ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Αντηχησεις

Το άρθρο έφτασε σ’ έναν φάκελο, διπλωμένο στα τέσσερα. H αναγνώστρια το συνόδευε μ’ ένα σημείωμα, όπου μεταξύ άλλων έγραφε: «στο άρθρο που σάς στέλνω, ο συνάδελφός σας σάς κατατάσσει στους νεο-συντηρητικούς, επειδή όταν μιλάτε για τον εαυτό σας, αναφέρετε συχνά και την κόρη σας. Επειδή έχω κι εγώ δύο παιδιά κι έχω αντιμετωπίσει αυτού του είδους τη «γκετοποίηση» από φίλους θα σάς παρακαλούσα να γράψετε κάτι επ’ αυτού».

Τι να γράψω επ’ αυτού; Πρόκειται για την παλιά γνωστή ιστορία. Οι άνθρωποι ανέκαθεν χωρίζονται σε στρατόπεδα και παρατηρούν οι μεν τους δε αποδομώντας με χαιρεκακία το διαφορετικό, διαιωνίζοντας τα ανέκδοτα με τους μαύρους σε μια εποχή αβάσταχτης πολιτικής ορθότητας. Κανείς δεν επιτρέπεται να μιλήσει πλέον για τους μαύρους, τους Αλβανούς, τους Πόντιους, τους ανάπηρους, τις ξανθιές, τον Τοτό, τους κάθε είδους παρίες των παλιών ανεκδότων. Οπότε αναγκαστικά ονομάζεις παρία τον απέναντι. Δεν έχεις παιδιά, σού φταίνε οι «οικογενειάρχες». Είσαι οικογενειάρχης, σού φταίνε οι σαραντάρηδες «μπέμπηδες».

Η ψυχανάλυση έχει άλλη άποψη. Στριφογυρίζουμε με εμμονή γύρω από αυτό που δεν έχουμε, σκίζουμε τα ρούχα μας γι’ αυτό που μάς φοβίζει -είτε πρόκειται για διακοπές στον Μαυρίκιο, είτε για αγάπη. Κι ενώ έχω άπειρη συμπάθεια για τους τριανταπεντάρηδες που θεωρούν ότι η μόνη επανάσταση είναι η αιώνια εφηβεία -μέχρι πρότινος ανήκα στο στρατόπεδό τους- συνεχίζω να είμαι άνθρωπος και να ζηλεύω: τα ταξίδια για τα οποία δεν ρωτάς κανέναν εκτός από τον ταξιδιωτικό σου πράκτορα, τις νύχτες που κοιμάσαι βαθιά χωρίς να σε ξυπνάει κανείς και τίποτα πέρα απ’ τη δίψα σου, το ελαφρύ σακίδιο διακοπών τού μη γονέα.

Κατά τη γνώμη μου το θέμα είναι αλλού. Το θέμα είναι η υστερία του λάιφ στάιλ. Ο,τι πρωτοκυκλοφόρησε στη δεκαετία του ’80 στα περιοδικά ως iκαι out, up και down, hot και not εξελίχτηκε στις μέρες μας σε σημειολογική πανστρατιά προσωπικών δεδομένων. Το θέμα πλέον, για τα περιοδικά, δεν είναι απλώς αν φοράς παπούτσια πλατφόρμες ή kittehill, αν πίνεις μαρτίνι ή τεκίλα στα μπαρ, αν βάζεις στο σπίτι σου φλοκάτη α λα 70’s ή περσικό χαλί. Το θέμα είναι πώς αυτές οι επιλογές «ζωής» συνθέτουν, εν αγνοία σου, έναν παραδειγματικό τύπο ανθρώπου.

Στο εν λόγω άρθρο οι νεο-συντηρητικοί ακολουθούν την εξίσωση «πατρίς – θρησκεία – οικογένεια – Prada», διαβάζουν Νίκο Θέμελη (!), συμπαθούν τον Λαρς Φον Τρίερς (!) και τον Αναστάσιο Αλβανίας (!). Σε μια πυραμίδα αναγωγών, ο thirtysomething Νεοέλληνας που αγαπάει τα παιδιά του, αγαπάει και τη σημιτική Ελλάδα, τη σύγχρονη τέχνη που είναι αυθάδης και «παιδική», αλλά ανάβει πότε πότε και κανένα κεράκι για να ευχαριστήσει το Θεό που η χώρα απέκτησε μετρό και ανέλαβε τους Ολυμπιακούς. Στην εικονογράφηση του θέματος μια χαρακτηριστική οικογένεια νεο-συντηρητικών: η μαμά κρατάει κομποσκοίνι και φοράει -μάλλον- Prada, ο μπαμπάς το σηματάκι των Ολυμπιακών στο πέτο και ο μπόμπιρας κρατάει την ελληνική σημαία. Ετσι ολοκληρώνεται το αυθαίρετο, και ολίγον μετα-μοντέρνο μιξάζ συμπεριφορών, η νέα τρομοκρατική εξίσωση του λάιφ στάιλ: εάν είσαι ο χι και φοράς το ψι τότε ανήκεις στους πι. H Πανηγυρική Προφητεία των Περιοδικών. Εξ ού και το πρόθεμα «νεο» που ξεπλένει τις λέξεις και τις σημασίες, με το υπερ-απορρυπαντικό της συγχρονίας. Οι νεο-τάδε και οι παλαιο-δείνα. Από τη στιγμή που ολοκληρώθηκε ο μοντερνισμός έγινε της κολάσεως με τα προθέματα…

Σημειωτέον, το άρθρο είναι ιδιαίτερα καλογραμμένο. Αρκετά από τα άρθρα που παίζουν στα δάχτυλα κρυπτο-φασίζουσες νοοτροπίες είναι γραμμένα από παιδιά με PhD -προφανώς ονειρεύονταν πανεπιστημιακές έδρες και ξέπεσαν στα περιοδικά. Παίζουν την αποδόμηση στα δάχτυλα, χρησιμοποιούν πολλούς αγγλικούς όρους (όχι μόνο της επιστήμης, αλλά και της «international» ζωής), αλλά μάλλον έχουν κολλήσει στα μαθήματα ζωής της μαμάς: να κοιμάσαι το μεσημέρι, όταν τα άλλα παιδάκια παίζουν στη θάλασσα. Τα άλλα παιδάκια είναι ανάγωγα και όταν μεγαλώσουν θα γίνουν νεο-ανάγωγα. Και τότε, μωρό μου, θα δώσεις επιτέλους νόημα στις δικές μου απαγορεύσεις.