ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ενα Βλεμμα

Πάνε αρκετοί μήνες από τότε που αφήσαμε τα γραφεία της Ομόνοιας. Πάντα όμως επιστρέφω σε αυτήν τη χοάνη. Τελευταία, περπάτησα στη νεοδιαμορφωμένη πλατεία, να νιώσω τι φτιάχτηκε και προκάλεσε τόσο θόρυβο.

Εκανε ζέστη. Καθώς μπήκα από την Αθηνάς, σε όλο το μέτωπο Πειραιώς – Αθηνάς αντίκρισα μαύρους. Στέκονταν περιφερειακά, στο χείλος της πλατείας, ήσυχοι, χωρίς πολλές κινήσεις. Προς την Αγίου Κωνσταντίνου, περπάτησα ανάμεσα σε λευκούς, καπνίζοντες, όρθιους, με σλάβικη-βαλκάνια λαλιά.

Τράβηξα προς το κέντρο της πλατφόρμας, το ελαφρώς υπερυψωμένο, με το επίμηκες «παγκάκι». Ολο το κέντρο, η καρδιά της πλατείας ήταν κατειλημμένη από εκατοντάδες τοξικομανείς, ανθρώπινα ράκη στο όριο του αφανισμού. Σκελετωμένοι, απλανείς, σε αναπηρικά καροτσάκια, νταγκλαρισμένοι στο πυρωμένο τσιμέντο, μ’ ένα τσαλακωμένο κουτί αναψυκτικού, σε διαρκή μικροκίνηση, σε αλισβερίσι.

Το κατάστρωμα της πλατείας είναι μαύρο από τους ρύπους της κυκλοφορίας? είναι όλο μια γλίτσα? σκουπίδια, βρωμιά, σπασμένα οικοδομικά στοιχεία. Παντού σκουπίδια, ώς αργά το βράδυ που καταφθάνει το συνεργείο του Δήμου με τις μάνικες.

Το σοκ, όμως, δεν προέρχεται από τα σκουπίδια, μα από τους ανθρώπους που έχουν σωριαστεί εκεί? τα ανθρώπινα αποκαΐδια που στέκουν σαν καθρέφτης για όλους, για όσους βηματίζουν βιαστικοί στην περιφέρεια της Ομόνοιας. Η κεντρική πλατεία της πόλης είναι ένας σκουπιδοτενεκές…

Δεν φταίει η αρχιτεκτονική, η διαρρύθμιση, το κόνσεπτ. Τίποτε. Απλώς, τώρα που δόθηκε η πλατεία στους κατοίκους της πόλης, αποκαλύφθηκε ότι δεν υπάρχουν ούτε κάτοικοι ούτε πόλη… Ή, μάλλον, έχουν αλλάξει δραματικά και οι κάτοικοι και η πόλη – και η πλατεία αναπλάσθηκε ερήμην αυτών των αλλαγών, οπότε όταν τέλειωσε επιτέλους, αποδόθηκε αυτόχρημα στους δικαιούχους: σε όσους, χρόνια τώρα, έχουν σχηματίσει στο κέντρο τις δικές τους αποικίες. Η πλατεία Βάθης, η 3ης Σεπτεμβρίου, η Σωκράτους, η Ομόνοια, οι παρυφές των Χαυτείων, η Καρόλου, η Στουρνάρη, έχουν όλες αποικιστεί από τα ζωντανά ερείπια της πρέζας – σαν να τους σπρώχνει εκεί, στο σκοτεινό της κέντρο, η ίδια η πόλη, για να βλέπουν όλοι τις πληγές της.

Αυτήν την αποίκιση, μα και την άλλου γένους αποίκιση όλης της Αθήνας από τις μυριάδες των αλλοδαπών, δεν την γνωρίζουν ούτε οι αρχιτέκτονες ούτε οι μάνατζερ ούτε οι πολιτικοί – διότι αυτοί ζουν αλλού. Οταν ακούω για «απόδοση της πόλης στους κατοίκους της», για καλλωπισμό, για αλλαγή προσόψεων, χαμογελώ στυφά. Σκέφτομαι ότι ακόμη κι αυτά τα έργα προσόψεως δεν θα τα δει κανένας «παραδοσιακός» Αθηναίος, γιατί απλούστατα δεν υπάρχει, εδώ και καιρό πολύ. Το κέντρο κατοικείται από μια μικρή μειοψηφία Ελλήνων, μετρημένες οικογένειες, λίγους νέους, πολλούς ηλικιωμένους ανήμπορους? και πλήθη αλλοδαπών που στριμώχνονται στα χαμηλά: από τις υπόγειες γκαρσονιέρες μέχρι τα τριάρια του δευτέρου ορόφου. Στις ταλαιπωρημένες ιστορικές γειτονιές υποβαθμίζονται όλοι μαζί, αδελφωμένοι: Αλβανοί, Πολωνοί, εξουθενωμένα μικροαστικά στρώματα, μεσαίοι υπό πανικό. Ολοι και όλα ταλαντεύονται προς μια ισορροπία αδιάφορη ή ασταθή, προς την κατάσταση ελάχιστης ενέργειας, προς την εντροπία. Οι οιονεί έγκλειστοι εξισώνονται στον κατώτερο κοινό παρονομαστή.

Οι αρχιτέκτονες και πολεοδόμοι δεν ξέρουν τίποτε γι’ αυτήν τη νέα πόλη. Ερχονται με διδακτορικό από τα μεγάλα πανεπιστήμια, με ιδέες για urbaplanning, με απόψεις για τον μετασχηματισμό της νεοκλασικής Αθήνας σε σύγχρονη μητρόπολη. Αλλά δεν γνωρίζουν διόλου το ανθρώπινο περιεχόμενο, δηλαδή την πόλη… Εν τη αγνοία τους, όμως, αναδεικνύουν αυτήν ακριβώς? σχεδιάζουν μεταμοντέρνες χοάνες και παραδίδουν το κέντρο στους όντως κατοίκους: στους ανέστιους, τους πρόσφυγες, τους περαστικούς και επήλυδες, τους μετανάστες, τα πρεζάκια. Η άγνοια ανώτερη της τέχνης? οδηγεί στο όντως ον.

Οι πολιτικοί που σχεδιάζουν την «απόδοση της πόλης στον λαό» μπαινοβγαίνουν σε περίφρακτα προάστια με μπόντι-γκαρντ, από τη limo στη μοκέτα και τούμπαλιν? η σφύζουσα, βρώμικη πόλη είναι ένα εξωτικό τοπίο που το βλέπουν στο σινεμά. Διατάζουν πεζόδρομους, λεωφορειόδρομους, ανακατεύουν ζώνες και ζωές σαν να διακοσμούν τη μεζονέτα τους? κάνουν εγκαίνια και απέρχονται ευχαριστημένοι. Μόλις κοπεί η κορδέλα, η ζωή ορμάει, γεμίζει τις χαραμάδες, οικειοποιείται, εκτρέπει.

Η πόλη μακιγιάρει με αιθάλη τις ρυτίδες και τις καινές δόξες. Η ζωή αυτορρυθμίζεται? όταν φράζει, βρίσκει παράπλευρες οδούς. Οι άνθρωποι κυλάνε ποτάμια.