φίλης. Εσωτερική απόρριψη της τεχνολογικής ανάπτυξης και του αυτοματισμού με την καταφυγή στη ραθυμία και τη νωθρότητα καθώς και στην ψυχολογική επιλογή των φοβιών και του πανικού. Και το παρόν; Με την εξαίρεση του πατέρα, στο γύρισμα της χιλιετίας η οικογένεια εξακολουθεί να υπάρχει, η παρακμή της όμως δείχνει ολοκληρωτική. H εποχή των ηρωικών εθνικών ιδανικών, τα οποία αντιπροσώπευε ο αγωνιστής πατέρας, έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Κατάκοιτη, η υπέργηρη μητέρα έχει μετατρέψει το πατρογονικό σε κέντρο διερχομένων εξ Ανατολής μεταναστών. Το ίδιο το οίκημα βρίσκεται εξάλλου υπό κατάρρευσιν. Καινούργιες οικογένειες δεν δημιουργήθηκαν: η μια αδελφή ζει σε κατάσταση οικονομικής αβεβαιότητας, το συναισθηματικό ναυάγιο της δεύτερης φαίνεται οριστικό, ενώ η τρίτη είναι σχεδόν ανέστια ταξιδεύοντας διαρκώς στην επαρχία για λόγους επαγγελματικούς.

Κι ωστόσο στο αφήγημα δεν υπάρχει ούτε απόγνωση ούτε οργή? ούτε η αναζήτηση υπαιτίου για την απόδοση ευθύνης ούτε καν η επιθυμία για την εξεύρεση κάποιας λύσης. Υφίσταται αντιθέτως η δυνατότητα μιας εξ αποστάσεως παρατήρησης των πάντων καθώς και η ευχέρεια μετατροπής της δυστοκίας και της αμηχανίας σε μιαν ιστορία χωρίς διακοπές και τυφλά σημεία, σε μια εξιστόρηση με συνεχή ροή. H πρόθεση αποδραματοποίησης εκφράζεται πολλαπλώς. H ύπαρξή μας δεν οφείλεται σε τίποτε άλλο παρά σε μια σειρά συγκυριών – στο γεγονός ότι το ιταλικό σαπιοκάραβο στο οποίο επέβαινε ο πατέρας στα πρώτα νιάτα του, παρά τους κινδύνους, δεν βούλιαξε. Το αποκορύφωμα άλλωστε του θείου και του ανθρωπίνου δράματος, η κραυγή της απόγνωσης και της ύστατης απελπισίας, στο στόμα του πατέρα μετατρέπεται σε ένα τυπικό κλισέ: «Κύριε, Κύριε ίνα τι με εγκατέλειπες».

Οχι μόνο δεν υφίσταται απόγνωση αλλά αντιθέτως συναντάμε ένα είδος αποδοχής. Μαζί έτσι με το αίσθημα της ματαιότητας που συχνά κατακλύζει το κείμενο, μαζί με τον ελαφρότατο, πλην όμως ευδιάκριτο, σαρκασμό υπάρχει και η υποψία μιας κατάφασης την οποία εκφράζουν μικρά πράγματα όπως ο ήχος ενός ακορντεόν που φθάνει από το δρόμο, ένα τραγουδάκι της μόδας, κάποιος ασήμαντος σκοπός. Αλλά και η αναγνώριση των δικαιωμάτων του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης που στο πρόσωπο της μητέρας αποδεικνύεται παντοδύναμο. Κι επίσης η αναπλήρωση της ματαιότητας μέσω του ποιητικού όπως εκφράζεται από το πανίσχυρο μοτίβο του νερού στην πραγματικότητα ή στα όνειρα – οι ακίνητες και σκοτεινές θάλασσες με το ασημένιο λαμπύρισμα στην επιφάνεια, τα θολά νερά που αναβλύζουν από σχισμές των τοίχων του σπιτιού ή τα τεράστια κύματα που απείλησαν το ιταλικό φορτηγό με το τραγουδιστό όνομα «Φραντζέσκο Παπάλε» στο οποίο επέβαινε ο πατέρας. Καθώς και η μετέωρη στάση της Ευρυδίκης και η απειλητική σκιά του τοπίου στον σχετικό πίνακα, όταν δαγκωμένη από φαρμακερό φίδι η μυθολογική ηρωίδα συνειδητοποιεί ότι χάνει το φως της οριστικά. Προκειμένου να εκδηλωθεί η δύναμη του ενστίκτου της ζωής, ο θάνατος όπως είναι φυσικό διαρκώς καραδοκεί. Φθορά λοιπόν, κατάρρευση, παρακμή από τη μία και ταυτοχρόνως μια ιδιαζόντως κουρασμένη αποδοχή.