ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Δομικές αλλαγές στις εκδόσεις Suhrkamp

Δύο χρόνια μετά τον θάνατο του διευθυντή Ζίγκφριντ Ούνζελντ, οι αναταράξεις στις εκδόσεις Suhrkamp, που βρίσκεται ακόμα σε αναζήτηση ταυτότητας, συνεχίζονται. Ο Ούνζελντ διαδέχθηκε στην ηγεσία τον ιδρυτή Πέτερ Ζούρκαμπ το 1959 και ουσιαστικά θεμελίωσε τη φυσιογνωμία του εκδοτικού οίκου που δεσπόζει στη μεταπολεμική Γερμανία, φτιάχνοντας τους κλασικούς του σήμερα.

Παραιτήσεις

Με αμείωτο ρυθμό, αλλά σε χαμηλή πάντως ένταση, που συνάδει με τη γερμανική αρετή της Sachlichkeit (αντικειμενικότητα, εμμονή στην ουσία), οι εξελίξεις γύρω από τον σημαντικότερο εκδοτικό οίκο της Γερμανίας συνεχίζουν να απασχολούν τον γερμανικό τύπο και ακολουθούν ραγδαίες: μετά την παραίτηση του διευθυντή του, Γκίντερ Μπεργκ, τον οποίο είχε ορίσει προσωπικά ο Ούνζελντ και την ακύρωση της έκδοσης του δοκιμίου του Τεντ Οντεριξ, σχετικά με το Μεσανατολικό, παραιτήθηκε σύσσωμο το συμβούλιο του ιδρύματος, που απαρτιζόταν από εξέχουσες προσωπικότητες, όπως ο Γιούργκεν Χάμπερμας, ο Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, ο (πρόσφατα τιμηθέντα με το βραβείο Μπίχνερ) Αλεξάντερ Κλούγκε, ο Αντολφ Μουσγκ και ο Βολφ Ζίνγκερ.

Σε κοινή ανακοίνωσή τους, τα μέλη του συμβουλίου, των οποίων τα έργα εκδίδονται από τον Ζούρκαμπ, δήλωσαν ότι η παραίτησή τους δεν αμφισβητεί με κανέναν τρόπο την δέσμευσή τους ως συγγραφέων απέναντι στον εκδοτικό οίκο, ότι τίθενται στη διάθεση του, εάν και οι υπεύθυνοι το επιθυμούν, αλλά, όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν, «ως μέλη του συμβουλίου του ιδρύματος ήρθαμε αντιμέτωποι με βαρύνουσες αποφάσεις, οι οποίες ελήφθησαν χωρίς τη δική μας συνέργεια και παρά τις προτάσεις μας», ενώ ο Αλεξάντερ Κλούγκε συμπλήρωνε εξ ονόματος όλων «πως βρεθήκαμε σε λάθος τόπο, αλλά είμαστε σίγουροι ότι μπορούμε να φανούμε χρήσιμοι στον εκδοτικό οίκο από άλλη θέση και αυτή είναι και η πρόθεσή μας».

Ο «θάνατος του πατριάρχη» ήταν λογικό πως την επόμενη μέρα θα επέφερε στις εκδόσεις Suhrkamp τις αναγκαίες, όσο και επώδυνες αλλαγές, που δεν σχετίζονται μόνο με τις προσωπικές επιλογές και τη στελέχωση των διευθυντικών θέσεων στον εκδοτικό οίκο του Εσσε, του Μπρεχτ, του Κέπεν, των Ρόμπερτ και Μάρτιν Βάλζερ, αλλά και του Μπένγιαμιν, του Αντόρνο και του Χάμπερμας, αλλά κυρίως με τον πόλεμο θέσεων και κινήσεων, που σχετίζονται με τη συνέχεια του «πολιτισμού του Ζούρκαμπ», καθώς και με εκείνες τις τομές, που επιβάλλονται από την αναδιάταξη του εκδοτικού τοπίου και τις αλλαγές στην αγορά του βιβλίου.

Η Ούλα Ούνζελντ-Μπερκέβιτς, κληρονόμος αυτής της παράδοσης, κρατάει στα χέρια της τις τύχες ενός εκδοτικού, που «δημιουργεί συγγραφείς». Καλείται να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις των καιρών, αλλά και τη δυσπιστία απέναντι στο πρόσωπό της, που στα σχόλια του τύπου εκφράζεται συχνά με την «αρχή του μισογυνισμού», όπως χαρακτηριστικά σημείωνε ο Τόμας Μάινεκε από τις σελίδες της Frankfurter Allgemeine Ζeitung.

Σε πρόσφατη συνέντευξή της, στην ίδια εφημερίδα, η Μπερκέβιτς δήλωνε, στο πνεύμα του Κομφούκιου, ότι «όποιος γνωρίζει τον στόχο, μπορεί και αποφασίζει», θεωρώντας ότι οι αναταραχές είναι χρήσιμες, όσο αναγκαία είναι και η επιστροφή της ηρεμίας στις εκδόσεις, και εκφράζοντας την πεποίθησή της, ότι οι πρόσφατες εξελίξεις στον εκδοτικό οίκο δεν πρόκειται να επηρεάσουν στο ελάχιστο τον «πολιτισμό του Ζούρκαμπ και του Ούνζελντ».

Ουσιαστικά, η διάδοχος του Ζίγκφριντ Ούνζελντ, πρώην ηθοποιός και σήμερα πλέον αναγνωρισμένη συγγραφέας, καθώς ακροβατεί ανάμεσα στη μυθοποίηση και την εξομάλυνση, καλείται να διανύσει την ίδια διαδρομή που προέβλεψε για την ηρωίδα της νουβέλας της (Michel, sag ich/ Μίχελ, λέω), η οποία αναζητεί στην πόλη τον σύντροφό της, και που κυκλοφόρησε περίπου είκοσι χρόνια πριν από τις εκδόσεις τις οποίες διευθύνει σήμερα. Ulla, sag ich…