ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Χωρίς τους δύο «βασιλιάδες»

O πρώτος, ο Μαξίμο Φραντσίσκο Ρεπιλάντο Μουνιόζ γεννήθηκε το 1907. O δεύτερος, ο Μπένετ Λέστερ Κάρτερ, γεννήθηκε επίσης το 1907. Βασιλιάς της κουβανέζικης μουσικής ο ένας, βασιλιάς της τζαζ ο άλλος. O Κομπάι Σεγκούντο και ο Μπένι Κάρτερ, ιδιαίτερα δημοφιλείς στη χώρα μας, «έφυγαν» το σαββατοκύριακο σε ηλικία 96 χρόνων ως οι τελευταίοι των μεγάλων μουσικών.

Ο «νονός» Κομπάι

Η Κούβα θρηνεί, μαζί και ο υπόλοιπος κόσμος. O Κομπάι Σεγκούντο, ο μαέστρος, ο αρχηγός του Buena Vista Social Club, πέθανε σε ηλικία 95 χρόνων. O Κομπάι Σεγκούντο, ο οποίος, είχε παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία του Βιμ Βέντερς, υπέφερε τον τελευταίο καιρό από ηπατική νόσο, γεγονός που τον είχε αναγκάσει να ματαιώσει μια σειρά από καλοκαιρινές εμφανίσεις στην Ευρώπη. O Κομπάι Σεγκούντο δεν θα ξαναπαίξει το κλαρίνο του, ούτε το παραδοσιακό κουβανέζικο «τρες». Το 1999 ήταν η χρονιά του, με την προβολή του Μπουένα Βίστα και τους θρυλικούς του μουσικούς να ταξιδεύουν την κουβανέζικη μουσική στην υφήλιο.

Γεννήθηκε το 1907 και σπούδασε μουσική στη δεκαετία του ’20 αλλά απέκτησε το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο δυο δεκαετίες μετά, Κομπάι όπως νονός στην αργκό και Σεγκούντο λόγω της μπάσας φωνής του. Το πραγματικό του όνομα είναι Μαξίμο Φραντσίσκο Ρεπιλάντο Μουνιόζ. Στα μεσοδιαστήματα εργάστηκε ως μπαρμπέρης και καπνοκαλλιεργητής. Το συγκρότημα του, Compay Segundo y sus Muchachos, δημιουργήθηκε το 1956 και παρέμενε ενεργό μέχρι το τέλος της ζωής του.

Για να γιορτάσει με φίλους τα 90 του χρόνια, το 1996 παρουσίασε το «Lo mejor de la vida». Οπως είχε δηλώσει σε συνέντευξη του: «H μουσική που απολαμβάνω να παίζω και να ακούω είναι η παραδοσιακή. Ισως να έχει να κάνει με την ηλικία μου. Υπηρετώ το συγκεκριμένο είδος μουσικής γιατί αποτελεί κομμάτι της ιστορίας μας. O κόσμος σήμερα θέλει να ανακαλύψει τις ρίζες του. Κι εγώ ακόμη έκανα πολλά πράγματα μακριά από τη γενέτειρά μου. Οταν όμως επέστρεψα στην Αβάνα, όλοι ήξεραν ποιος ήταν ο Κομπάι Σεγκούντο. Ειδικά όταν μιλάμε για μουσικούς, θα πρέπει να είμαι ο πατέρας όλων των μουσικών στην Κούβα. Δε νομίζω ότι υπάρχει κανείς που να με περνάει σε ηλικία».

Ο «βασιλιάς» Μπένι

Ο Μπένι Κάρτερ, ένας αληθινός μύθος της τζαζ, έφυγε στα 95 του χρόνια. Σαξοφωνίστας, τρομπετίστας, συνθέτης, μαέστρος, ενορχηστρωτής, ο Μπένι Κάρτερ είχε αποκτήσει πολλούς φίλους όλα αυτά τα χρόνια. Ενας από αυτούς, ο Κουίνσι Τζόουνς, βρέθηκε κοντά του στο νοσοκομείο, λίγο προτού πεθάνει: «Μία μεγάλη προσωπικότητα αναπαύεται στο λευκό δωμάτιο. Ενας υπέροχος άνθρωπος». Οι κριτικοί δεν έκρυψαν ποτέ τον ενθουσιασμό τους για τον Μπένι Κάρτερ, κυρίως για τον ρόλο που έπαιξε στην χρυσή εποχή της τζαζ στη δεκαετία του ’30. Υπήρξε αυτοδίδακτος. Εφτιαξε τη δική του μπάντα στα τέλη της δεκαετίας του ’20.

Στη διάρκεια μιας καριέρας που κράτησε έξι δεκαετίες, συνεργάστηκε με όλους σχεδόν τους βιρτουόζους της τζαζ, όπως τον Μπένι Γκούντμαν και τον Ντιουκ Ελινγκτον. Σύμφωνα με τον τρομπετίστα Κλαρκ Τέρι: «Τον αποκαλούσαμε πάντα βασιλιά γιατί ενέπνεε τόσο σεβασμό, όσο κανένας άλλος μουσικός». Την ίδια άποψη είχε και ο Λούις Αρμστρονγκ: «Οποιος τον ξέρει, τον αποκαλεί βασιλιά. Δεν γνώρισα στη ζωή μου κανέναν άλλον βασιλιά».

Ο Μπένετ Λέστερ Κάρτερ γεννήθηκε το 1907 στη Νέα Υόρκη. Διδάχτηκε πιάνο από τη μητέρα του σε ηλικία 10 χρόνων και έμαθε να παίζει τρομπέτα στα 14. Οταν όμως απέτυχε να το «δαμάσει» μέσα σε μια βδομάδα, όπως δήλωσε αργότερα στους δημοσιογράφους, το εγκατέλειψε για να ασχοληθεί με το σαξόφωνο. Ηδη στα 15 του χρόνια έπαιζε στα νάιτ κλαμπ στο Χάρλεμ. Το 1943 άρχισε να εξελίσσεται σε λαμπερό ενορχηστρωτή του Χόλιγουντ, με ταινίες όπως το «Stormy weather», «Ενας αμερικανός στο Παρίσι», «Τα κανόνια του Ναβαρόνε». Το 1987 απέσπασε Γκράμι για την συνολική του προσφορά στη μουσική ενώ το 2000 τον βράβευσε ο πρόεδρος Κλίντον. «Δεν μου αρέσει να κοιτάω πίσω στις παλιές, καλές ημέρες. Οι παλιές καλές ημέρες είναι αυτές που ζούμε εδώ και τώρα», έλεγε τότε. Σύμφωνα με τον Κουίνσι Τζόουνς, ο «βασιλιάς» αποφάσισε ότι έφτασε η στιγμή να φύγει: «Μου είπε ότι έζησε, για 95 χρόνια, την πιο υπέροχη ζωή που θα μπορούσε να ονειρευτεί και θα ήθελε να μας αποχαιρετήσει, με τον ίδιο τρόπο που έζησε κοντά μας, δηλαδή, με αξιοπρέπεια».