ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Προσωπα

O απολογισμός ποτέ δεν είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Το να αναζητάς στα μετόπισθεν των δικών σου γραμμών το τι έπραξες και πώς το έπραξες ή το να ψάχνεις για τα λάθη ή τις παραλείψεις σου, έχει μικρή σημασία, αν μάλιστα λάβεις υπόψη ότι ζεις και κινείσαι μέσα σ’ ένα παγκοσμιοποιημένο χάος. Υστερα, είναι κομμάτι δύσκολο να οικτίρεις τον εαυτό σου γι’ αυτά που ενδεχομένως θα ‘πρεπε να έχεις κάνει και δεν έκανες, για τα συναισθήματα που όφειλες να έχεις επιδείξει και δεν επέδειξες, για το σθένος που επίσης οφείλες να ‘χεις προβάλει τη δεδομένη στιγμή και δεν πρόβαλες, για τη βοήθειά σου, που προφανώς κάποιοι σε δεδομένη στιγμή τη χρειάστηκαν κι εσύ δεν την έδωσες.

Συνήθως αυτές οι μέρες εξαντλούνται σ’ ένα ατελείωτο πανηγύρι ευχολογίων. Ολοι προσπαθούν να πείσουν τον μικρό τους εαυτό ότι ο καινούργιος χρόνος θα ‘ναι διαφορετικός. Ισως με μεγαλύτερα διαστήματα ανάπαυλας για κάποιους, με εργασιακή τρέλα για κάποιους άλλους. Πιθανότατα γεμάτος εκπλήξεις, αισθησιασμό, ερωτισμό, παιδεμό, αλλά και με -ισμούς, σαν όλους τους -ισμούς του κόσμου. Στην πραγματικότητα, όμως, όλοι γνωρίζουν ότι η αρχή του νέου χρόνου ελάχιστα πράγματα μπορεί να σημαίνει πλην της ημερολογιακής αλλαγής, της σηματοδότησης νέας επαχθούς φορολογικής χρονιάς και ενδεχομένως την έναρξη μιας νέας ζωής.

Ο απολογισμός, λοιπόν. Το ξεφύλλισμα του βιβλίου αρχίζοντας από το τέλος για να φτάσουμε στην αρχή, στο προλογικό σημείωμα, στον τίτλο και στις εκδόσεις. Για να βρούμε τι; Ισως την εικόνα ανθρώπων που ξεπέρασαν τα όρια της απρέπειας, που επεδίωξαν αποκλειστικά και μόνο τον εξωτερικό πλούτο, την υλιστική κατάσταση. Για να βρούμε ανθρώπους υποταγμένους σε συμφέροντα και ισορροπίες παράδοξες, με κηλιδωμένη την αυτονομία του στοχασμού τους, με σκοπούς πονηρούς. Ανθρώπους που μας προσπερνούν βυθισμένοι στον άκρατο ατομισμό και στα ασήμαντα ενδιαφέροντά τους.

Μπορεί, όμως, να συμβεί και το αντίθετο. Να πέσουμε πάνω σε άτομα αρκούντως προβληματισμένα, έτοιμα να απορρίψουν οριστικά τις ευτελείς αξίες που εκμαυλίζουν συνειδήσεις. Να βρούμε μπροστά μας άτομα αποφασισμένα να αφυπνιστούν, να δεσμευθούν μέσα από τις πνευματικές και ψυχικές αναζητήσεις που επέλεξαν. Ατομα που έχουν αποβάλει από πάνω τους το ταπεινό ιδανικό της ευζωίας κι αν για κάτι παλεύουν, αυτό έχει να κάνει με τους αναπόφευκτους συμψηφισμούς μέσα στο ζωντανό σύμπαν όπου ζουν και τίποτα λιγότερο.

Ο απολογισμός, όμως οφείλει να είναι ευρύτερος. Γι’ αυτό κι αν κάποιος με ρωτούσε τι ήταν αυτό που περισσότερο τάραξε τα νερά της διεθνούς κοινότητας τη χρονιά που πέρασε, θα απέφευγα το Ιράκ και τη σύλληψη του Σαντάμ Χουσεΐν. Θα απέφευγα τον θρίαμβο της αμερικανικής δικαιοσύνης σε βάρος του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης, όταν πρόσφατα έκρινε πως ακόμη και οι κρατούμενοι στο Γκουαντανάμο δικαιούνται να έχουν πρόσβαση σε δικηγόρο και η κυβέρνηση καλά θα κάνει να συμμορφωθεί. Θα απέφευγα να μιλήσω για τον λαϊκισμό του Μπερλουσκόνι ή του Ελβετού Κριστόφ Μπλόχερ, του Γάλλου συνδικαλιστή Ζοζέ Μποβέ, του Τσάβες από τη Βενεζουέλα, ακόμη και του Λούλα της Βραζιλίας. Αλλωστε, είναι περισσότερο από βέβαιο ότι, ανεξαρτήτως της δημαγωγίας ή του φασισμού που κρύβει αυτός ο ύστερος λαϊκισμός, ο καθείς θα καταβάλει το τίμημα που του αξίζει.

θα στεκόμουν, πάντως, με μεγάλο ενδιαφέρον στο θέμα της ύπαρξης ή μη της «Δύσης». Κατά πόσον η χρονιά που πέρασε, δηλαδή, αποτελεί την απαρχή μιας νέας περιόδου, όπου η τυπική εικόνα της «Δύσης». Στα τέλη Νοεμβρίου, αρθρογράφος της εφημερίδας «Γκάρντιαν» (δυστυχώς δεν συγκράτησα το όνομά του) σημείωνε ότι η ιστορία αυτού που όλοι εμείς αποκαλούμε «Δύση – δυτικός κόσμος» εκλείπει σιγά σιγά και ότι το ενδιαφέρον, πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό, στρέφεται προς τις χώρες της Ασίας. Το ίδιο θέμα πραγματεύεται σ’ ένα κεφάλαιο του βιβλίου του «Paradise and Power» ο Αμερικανός Ρόμπερτ Κάγκαν του Ιδρύματος Carnegie, αλλά με άξονα τις διατλαντικές σχέσεις.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είδαν ποτέ με καλό μάτι την γκωλική προσήλωση στην ανεξαρτησία ούτε τους άρεσε ο βρετανικός ιμπεριαλισμός. Ενοχλούνταν από την Ostpolitik της Γερμανίας, τις στρατηγικές συζητήσεις για τα οπλικά συστήματα και τον αφοπλισμό, ιδιαίτερα στα χρόνια του Ρέιγκαν. Αλλά η ενόχληση και η δυσαρέσκεια συνήθως επουλώνονταν, μιας και οι διαφωνίες αποτελούν πάντα αναπόσπαστο κομμάτι μιας σχέσης. Εάν η «Δύση» ήταν διχασμένη, θα κατακρημνιζόταν. O κίνδυνος δεν ήταν μόνο στρατηγικός. Ηταν και ιδεολογικός, ακόμη και ψυχολογικός. H «Δύση» έπρεπε να σημαίνει κάτι, αλλιώς τι ήταν αυτό που υπερασπίζονταν; Και φυσικά, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου η Δύση σήμαινε κάτι. Σήμαινε τη φιλελεύθερη δημοκρατική επιλογή μεγάλου τμήματος της ανθρωπότητας, εκ διαμέτρου αντίθετη με την εναλλακτική επιλογή που είχε γίνει πέρα από το Τείχος του Βερολίνου.

Αυτή η πανίσχυρη στρατηγική, ιδεολογική και ψυχολογική ανάγκη να επιδεικνύεται προς τα έξω το ενιαίο της έκφρασης, το ενιαίο της Δύσης, κατερρίφθη μαζί με το Τείχος του Βερολίνου και με το γκρέμισμα των αγαλμάτων του Λένιν στην ΕΣΣΔ. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η διατλαντική σχέση και η Δύση απώλεσαν και τα τελευταία ερίσματα πειστικής συνεργασίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διεμήνυαν προς κάθε κατεύθυνση πως οι αεροπειρατές του Λάντεν έπληξαν αμερικανικό έδαφος? αυτοί δε που υποφέρουν είναι οι Αμερικανοί, όχι η Δύση. Και παρ’ ότι κανείς δεν το ‘χει προσέξει πολύ, μετά την 11η Σεπτεμβρίου, οι Ευρωπαίοι μιλούν όλο και πιο συχνά για την Ευρώπη και τον ρόλο που θα μπορούσε να έχει σ’ ένα πολυπολικό κόσμο ως αντίβαρο στην Αμερική. Οι θεσμοί προς τους οποίους σήμερα η πλειοψηφία των Ευρωπαίων απευθύνεται είναι η E.E. και τα Ηνωμένα Εθνη και η «Δύση» μοιάζει πια με παλιομοδίτικο φόρεμα, που ναι μεν το επιδιορθώσαμε αρκετά, αλλά εκείνη η δαντέλα στη μέση κάτω από το στήθος αντί να το ομορφαίνει, το χαλάει.

θα υπέθετε κανείς ότι ο ισλαμικός φονταμενταλισμός στη χειρότερή του εκδοχή θα επανέφερε στην επιφάνεια τη συνοχή του δυτικού κόσμου. Αυτό, όμως, δεν προκύπτει εύκολα από τα γεγονότα και παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που καταβάλλουν οι πρωταγωνιστές της Δύσης, τα αποτελέσματα φαντάζουν πενιχρά. Αν κάτι, λοιπόν, θα ήθελα να επισημάνω κάνοντας τον απολογισμό του 2003, είναι ακριβώς αυτή η «απώλεια». Μένει να φανεί κατά πόσον έχουμε πέσει έξω στις προβλέψεις μας και κατά πόσον το κενό της Δύσης θα είναι δυσαναπλήρωτο.