ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Από τον Παλλαδά Αλεξανδρέα στον Καβάφη

Το γεγονός ότι ο Παλλαδάς και ο Καβάφης έζησαν κι έγραψαν στην ίδια πόλη, την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, με διαφορά μάλιστα δεκαπέντε αιώνων, στη διάρκεια των οποίων άλλαξε πολλές φορές ο κόσμος και οι αντιλήψεις για τον κόσμο, δεν θα μπορούσε βέβαια να τους καταστήσει, αυτό και μόνο, συγγενείς, ούτε καν στο καχύποπτο βλέμμα όσων αναζητούν μανιωδώς επιδράσεις, ζορίζοντας τα πράγματα ώστε να πειθαρχήσουν σε προκατασκευασμένα σχήματα? και τίποτε δεν θα προσέθετε το ότι και οι δύο έζησαν λίγα χρόνια σε μιαν άλλη σημαδιακή πόλη, την Κωνσταντινούπολη. Αλλού πρέπει λοιπόν να ελεγχθεί η τυχόν ποιητική και ιδεολογική συνάφειά τους, οι πιθανές αναλογίες στην ανάγνωση της ιστορίας. Κι ωστόσο, η Αλεξάνδρεια, ως εστία της κοινωνικής και ποιητικής τους δράσης, δεν είναι μια αδιάφορη, ουδέτερη πόλη, ούτε τον κρίσιμο 4ο αι. μ.Χ., οπότε έζησε εκεί ο Παλλαδάς, ούτε στα χρόνια του Καβάφη. Δεν είναι λίγα τα ελληνικά γνωρίσματά της, αλλά δεν είναι ελληνική: αναχωνεύει διαφορετικές παραδόσεις, πολιτισμούς, γλώσσες, θρησκείες. Ενας ευαίσθητος πολίτης της, όπως οι δύο ποιητές μας, δεν είχε να στραφεί μόνο στη «μυστική βοή των πλησιαζόντων γεγονότων», αλλά και στις απηχήσεις ενός ζωηρότατου παρελθόντος, και βέβαια στις αντίδικες φωνές του παρόντος τους.

Για τον Παλλαδά, που φέρεται και σαν Παλλάδας (και στις δύο εκδοχές, το όνομά του μοιάζει ψευδώνυμο πλασμένο με τον τρόπο του Ελύτη), άλλοι λένε ότι γεννήθηκε το 319/20 κι άλλοι το 330? έζησε πάντως σχεδόν όσα χρόνια και ο νεότερος Αλεξανδρινός, σε μια περίοδο που έφθινε ο εθνικός ελληνισμός και θριάμβευε ο χριστιανισμός, οι φανατικότεροι οπαδοί του οποίου κατέστρεφαν τα ιερά των εθνικών και κατέκαιγαν τις βιβλιοθήκες τους, ενίοτε δε θανάτωναν και κάποιους, όπως την Υπατία. Με το διάταγμα του Θεοδοσίου του A΄, του Μεγάλου, το 380 μ.Χ., αναγνωρίστηκε ως επίσημη θρησκεία του κράτους ο χριστιανισμός και δημεύτηκαν οι τόποι λατρείας των ειδώλων, ενώ απαγορεύτηκαν οι Ολυμπιακοί, το δε 391 μ.Χ. σφραγίστηκε το Σεράπειο της Αλεξάνδρειας. Κανείς τότε δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί, σε καιρούς που το «Ελλην» σήμαινε τον απαξιωμένο, αξιοπεριφρόνητο ειδωλολάτρη, ό,τι ο Καβάφης, μιάμιση χιλιετία αργότερα: «Υπήρξε έτι το άριστον εκείνο, Ελληνικός – / ιδιότητα δεν έχ΄ η ανθρωπότης τιμιοτέραν».

Στον Παλλαδά τον Αλεξανδρέα είχε αποδοθεί το επίθετο Μετέωρος. Οι ερμηνείες, ποικίλες: είτε για να επισημανθεί η ειδωλολατρική του «απόκλιση» ή η αβεβαιότητά του ανάμεσα στον επιθετικό χριστιανισμό και τον υποχωρούντα ελληνισμό (όπως σημειώνει ο Ηλίας Αναγνωστάκης στον τόμο «Οίνος ο βυζαντινός. H άμπελος και ο οίνος στη βυζαντινή ποίηση και υμνογραφία», έκδοση Ιδρύματος Φ. Μπουτάρη, 1995), είτε επειδή, όπως υποθέτει ο Αγγλος ελληνιστής C.M. Bowra στο δοκίμιό του «Palladas and the converted Olympians», ο Βυζαντινός λημματιστής επεδίωκε με το επίθετο αυτό να τον συσχετίσει πνευματικά με τον μετεωριζόμενο Ιουλιανό, τον λεγόμενο Αποστάτη.

Οπως και να ΄χει, ο Παλλαδάς, χάρη και στην ιστορική ευθύνη που ενστικτωδώς ή ενσυνειδήτως αναλαμβάνει ενόσω συνθέτει τα πολιτικά ή θρησκειολογικά επιγράμματά του, δικαιούται τον τίτλο του τελευταίου Ελληνα ποιητή: έχει την αίσθηση του τέλους, δεν το αντέχει αλλά μόνο τις λέξεις του διαθέτει για να πολεμήσει, κι όχι πάντοτε ευθέως – για το φόβο των χριστιανών. O φτωχός γραμματοδιδάσκαλος δεν ανέχεται τη φτώχεια, τη σύζυγό του (γενικά ο μισογυνισμός δεν του είναι καθόλου ξένος) και τη δουλειά του («οργή διπλή με δέρνει: της γυναικός μου η μια, η άλλη της γραμματικής», στιχουργεί κάπου), και ως προς το τελευταίο συμφωνεί απολύτως με τον Καβάφη, που έγραφε σε ένα σημείωμά του: «Αλλά τι ακριβά που με κόστιζαν εμένα η μικρές μου πολυτέλειες. Για να ταις αποκτήσω βγήκα απ΄ την φυσική μου γραμμή κ΄ έγινα ένας κυβερνητικός υπάλληλος (τι γελοίο), και ξοδιάζω και χάνω τόσες πολύτιμες ώρες την ημέρα (στες οποίες πρέπει να προστεθούν και η ώρες καμάτου και χαυνώσεως που τες διαδέχονται). Τι ζημιά, τι ζημιά, τι προδοσία».

Ο Παλλαδάς είναι ένας μελαγχολικός νοσταλγός (μόνο που η νοσταλγία αποφεύγει να εκθειάσει το αντικείμενο του πόθου της), κι ένας δεινός σκώπτης, ένας σατιρικός λογοτέχνης που η κληρονομιά του δεν άφησε αδιάφορους τους κατοπινούς μάστορες του είδους. Και πρέπει να ήταν ευφήμως γνωστός, αν μετρήσουμε, συν τοις άλλοις, ότι, όπως σημειώνει και ο Paul Kroh στο «Λεξικό αρχαίων συγγραφέων, Ελλήνων και Λατίνων», ένα του ποίημα είχε αναγραφεί στον τοίχο ενός δημόσιου αποχωρητηρίου στην Εφεσο? και μάλλον δεν είναι τυχαίο που διάλεξαν να αναγράψουν αυτό όπου αποκαλεί «πόρνη» την Τύχη.

Μεταφράζοντας εδώ και έξι-εφτά χρόνια τα επιγράμματα του Παλλαδά (η Παλατινή Ανθολογία σώζει περί τα 160 ποιήματά του όλων των ειδών, σκωπτικά, επιτύμβια, αφιερωματικά, συμποτικά, κ.τ.λ., άλλωστε ο ίδιος ο ποιητής είχε εκδώσει μια εκτενέστατη «αυτοανθολόγηση»), είχα αρκετές φορές την αίσθηση πως η φωνή του διαπλασιαζόταν, για να ακουστεί μαζί και η φωνή του Καβάφη? η φωνή της καβαφικής ειρωνείς να συμπλέκεται με τη φωνή της παλλαδικής σάτιρας. Οι δύο ποιητές υπήρξαν θεράποντες της ελληνικής γλώσσας επί των ορίων: ο Παλλαδάς σε όρια χρονικά (όταν ο «παγανιστικός» ελληνισμός αποσυρόταν από το προσκήνιο), ο Καβάφης σε όρια γεωγραφικά, εκτός Ελλάδος, στην υπερορία – και, ποιος ξέρει, ίσως αυτό τον ώθησε να καταπιαστεί επίμονα και συστηματικά και με το «πού οι Ελληνες και πού τα ελληνικά των», και, κυρίως, με την εικόνα ενός μη θριαμβεύοντος και μη ηγεμονεύοντος ελληνισμού.

Η «διφωνία» αυτή άλλοτε εξαντλείται στη χαριτωμένη σύμπτωση και άλλοτε ωριμάζει σε έναν εσωτερικό, υπόρρητο κειμενικό διάλογο (απίθανο μου φαίνεται να μην είχε διασταυρωθεί η καβαφική έγνοια για τα αρχαία γράμματα και πράγματα με το έργο ενός ποιητή που και εκτενέστατα σώζεται στην Παλατινή Ανθολογία, και προδήλως ιδιάζον είναι, και ο δημιουργός του ήταν «συντοπίτης» και οι Βυζαντινοί τον εκτιμούσαν ιδιαίτερα). Αίφνης η καβαφική «Ιθάκη» και η προτροπή της να «μη βιάζεις το ταξίδι» ώστε να κερδίσεις τη σοφία στο «ωραίο ταξίδι», «δένει» (για να χωρίσει αμέσως) με το επίγραμμα IX 395, όπου ο Παλλαδάς ιστορεί (λογοπαίζοντας κιόλας με τον θρυλικό αναθρώσκοντα καπνό) έναν Οδυσσέα καθηλωμένο ή μάλλον έναν ήρωα που δεν θα είχε την παραμικρή αντίρρηση να ξεγράψει και ταξίδια και οικογένεια αν η Κίρκη τού είχε προσφέρει μια ακατανίκητη λιχουδιά: ««Απ΄ την πατρίδα τίποτε γλυκύτερο» βεβαίωνε ο Οδυσσέας. / Αλλά δεν είχε ευφρανθεί με έκχυτο στης Κίρκης το νησί. / Και μόνο τον καπνό του αν είχε δει, θα ξέγραφε και δέκα Πηνελόπες – να πλαντάξουν».

Οσο για δύο προτρεπτικά επιγράμματά του, το X 82 («Μήπως πεθάναμε λοιπόν κι απλώς νομίζουμε πως ζούμε; / Συφοριασμένοι Ελληνες εμείς, και εικάζουμε / πως είναι όνειρο ο βίος; ΄H ζούμε εμείς, κι έχει η ζωή πεθάνει;») και το X 90 («…Ελληνες είμαστε, τέφρα και σποδός, / και οι ελπίδες μας, νεκρών ελπίδες, ενταφιασμένες. / Τα πάνω κάτω έχουν έρθει πια τα πράγματα»), δύο επιγράμματα πικρότατης συνειδητοποίησης του «τέλους της ιστορίας», προοικονομούν πιστεύω το ίδιο αίσθημα «τέλους» ή φθοράς που κορυφώνει το καβαφικό ποίημα «Ηρώδης Αττικός»: «Οι Ελληνες (οι Ελληνες!) να τον ακολουθούν, / μήτε να κρίνουν ή να συζητούν, / μήτε να εκλέγουν πια, ν΄ ακολουθούνε μόνο».

Εδώ προλαβαίνω να σημειώσω μόνο έναν ακόμη κρίσιμο «κοινό τόπο» της έμπνευσης των δύο ποιητών, άσχετα με τη διαφορετική τροπή που έδωσαν στα αισθήματα και τη σκέψη τους: O «τόπος» αυτός είναι η άκρως συμβολική καταστροφή των αρχαίων αγαλμάτων, σημάδι ενός πολέμου και μιας αλλαγής: O Καβάφης σμίλεψε σχετικούς στίχους όχι μονάχα στο γνωστότατο «κανονικό» ποίημά του «Ιωνικόν» του 1911 («Γιατί τα σπάσαμε τ΄ αγάλματά των, / γιατί τους διώξαμεν απ΄ τους ναούς των, / διόλου δεν πέθαναν γι΄ αυτό οι θεοί. / Ω γη της Ιωνίας, σένα αγαπούν ακόμη, / σένα η ψυχές των ενθυμούνται ακόμη») όσο και στην «αποκηρυγμένη» «Μνήμη» του 1896, μια ατελή προκαταβολή του «Ιωνικού»: «Δεν αποθνήσκουν οι θεοί. / H πίστις αποθνήσκει / του αχαρίστου όχλου των θνητών. / Είν΄ οι θεοί αθάνατοι. Από τα βλέμματά μας / τους κρύπτουσι νεφέλαι αργυραί. / Ω Θεσσαλία ιερά, Σε αγαπώσιν έτι, / Σε ενθυμούνται αι ψυχαί αυτών».

Στον καιρό του, και ζώντας τον πόλεμο και την αλλαγή, ο Παλλαδάς δεν είναι καθόλου βέβαιος για την αθανασία των θεών, των δικών του, αρχαίων θεών. «Εγιναν χριστιανοί οι Ολύμπιοι / κι ενθάδε κείνται, ασφαλείς», συγκρατεί το μοιρολόι του (στο επιδεικτικό επίγραμμα IX 528), και το τρέπει σε χλεύη για κείνους που έλιωσαν τα ορειχάλκινα αγάλματα των παλαιών, με αυτοκρατορική εντολή, για να κόψουν νομίσματα. Και στο υψηλής εμπνοής επίγραμμα IX 441, ένα ποίημα που γράφεται ήδη από την πλευρά του μέλλοντος και εντάσσει οξυδερκώς τους θεούς στην ιστορία, γράφει για τον πεπτωκότα θεό: «Είδα και έφριξα: στα τρίστρατα ο γιος του Δία, χάλκινος. / Δέος ώς λίγο πριν κινούσες, και τώρα παραπεταμένος. / Φαρμακωμένος, στάθηκα είπα: «Τρισέληνε, αλεξίκακε, / έπεσες, κείσαι, εσύ, ο ανίκητος ώς τώρα.» / Μου φανερώθηκε τη νύχτα ο Ηρακλής, χαμογελώντας αποκρίθη: / «Θεός, μα έμαθα στο Χρόνο να υπακούω».»

Φίλος του Κυνισμού, όπως αποκαλύπτεται από πολλά επιγράμματα του ο Παλλαδάς, που είχε γευτεί (στα τέλη του έστω) έναν πολιτισμό ικανό να μέμφεται και τους θεούς του («ώς και τον Δία τον ίδιο, ανέραστο τον καταγγέλλω, / ότι μορφή δεν άλλαξε για τούτη την ανένδοτη. […] Μα τις καταφρονεί τις πόρνες ο θεός? / βασιλοπούλες μόνο να ξεπαρθενεύει ορέγεται»), και ο οποίος έβλεπε αμήχανος την επέλαση ενός μισαλλόδοξου καλογερισμού (και τούς μοναχούς, τους περιποιήθηκε πρεπόντως: «Εφόσον μοναχοί, πώς τόσοι; Και μόνοι πώς, εφόσον τόσοι; / A, ναι, των μοναχών το πλήθος, που κατάντησε απάτη τη μονάδα»), δεν έχει λόγο να ελπίζει στους θεούς και για τους θεούς. Για την ελευθερία του νοιαζόταν πρωτευόντως: «Τίποτε δεν ελπίζω. / Και για της Τύχης τις ορέξεις δεν με μέλει. Βρήκα λιμάνι πια. / Ανθρωπος πένης, ναι, αλλά συγκατοικώ με την ελευθερία»…