ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ενα Βλεμμα

Τι χωράει στις τελευταίες λέξεις πριν από τις διακοπές; Οσα χωράει ένα σακ βουαγιάζ με τα θερινά χρειώδη: λίγα βιβλία, δυο-τρία cd, ένα ταλαιπωρημένο χαρτί με τη λίστα του καλοκαιριού. Τι να πάρω μαζί μου; Οσα ορέχτηκα ολοχρονίς και δεν πρόφταινα να τα γνωρίσω? αυτά που μου σύστησαν ενθέρμως? αυτά που συζητιούνται παντού κι εγώ ιδέα δεν έχω… Τι; Τίποτε. Δεν θα εξερευνήσω, δεν θα μάθω, δεν θα μορφωθώ. Θα επιστρέψω στα γνωστά, τα οικεία, τα χιλιοακουσμένα και πολυδιαβασμένα? σε ό,τι με τέρπει και με παρηγορεί, σε ό,τι μου θυμίζει. Θα επιστρέψω στον κερδισμένο χρόνο. Αυτά που ακούω λειασμένα απ’ την ηλικία κι ωστόσο φρέσκα ακόμη, αυτά που με παρηγορούν καθώς τα ξαναδιαβάζω, μου λένε πολλά για τον τωρινό καιρό, πολύ περισσότερα από τα παστίς και τις σαχλοκατασκευές του φετινού συρμού. Διαλέγω φθαρμένες ράχες, το «Τρίτο Στεφάνι» του Ταχτσή, τον «Ξένο» του Καμύ, τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη (ένα μπλε του Γαλαξία), «Στου Χατζηφράγκου του Πολίτη», ένα σκληρόδετο Καραγάτση, την «Αισθηματική Αγωγή» του Φλωμπέρ, την «Αρχαία Τέχνη» του Καρούζου. Τριμμένα όλα, μολυβωμένα, με τσακισμένες σελίδες παντού. Ξέρω τι λέει η επόμενη παράγραφος? από τα τυπογραφικά στοιχεία αναγνωρίζω το βιβλίο. Γυρνώ στα ίδια.

Συντήρηση; Γήρας; Μπορεί. Σκέφτομαι όμως ότι αυτά τα παλαιά, τα τριμμένα, μάς χαρίζουν τον κερδισμένο χρόνο τους, τις δοκιμασίες του αχανούς κοινού τους, το δροσερό τους καταστάλαγμα. Αυτά ταιριάζουν με τα MP3 των Massive Attack, του Tricky, με τα Τέσσερα Τελευταία Τραγούδια του Ρίχαρντ Στράους, τη σκανδαλιστικά τετριμμένη «Θάλασσα μου σκοτεινή» του Πορτοκάλογλου -με αυτά που γεμίζουν το cd. Πετούν όλα πάνω από τη ρηχή επικαιρότητα, αντέχουν στην επανάληψη, αντέχουν την οικειοποίηση, γίνονται δικά σου και παραμένουν ο εαυτός τους.

Αυτός είναι ο προορισμός της τέχνης: να σε παρηγορεί εξακολουθητικά, αφού σ’ έχει συνεγείρει. Να την κουβαλάς μαζί σου, παντού, σαν leasing χωρίς λήξη? και να την κουβαλάνε κι άλλοι, πολλοί, μύριοι, κι αυτή να είναι πάντα φρέσκια, δραστική, απλή σαν τους διάλογους ενός γραϊδίου κι ενός λευίτη, σαν την φευγαλέα περιγραφή της σάρκας της μαντάμ Αρνού ανάμεσα στη μανσέτα και το γάντι…

Αυτή η τέχνη, έτσι, σαρκωμένη, είναι λαϊκή, είναι οικουμενική, είναι χωρίς ηλικία, είναι ποπ, αιωνίως μοντέρνα. Βλέπω καθημερινά δεκάδες ματαιόσπουδες κατασκευές που διατείνονται ότι είναι έργα τέχνης? είναι έργα «πέραν» και «υπεράνω»: πέραν της αφήγησης, πέραν της αναπαράστασης, υπεράνω του δράματος, πέραν του ανθρωποκεντρισμού, υπεράνω του συναισθήματος, πέραν της ηθογραφίας, υπεράνω της περιγραφής… Παλιότερα προβληματιζόμουν, αργότερα οργιζόμουν, τώρα απλώς πλήττω. Αυτά τα πέραν και τα υπεράνω, τα ονομάζω «Look like art», Σαν Τέχνη, χαϊδευτικά μάλλον, παρά ειρωνικά. Και κρατάω το βλέμμα μου σε πράγματα που δεν διατείνονται ότι τα ξεπέρασαν όλα, που δεν λοιδωρούν την αφήγηση, το νόημα και τη φόρμα, σε πράγματα που απλώς ζητούν να υπάρξουν, να εντυπωθούν σε αισθήσεις και ψυχές, και να διεκδικήσουν έναν τόσο δα χώρο στην αρένα της συγκίνησης και της παραμυθίας. Μια μικρή ζωγραφιά, ένα τραγούδι, μερικές σελίδες, ένα φιλμ? φέρουν πάνω τους το σφράγισμα της μαστοριάς, το βάσανο των ακροατηρίων τους, τη δοκιμασία του χρόνου. Μ’ αυτά πορευόμαστε.

Κοιτάω το σακίδιο των διακοπών. Είναι ακόμη άδειο. Τι να πρωτοχωρέσει σε μια φέτα ζωής, σ’ ένα διάλειμμα; Σε ποιες σελίδες να χαθείς, σε ποιες μουσικές να βουτήξεις; Ο,τι δεν χώρεσε στους βιαστικούς έντεκα μήνες θα στριμωχτεί τώρα σε είκοσι μέρες; Ολα κι όλα τα παλιά, τα οικεία, δεν πιάνουν ούτε το μισό σακίδιο. Τι άλλο χωράει;

Χωράει η ζωή χωρίς ρολόι. Χωράνε οι άλλοι. Χωράει ο έσω εαυτός. Χωράνε οι σκέψεις που έμειναν μισές, χωμένες, αποδιωγμένες. Χωράνε αισθήσεις, αγγίγματα, μονόλογοι. Χωράνε η σιωπή και η ησυχία, οι αφηγήσεις ενός παλιού φίλου ναυτικού, η προσήλωση στο τριζόνι, ο παραδομός στον υπαίθριο βίο. Χωράνε οι κερδισμένες αναμνήσεις, βαφτισμένες στο σήμερα. Χωράει να νιώσεις ότι τα καλύτερα είναι εδώ, τώρα, διαρκώς. Κλείνω το φερμουάρ.