ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τα μπλουζ της νέας χιλιετίας

Συνήθως στην προσπάθειά μας να κατατάξουμε τις εκατοντάδες μουσικές τάσεις που γέννησε η μεταπολεμική λαϊκή (και παγκόσμια) κουλτούρα, μελετούμε τη μορφή, τη στιχουργική θεματολογία και την εικόνα που κατασκευάζουν για τους εαυτούς τους οι δημιουργοί. Η διαδικασία όμως αυτή εμπεριέχει την χρονική ακινησία και την τυποποίηση, ενώ οι λαϊκότερες μορφές τέχνης (η μουσική και το σινεμά) είναι από τη φύση τους δυναμικές και κινητικές. Η υπαγωγή τους -ως προϊόντων- στη βιομηχανία της διασκέδασης επέβαλε μια κυκλική πορεία όπου συρμοί αναδύονταν και καταδύονταν – είναι αδύνατο το ίδιο προϊόν να καταναλώνεται αενάως και μαζικά χωρίς να βελτιωθεί, να μεταποιηθεί, να εξαφανιστεί και να επανέλθει στο προσκήνιο. Το κοινό εύκολα βαριέται…

Εν αρχή ην τα μπλουζ

Για αρκετούς από εμάς, ο όρος «μπλουζ» φέρνει στο μυαλό τα αργά («slow») κομμάτια που, στα παιδικά πάρτι, μας έδιναν την ευκαιρία να έρθουμε για πρώτη φορά σε επαφή με το αντίθετο φύλο, να αγγίξουμε όσο βαστούσε η μουσική την πλάτη και το χέρι της συμμαθήτριας που μυστικά είχαμε ερωτευθεί. Στην πραγματικότητα, τα μπλουζ ήταν η πρώτη αφροαμερικανική μουσική που απέκτησε μορφή, αποτέλεσε ανεξάρτητο στυλιστικό είδος, παγιώθηκε, δισκογραφήθηκε και κατέληξε αναγνωρίσιμη παγκοσμίως, με οπαδούς από τη Νορβηγία ώς τη Χιλή και από τη Βρετανία ώς τη Σιβηρία! Λόγω περιορισμένης έκτασης, δεν θα ασχοληθώ με την «αρχαιολογία» του είδους, το οποίο υπάρχει από τις αρχές του 20ού αιώνα, πολύ πριν παγιωθεί μέσα από την ηχογράφηση και την κυκλοφορία του σε δίσκους, αλλά με την πιο ενδιαφέρουσα πτυχή του: την επίδραση σε όλες τις φόρμες της σύγχρονης ποπ μουσικής και την «παγκοσμιοποίησή» του ως ήχου και ευρύτερου στυλ. Μπορεί δηλαδή τα μπλουζ να γεννήθηκαν στον αμερικανικό νότο από τους αφρικανικής καταγωγής σκλάβους των βαμβακοφυτειών, σύντομα όμως πέρασαν στα αστικά κέντρα (όπως το Σικάγο), ακολουθώντας τα μεταναστευτικά ρεύματα των φορέων τους για να καταλήξουν η μαγιά που γέννησε τις παγκόσμιες μουσικές της νεωτερικότητας, την τζαζ και το ροκ.

Τζαζ και μπλουζ υπήρξαν αδερφές μουσικές. Ο Τζον Κολτρέιν ξεκίνησε παίζοντας μπλουζ και ρυθμ ‘εν’ μπλουζ. Αλλά και στην περίοδο της καλλιτεχνικής του ωριμότητας ασχολήθηκε με τη συγκεκριμένη φόρμα, μεταποιώντας τις κλασικές κλίμακες του νότου. Το 1957 κυκλοφόρησε το «Blue Train», έναν δίσκο – ορόσημο που αποδεικνύει πως το μπλουζ επηρέασε τους μεγάλους της τζαζ και τρία χρόνια αργότερα το «Plays the Blues», όπου μάλλον φέρνει πιο κοντά την ιδιόλεκτό του στα αστικά μπλουζ του Σικάγου. Αρκετά χρόνια νωρίτερα (1946-49), ο Τσάρλι Πάρκερ είχε προσπαθήσει να ηχογραφήσει γνωστούς ρυθμούς του νότου, οι οποίοι δισκογραφήθηκαν υπό τον τίτλο «Cool Blues». Στην ορχήστρα δε του Κάουντ Μπέισι συμμετείχαν οι τραγουδιστές των μπλουζ Τζίμι Ράσινγκ, Τζον Τέρνερ και Τζο Γουίλιαμς. Δεν θα πρέπει, φυσικά, να παραλειφθεί η Μπίλι Χόλιντεϊ, μια τζαζ τραγουδίστρια που στην ιστορία κατοχυρώθηκε ως η μεγάλη κυρία των μπλουζ («Lady Sings the Blues», «Lady Day Blues»). Εξαιτίας όμως της συγγένειας των δύο μουσικών, δεν είναι τα μετακείμενα της τζαζ που παρουσιάζουν ενδιαφέρον αλλά η ανάδυση του ροκ, της πιο ενδιαφέρουσας, ως προς την επέκτασή της σε όλο τον κόσμο, πτυχής της ποπ κουλτούρας που έχει βαρύνουσα σημασία.

Ολόκληροι τόμοι έχουν γραφτεί για την Τζάνις Τζόπλιν, τη μεγάλη κυρία του ροκ που τραγουδούσε όμως μπλουζ! Οι Rolling Stones (οι οποίοι πήραν το όνομά τους από το τραγούδι «Like A Rolling Stone» του Μάντι Γουότερς) ξεκίνησαν ακολουθώντας το ρεύμα της εποχής: οι διασκευές γνωστών κομματιών υπήρξε η βασική μέθοδος για να γίνει γνωστός ένας καλλιτέχνης. Ετσι ηχογράφησαν τα «I Just Want Make Love To You» (1964) και «I Can’t Be Satisfied» (1965) του Μάντι Γουότερς, πολύ πριν γίνουν δημοφιλείς οι δικές τους συνθέσεις. Αλλά και ο ίδιος ο Μάντι Γουότερς (ο γνωστότερος ίσως εκπρόσωπος των μπλουζ), στα τέλη της δεκαετίας του 1940, ήταν αυτός που μεταμόρφωσε τη φόρμα και της έδωσε τη μορφή που σήμερα αποδεχόμαστε. Αναβίωσε το ρεπερτόριο που είχε μάθει στα χρόνια της νιότης του στο Δέλτα του Μισισιπή, εξηλεκτρίζοντάς το σταδιακά.

Ως προς τους υπόλοιπους του ροκ, οι Cream, η μπάντα του Ερικ Κλάπτον διασκεύασε αρκετά κομμάτια «delta blues» προσδίδοντάς τους μια μεταλλική χροιά και οι Canned Heat έγιναν γνωστοί συνδυάζοντας το μπλουζ με το γρήγορο ροκ της εποχής. Ομως αυτοί που βασίστηκαν στη μεταποίηση των μπλουζ ήταν κάποιοι άλλοι…

Αποδομώντας τα μπλουζ

Ο Τζίμι Χέντριξ έμεινε στην ιστορία ως βιρτουόζος κιθαρίστας και, κυρίως, ως συνθέτης που επεξέτεινε τα όρια της σύγχρονης μουσικής ανοίγοντας δρόμους εκεί που δεν υπήρχαν. Δεν βάδιζε όμως στο κενό. Κι εκείνος βασίστηκε στα μπλουζ, τα αποδόμησε όμως τόσο που το αποτέλεσμα που προέκυψε ήταν… Τζίμι Χέντριξ κι όχι ο τυπικός μπλουζ ήχος. Στο «Electric Ladyland» ξεκινά από μια ευλαβική προσέγγιση των προπατόρων του για να καταλήξει στο μουσικό μετακείμενο του τραγουδιού «CrosstowTraffic», όπου ο μπλουζ ήχος έχει γεμίσει με μεταλλικά ριφ και ποπ φωνητικά.

Τη μουσική παράδοση μπορεί να την προσεγγίσει κανείς με ευλάβεια, προσπαθώντας να μείνει πιστός στο πρωτογενές υλικό, μπορεί όμως και να της φερθεί με τον «χειρότερο» τρόπο, κόβοντας και επανασυγκολλώντας το αρχικό υπόβαθρο, δημιουργώντας καινούς ήχους. Αυτό πάντα έκαναν οι εκάστοτε καλλιτεχνικές πρωτοπορίες. Με τέτοιες μεθόδους ο Κάπτεν Μπίφχαρτ γέμισε, στο άλμπουμ του «Safe As Milk», τα μπλουζ που χρησιμοποιούσε ως υποδομή με σόουλ ξεσπάσματα, ποπ μελωδίες και ιδιόρρυθμα ροκ φωνητικά. Θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί ο «χασάπης» των μπλουζ, όσο αρνητικός όμως κι αν ακούγεται ο τίτλος, στην πράξη ήταν εκείνος που τάισε γενιές και γενιές μουσικών που συνέχισαν να αποδομούν τα μπλουζ, τα οποία στην κυριολεκτική ηχητική τους μορφή είχαν γίνει πλέον νεκρό είδος…

Μεταμοντέρνα μπλουζ

Μπορεί το πανκ συγκρότημα των Fear να κορόιδευε τα μπλουζ (αχ, αυτός ο μηδενισμός των πανκ), στην ουσία όμως η διαδοχή των ακόρντων του ροκ (και του πανκ) προκύπτει από την πεντατονική κλίμακα του μπλουζ! Καλλιτέχνες όπως ο Τομ Γουέιτς λάτρεψαν τα μπλουζ του Σικάγο, γνώριζαν όμως και τις μεθόδους του Κάπτεν Μπίφχαρτ. Η φωνή του είναι βαριά, θα μπορούσε να είναι η μετενσάρκωση του Μάντι Γουότερς. Κατάφερε όμως να παρουσιαστεί ως ιδιόμορφη περσόνα που συνδυάζει τα μπλουζ με τον Κουρτ Βάιλ, την πανκ αισθητική με την αμερικανική παράδοση, τα σκρατς των DJ με τους οποίους έχει συνεργαστεί με το βαριετέ. Το ίδιο κάνει και ο Τζον Σπένσερ με την μπάντα του, τους Blues Explosion. Στο άλμπουμ «Acme Plus» (1999) ακούγεται παραδοσιακός και ακραία μοντέρνος ταυτόχρονα (χρησιμοποιεί κι αυτός κάποιον DJ που σκρατσάρει, σύμφωνα με τη σημερινή νοοτροπία). Τέλος ακόμα και χιπ-χοπ σχήματα, όπως οι μαύροι εθνικιστές Χ-Claή ο DJ Spooky, καταφεύγουν σε μπλουζ δίσκους για να αντλήσουν τα «δείγματα» (samples) με τα οποία θα ντύσουν τους ρυθμούς της νέας χιλιετίας. Και ο γνωστός σε μας Μόμπι άλλωστε «σαμπλάρει» παλιές μπλουζ μελωδίες στο άλμπουμ του «Play», ενώ οι Βρετανοί αστέρες του ηλεκτρονικού dub Little Axe κυκλοφόρησαν ένα ολόκληρο άλμπουμ-μελέτη πάνω στα μπλουζ. Προερχόμενος, επίσης, από το Μπρίστολ αλλά μόνιμος κάτοικος Νέας Υόρκης, ο Τρίκι ανακαλύπτει τον ήχο του αμερικανικού νότου και τον συνδυάζει με το τριπ-χοπ, στο πρόσφατο άλμπουμ του «Vulnerable».

Η ερμηνεία αυτή των μπλουζ δεν προέκυψε επειδή βιώνουμε μια μουσική κουλτούρα που εξαρτάται από τα δημιουργήματα του παρελθόντος, γιατί δεν μπορεί να εφεύρει κάτι νέο. Ούτε οι καινοτομίες στη μουσική πρέπει κατ’ ανάγκην να αρνούνται τις αξίες της παράδοσης. Η μουσική -ιδιαίτερα σήμερα- είναι μια συνεχής κίνηση όπου τα παλαιότερα ηχητικά κείμενα υπάρχουν μέσα στα νεότερα, άσχετα αν πολλοί ή λίγοι είναι σε θέση να τα ξεχωρίσουν. Το ότι τα μπλουζ, μια μουσική νεκρή, αν την περιορίσουμε στη μορφή που αρχικά δισκογραφήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1940, επιβιώνει, επιδρά και διαμορφώνει τα νέα στυλ, καταδεικνύει το τεράστιο ειδικό της βάρος στο πλαίσιο της μεταπολεμικής μουσικής. Και απ’ ό,τι φαίνεται, θα συνεχίσει να εμπνέει για πολύ καιρό ακόμα…

Με γεύση από Τζαμάικα

Οι Little Axe είναι μία από τις γνωστότερες μπάντες του ηλεκτρονικού dub. Ζουν και δημιουργούν στη Βρετανία και ανήκουν στο δυναμικό της ιστορικής εταιρείας του χώρου, OU Sound. Πέρυσι κυκλοφόρησαν το άλμπουμ «Hard Grind» έναν παράξενο δίσκο – σπουδή στα μπλουζ. Η ρέγγε και το dub σίγουρα δεν έχουν μεγάλη σχέση με τα μπλουζ και ως εκ τούτου το ηχητικό αποτέλεσμα ακούγεται πρωτότυπο. Η λογική του δίσκου κινείται γύρω από την ιδέα της «επιστροφής στις ρίζες», στην αφρικανική κουλτούρα η οποία είναι κοινή και στις δύο τάσεις. Τα εικαστικά του δίσκου παραπέμπουν σε αφρικανικές μάσκες και στην τέχνη της Αιγύπτου. Το «μικρό τσεκούρι», πιστό τελικά στο πνεύμα της εποχής, κομματιάζει, διαλύει και ενώνει ξανά ήχους, εικόνες και συναισθήματα.