ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Σουάντ: Καμένη ζωντανή, για λόγους τιμής

Σουάντ

Στην πυρά

Μετάφραση Γιώργος Καλαμαντής

εκδόσεις Πατάκη σελ. 284

ΗΣουάντ ήταν 17 ετών όταν την έκαψαν ζωντανή. Ενας συγγενής της, με εντολή του πατέρα της, έριξε πάνω της βενζίνη και της έβαλε φωτιά. Ηταν ένα «έγκλημα τιμής» – η Σουάντ είχε ερωτευτεί ένα νεαρό γείτονα και έμεινε έγκυος μαζί του χωρίς να έχουν παντρευτεί. Παρά τα φριχτά εγκαύματα, η κοπέλα επιβίωσε και τώρα, είκοσι πέντε χρόνια μετά, αφηγείται την τρομακτική εμπειρία της, αλλά και όλη τη διαδρομή της ζωής της, στο βιβλίο «Στην πυρά». Δεν το κάνει για να εκδικηθεί, αλλά για να δώσει φωνή στις χιλιάδες γυναίκες που πέφτουν θύματα αυτού του βάρβαρου «εθίμου» ακόμη και σήμερα.

Η έκφραση «έγκλημα τιμής» δεν μας είναι ξένη. O άγραφος νόμος που επέβαλλε την κάθαρση διά φόνου της κηλιδωμένης οικογενειακής τιμής επιβίωσε μέχρι τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες στην Ελλάδα όσο και σε άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου. Εξαφανίστηκε σχεδόν τελείως από τα αστυνομικά χρονικά -μαζί με την αξία της παρθενίας στο χρηματιστήριο των ηθικών αξιών- με τις γοργές μεταβολές που σημειώθηκαν στις κοινωνίες μας και ιδιαίτερα όσον αφορά τη θέση της γυναίκας. Οι «λόγοι τιμής» έχουν πάψει προ πολλού να αποτελούν ελαφρυντικό στα δικαστήρια αλλά και στο «κοινό περί δικαίου αίσθημα».

Βία, σιωπή, θάνατος…

Υπάχουν όμως περιοχές του κόσμου όπου τα εγκλήματα τιμής εξακολουθούν να είναι σε ημερησία διάταξη, κάτι συνηθισμένο. Κοινωνίες όπου οι γυναίκες ζουν μέσα στην πιο στυγνή καταπίεση, θεσμοθετημένη από άγραφους και γραπτούς νόμους. O μουσουλμανικός κόσμος έχει βέβαια τα πρωτεία σ’ αυτό το πεδίο. Ακόμα και εκεί όπου δεν ισχύει επίσημα η «σαρία», το ισλαμικό δίκαιο, η παράδοση θέλει τη γυναίκα υποταγμένη στον πατέρα ή τον σύζυγο, άβουλο υποζύγιο χωρίς γνώμη και πραγματικά δικαιώματα, που της αξίζει να πεθάνει αν τολμήσει να παραβεί τους νόμους υπακοής.

Τα δικαστήρια συνήθως αναγνωρίζουν ως ελαφρυντικό στους δολοφόνους γυναικών για λόγους τιμής τον «βρασμό ψυχής», παρά το ότι τα εγκλήματα αυτά είναι πάντα προμελετημένα. Ετσι οι δράστες γλιτώνουν με γελοίες ποινές – αν δικαστούν, γιατί συχνά τα εγκλήματα αυτά παρουσιάζονται ως ατυχήματα ή αυτοκτονίες. Υπολογίζεται ότι πάνω από επτά χιλιάδες γυναίκες δολοφονούνται «για λόγους τιμής» κάθε χρόνο στον κόσμο – σε χώρες της Μέσης Ανατολής, στο Πακιστάν, στο Μπαγκλαντές, στην Τουρκία… Και αντί η κατάσταση να βελτιώνεται, η άνοδος του ισλαμικού φονταμενταλισμού τα τελευταία χρόνια έχει εντείνει την καταπίεση που υφίστανται οι γυναίκες στις μουσουλμανικές χώρες. Μπορεί η κυρίαρχη πολιτική της προηγμένης Δύσης να έχει συμβάλει αποφασιστικά στην πυροδότηση του ισλαμικού φανατισμού – όμως φαίνεται ότι ένα βασικό θέλγητρο αυτής της θρησκείας για μεγάλο μέρος του αρσενικού πληθυσμού των μουσουλμανικών χωρών είναι ακριβώς η δυνατότητα που τους δίνει να ασκούν απόλυτη εξουσία στις γυναίκες τους, στις κόρες, στις συζύγους, στις αδελφές τους…

Οι δύο ζωές της Σουάντ

Η ιστορία της Σουάντ είναι χωρισμένη στα δύο. Το πρώτο μέρος ξεκινά σ’ ένα μικρό παλαιστινιακό χωριό της Δυτικής Οχθης. H Σουάντ (το όνομα δεν είναι το πραγματικό της) είναι η τρίτη από τις τέσσερις κόρες μιας οικογένειας αγροτών. O μοναδικός αδελφός της είναι το χαϊδεμένο, το προνομιούχο παιδί – ντύνεται όπως τα αγόρια της πόλης, πηγαίνει σχολείο. Για τα κορίτσια δεν υπάρχει ούτε σχολείο ούτε παιχνίδι ούτε καμιά ελευθερία – μόνο σκληρή δουλειά και κακομεταχείριση.

Ο πατέρας είναι το μεγάλο φόβητρο. «O πατέρας μου!» θυμάται η Σουάντ. «Μια μέρα έσπασε το πόδι του πέφτοντας από το άλογο και τα κορίτσια χαρήκαμε πολύ γιατί δεν μπορούσε πια να τρέξει το ίδιο καλά ξωπίσω μας με τη ζώνη του για να μας χτυπήσει. Αν είχε πεθάνει, θα είχαμε χαρεί ακόμα περισσότερο».

Η μόνη ελπίδα για να ξεφύγει από τη σκλαβιά του πατρικού σπιτιού είναι ο γάμος, όμως για τη Σουάντ ο γάμος καθυστερεί γιατί είναι ακόμα ανύπαντρη η δεύτερη κόρη της οικογένειας. Πρέπει να περιμένει τη σειρά της. Ελπίζει πως ο νεαρός γείτονας, με τον οποίο έχει συναντηθεί στα κρυφά μερικές φορές, θα τη ζητήσει από τους δικούς της και θα τους πείσει να δεχτούν – εκείνος όμως, παρά τις υποσχέσεις του, εξαφανίζεται, ενώ η Σουάντ καταλαβαίνει με φρίκη ότι είναι έγκυος. Σε λίγο όλοι το έχουν καταλάβει. Και το «οικογενειακό συμβούλιο» με επικεφαλής τον πατέρα, αποφασίζει τη θανατική της καταδίκη. H «εκτέλεση» ανατίθεται στον Χουσεΐν, τον σύζυγο της μεγάλης αδελφής της. Οι γονείς φεύγουν από το σπίτι και ενώ η Σουάντ βρίσκεται μόνη στην αυλή, ο νεαρός γαμπρός της την πλησιάζει από πίσω, της ρίχνει βενζίνη κι ένα αναμμένο σπίρτο…

Φλεγόμενη η Σουάντ βγαίνει τρέχοντας στο δρόμο. Λιποθυμάει, ενώ μερικές γειτόνισσες προσπαθούν να σβήσουν τη φωτιά. Οταν συνέρχεται είναι σ’ ένα νοσοκομείο της Βηθλεέμ, με εγκαύματα τρίτου βαθμού σε όλο το πάνω μέρος του σώματός της. Ετοιμοθάνατη, γεννάει πρόωρα ένα αγοράκι, που μεταφέρεται σε βρεφοκομείο.

Η δύσκολη σωτηρία

Τη δεύτερη ζωή της η Σουάντ τη χρωστάει στη Ζακλίν Τιμπό. H νεαρή Ελβετίδα, μέλος της ανθρωπιστικής οργάνωσης Terre des Hommes, βρισκόταν τότε στην Παλαιστίνη και έμαθε τυχαία για το καμένο κορίτσι που νοσηλευόταν εγκαταλειμμένο κι όλοι περίμεναν να πεθάνει. Με τη βοήθεια ενός Παλαιστίνιου γιατρού, κατάφερε να ξεπεράσει όλα τα γραφειοκρατικά εμπόδια και να πάρει άδεια για τη μεταφορά της Σουάντ, αλλά και του νεογέννητου γιου της, στην Ευρώπη. Στους γονείς, που έπρεπε να υπογράψουν, είπαν πως έτσι κι αλλιώς η κοπέλα ήταν ξεγραμμένη και θα ήταν καλύτερα γι’ αυτούς να πεθάνει κάπου αλλού. Κανείς δεν τους είχε κατηγορήσει για την απόπειρα φόνου? είχε περάσει για ατύχημα, αν και όλοι ήξεραν τι είχε συμβεί.

Στην Ελβετία, άρχισε ένας μαραθώνιος εγχειρήσεων που είχαν ως αποτέλεσμα να αποκατασταθεί η υγεία της Σουάντ, αν και σε όλο το σώμα της έμειναν σημάδια της φριχτής περιπέτειας. Ακόμα και τα πόδια της, που είχαν μείνει άθικτα από τα εγκαύματα, γέμισαν ουλές γιατί από κει πήραν οι γιατροί το δέρμα που έπρεπε να μεταμοσχεύσουν στα χέρια, στο λαιμό, στην πλάτη…

Η ιστορία της Σουάντ έχει αυτό που λέμε «καλό τέλος». Σημαδεμένη στο σώμα και στην ψυχή, η νεαρή γυναίκα κατάφερε ωστόσο να σταθεί στα πόδια της, να ενσωματωθεί σιγά-σιγά στην ξένη χώρα. Εργάστηκε, παντρεύτηκε έναν άνθρωπο που της έχει συμπαρασταθεί με πολλή στοργή, απέκτησε μαζί του δύο κόρες που τις λατρεύει. Και, μετά από χρόνια, συναντήθηκε με τον γιο της, τον Μαρουάν, ο οποίος είχε δοθεί για υιοθεσία. Τα παιδιά της γνωρίζουν τώρα τι συνέβη στη μητέρα τους, από τις δικές της αφηγήσεις αλλά και από αυτό το βιβλίο. Αλλωστε, στην απόφαση να το γράψει σημαντικό ρόλο έπαιξε η επιθυμία της να μάθουν τα παιδιά της όλην την αλήθεια, ακόμα και πράγματα που δεν είχε τη δύναμη να τους πει πρόσωπο με πρόσωπο.