ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ξενοδοχείο σύμβολο της Αθήνας

Η αποκάλυψη της νέας «Μεγάλης Βρεταννίας», στη βιτρίνα της Αθήνας, στην Πλατεία Συντάγματος, καθόρισε προ μηνών τον βηματισμό της πρωτεύουσας στον νέο αιώνα. Είναι αλήθεια ότι κανένα άλλο κτίριο στην Αθήνα, σε ανάλογο σημείο προβολής και με τέτοιο βάρος συμβολισμών, δεν εκπροσωπεί με τόσο καθαρό τρόπο τον ευρωπαϊκό αστικό πολιτισμό που από τα τέλη του 19ου αιώνα το ξενοδοχείο αυτό, μέσα από τις πολλές μεταμορφώσεις του, επεδίωξε να εμφυτεύσει. Η επιστροφή της «Μεγάλης Βρεταννίας» στην εμπροσθοφυλακή της ξενοδοχειακής υποδομής της Αθήνας, ως ένα ακόμη μέλος της Luxury Collectioτης Starwood Hotels & Resorts Worldwide Inc. που έχει αναλάβει τη διαχείριση του ξενοδοχείου για τα επόμενα 25 έτη, σηματοδοτεί την ανέλκυση της Αθήνας ως ενός προορισμού με δυνητικά μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης. Αλλωστε από τη δεκαετία του 1870, οι οξυδερκείς επιχειρηματίες που συνέδεσαν την τύχη τους με την πορεία αυτού του ξενοδοχείου είχαν σταθερά αυτόν τον σκοπό: να συνδέσουν την ελληνική πρωτεύουσα με τα διεθνή δίκτυα τουρισμού και να συμβάλουν στη γενικότερη ανάπτυξη των υποδομών που θα έφερνε στην Αθήνα επισκέπτες, ιδέες, χρήμα.

Ανακαίνιση εκ βάθρων

Η ριζική ανακαίνιση της «Μεγάλης Βρεταννίας», δαπάνης 74 εκατ. ευρώ, αποφασίστηκε το 2000, όταν ο έλεγχος της εταιρείας «Ελληνικά Ξενοδοχεία – Λάμψα Α.Ε.», ιδιοκτήτριας του ξενοδοχείου, πέρασε στην Hyatt Regency A.E.. Οσοι είχαν παρακολουθήσει την εξέλιξη των εργασιών ανακατασκευής του κτιρίου, που άρχισαν το 2001, θα θυμούνται ότι το ξενοδοχείο ξαναχτίστηκε εξαρχής, διατηρώντας μονάχα την πρόσοψη. Τώρα, όμως, με την επιτυχή αποπεράτωση της ανακαίνισης, όλα θυμίζουν τη γνώριμη αίγλη και πολλοί μιλούν για μια νέα, ελπιδοφόρο και συναρπαστική περίοδο. Η νέα «Μεγάλη Βρεταννία» (έργο του αρχιτεκτονικού γραφείου του Παντελή Μασουρίδη) κυριολεκτικά αστράφτει και είναι πράγματι αξιοπερίεργο να (ξανά) συναντάει κανείς την ατμόσφαιρα των μεγάλων ευρωπαϊκών ξενοδοχείων στην ακατάστατη Αθήνα.

Η ιστορία της «Μεγάλης Βρεταννίας» δεν είναι φυσικά μονάχα η ιστορία ενός μεγάλου ξενοδοχείου, πολύ δε περισσότερο σε μια χώρα σαν την Ελλάδα με τη μικρή αστική κοινωνία της, τουλάχιστον ώς πριν από ελάχιστες δεκαετίες. Συνδέεται με την οικονομία της χώρας, με τις διεθνείς συνεργασίες και τις προοπτικές της, με το επιχειρηματικό δαιμόνιο της λεγόμενης ιδιωτικής πρωτοβουλίας, με την ανάπτυξη του τουρισμού και την ανάδυση της Αθήνας από μια σκονισμένη και απομακρυσμένη βαλκανική περιφέρεια σε ένα κοσμοπολίτικο κέντρο της Μεσογείου. Ολα αυτά και πολλά περισσότερα περικλείονται στο νέο βιβλίο «Μεγάλη Βρεταννία – ένα ξενοδοχείο σύμβολο», που αποτελεί κατά κάποιον τρόπο τη βιογραφία της ιστορικής ξενοδοχειακής μονάδας. Είναι ένα πλούσιο λεύκωμα που κυκλοφόρησε (στα ελληνικά και στα αγγλικά) από τις εκδόσεις «Κέρκυρα». Θα ήταν, όμως, αδικία και αβλεψία αν έστεκε κανείς μονάχα στις πράγματι γοητευτικές φωτογραφίες που σημαδεύουν μια διαδρομή 125 και πλέον ετών.

Ιστορία του τουρισμού

Το βιβλίο αυτό πρόκειται επί της ουσίας για μια πρώτη στα ελληνικά χρονικά καταγραφή, όχι μόνο της ιστορικής διαδρομής του ξενοδοχείου αλλά και της ιστορίας του ελληνικού τουρισμού. Ο ιστορικός, ειδικευμένος σε θέματα κοινωνικής και οικονομικής ιστορίας, Αγγελος Βλάχος, ολοκλήρωσε μια εκτεταμένη έρευνα σε αρχεία και συλλογές, συνέλεξε μαρτυρίες και φωτογραφικό υλικό, και συνέθεσε μια συναρπαστική διήγηση, πολύπτυχη και απαιτητική σε βάθος και φιλοδοξία. Μπορεί κανείς να το δει και σαν ένα ωραίο παραμύθι μιας αστικής διαδρομής, με αφετηρία την οθωνική Αθήνα, όταν το 1842 υψώνεται το Μέγαρο Δημητρίου, σε σχέδια του Δανού αρχιτέκτονα Θεόφιλου Χάνσεν. Αυτό το παλάτι, με την ευγενή μορφολογία που απέκλινε από τον αυστηρό αθηναϊκό κλασικισμό και φλέρταρε με αναγεννησιακά πρότυπα, είναι ο πυρήνας μέσα στον οποίον θα γεννηθεί -και θα αναγεννηθεί πολλές φορές- η «Μεγάλη Βρεταννία». Πολύ περισσότερο όμως από ένα ρομαντικό παραμύθι που ξεκινάει στην Αθήνα του 19ου αιώνα, η ιστορία της «Μεγάλης Βρεταννίας», έτσι όπως μας την αφηγείται διεξοδικά ο Αγγελος Βλάχος είναι μια πορεία πίστης στο μέλλον της Ελλάδας. Με εμβληματικές μορφές, τον Ευστάθιο Λάμψα και τη Γαλλίδα σύζυγό του Παλμίρα Παλφρουά (και τη θυγατέρα τους Μαργαρίτα, για χάρη της οποίας είχε βαφτιστεί Βίλα Μαργαρίτα ο πύργος στους Αμπελοκήπους), τον Θεόδωρο Πετρακόπουλο, τον υιό του Περικλή Πετρακόπουλο, τον Θωμά Δοξιάδη, τον Απόστολο Δοξιάδη και τη Μαργαρίτα Λάμψα-Πετρακοπούλου, από τον 19ο αιώνα ώς τον 21ο, η «Μεγάλη Βρεταννία» παραμένει σύμβολο επιχειρηματικής οξυδέρκειας.

Αν αναλογιστεί κανείς τις συνθήκες των πρώτων περιόδων, το επιχειρηματικό κλίμα στην Ελλάδα, την απουσία υποδομών, το τεράστιο πρόβλημα της ύδρευσης που ώς το 1930 είχε παγιδεύσει την Αθήνα έξω από τα διεθνή δίκτυα τουρισμού, θα ανακηρύξει σε περίπου ηρωικές μορφές τους πρωτοπόρους Ευστάθιο Λάμψα και Θεόδωρο Πετρακόπουλο και θα αποτίσει φόρο τιμής στη διορατικότητά τους και στο ρίσκο που πήραν να εισαγάγουν στην Αθήνα τα διεθνή πρότυπα ξενοδοχειακών υπηρεσιών τη στιγμή που η οικονομία ήταν καχεκτική και η αστική κοινωνία εξαιρετικά περιορισμένη. Εξ αρχής ο στόχος ήταν να αποκτήσει η Αθήνα ένα αντίστοιχο Ritz που θα λειτουργούσε ως ατμομηχανή για την οικονομική και τουριστική ανάπτυξη. Σε σχέση με το Ritz της Μαδρίτης, το πολυτελέστερο κατάλυμα στη Μεσόγειο την περίοδο της Μπελ Επόκ, ξενοδοχείο που ο Αγγελος Βλάχος το χρησιμοποιεί συχνά ως σημείο αναφοράς για την ξενοδοχειακή ανάπτυξη στην Ευρώπη, η «Μεγάλη Βρεταννία», μικρότερη σε μέγεθος, ήταν δραματικά πίσω σε αριθμό διανυκτερεύσεων, γεγονός που δείχνει τη διαφορά ανάμεσα στην Ιβηρική και τη Νότια Βαλκανική στις αρχές του 20ού αιώνα. Η διαφορά αυτή αφορά την ευκολία των μετακινήσεων, αλλά και την παροχή ανέσεων. Αν και η «Μεγάλη Βρεταννία» ήταν το πρώτο μεγάλο μέγαρο που ηλεκτροφωτίστηκε το 1888 (όταν νησιά του Αιγαίου πήραν ηλεκτρικό ρεύμα μετά το 1980!), η διαφορά της σε σχέση με τα ανταγωνιστικά μεγάλα ξενοδοχεία της Ευρώπης ήταν σημαντική στη διάρκεια των πρώτων δεκαετιών, διότι η Ελλάδα δεν είχε αναπτύξει δίκτυα αστικού εκσυγχρονισμού.

Συνεχής μετεξέλιξηΣυνεχής μετεξέλιξη

Πρωτοπόρος στην εισαγωγή του ευρωπαϊκού ύφους στην παροχή υπηρεσιών, η «Μεγάλη Βρεταννία» διαρκώς μετεξελισσόταν σε κάτι μεγαλύτερο και ωραιότερο. Η πρώτη σημαντική επέκταση ήταν το 1927 προς την οδό Βουκουρεστίου με τις νέες πτέρυγες σε σχέδια του ειδικού, σε θέματα ξενοδοχείων, Ελβετού αρχιτέκτονα E. Vogt. Αργότερα, το 1959 θα εγκαινιαστεί το νέο κτίριο στη Γεωργίου Α΄, το οποίο κτίστηκε στη θέση του ιστορικού κτιρίου που είχε σχεδιάσει ο Χάνσεν. Ηταν και εδώ πρωτοπόρος η «Μεγάλη Βρεταννία» διότι την εποχή εκείνη που θα ήταν αποδεκτό να υψώσει ένα κτίριο-κουτί στο διεθνές στυλ της εποχής επέλεξε να κρατήσει την αρχοντική παράδοσή της.

Στο βιβλίο, στο οποίο καθοριστική ήταν η επίσης συμβολή της ιστορικού Γεωργίας Πανσεληνά, πρωταγωνιστική θέση κατέχει η φωτογραφική τεκμηρίωση. Το κτίριο και οι αίθουσες αλλά και το προσωπικό, οι ιδιοκτήτες, οι διευθυντές, τα ιστορικά πρόσωπα που παρήλασαν από το ξενοδοχείο, από τον Τσόρτσιλ (όταν η «Μεγάλη Βρεταννία» είχε επιταχθεί) ως τη Σοφία Λόρεν και την Ελίζαμπεθ Τέιλορ.

Το σημαντικό είναι ότι η «Μεγάλη Βρετανία» συνεχίζει και γράφει από τη δική της σκοπιά την ιστορία της Ελλάδας.