ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

H πεζογραφία του Λεωνίδα Ζησιάδη

Πρόσφατα το παράρτημα του ΕΛΙΑ στη Θεσσαλονίκη, με πρωτοβουλία της δραστήριας υπεύθυνής του Μαργαρίτας Καλαφάτη και παρουσία του προέδρου του Μάνου Χαριτάτου, πραγματοποίησε πολύμορφη εκδήλωση τιμής στον πεζογράφο Λεωνίδα Ζησιάδη (1923-2000).

Το πρώτο βιβλίο του Λεωνίδα Ζησιάδη, «Θεσσαλονίκη όσα θυμάμαι», το είδα πριν από 13 χρόνια, στο τμήμα περί Θεσσαλονίκης, που είχαν συστήσει όλα τα κεντρικά βιβλιοπωλεία και που προκαλούσε εκείνη τη δυσφορία του κορεσμού – είχαμε πήξει πλέον, ιδιαίτερα μετά τον εορτασμό των 2.300 χρόνων από την ίδρυση της πόλης στις εκδόσεις με θέμα τη Θεσσαλονίκη. Ετσι σήκωσα τον τόμο μηχανικά, ανόρεχτα. Κόντευαν τα Χριστούγεννα και στο βιβλιοπωλείο υπήρχε συνωστισμός. Κάποια στιγμή, έπειτα από κάμποσα σκουντήματα έκλεισα το βιβλίο με το στανιό, όπως όταν μας ξυπνάνε χωρίς να έχουμε χορτάσει ύπνο, το πήρα κι έφυγα προς το σπίτι σαν να το είχα κλέψει. Τον Ζησιάδη δεν τον γνώριζα. Αλλά τη γειτονιά του, την πόλη του, τις θειες του, τη μάνα του, τους φίλους του τα ήξερα όσο ακριβώς τη γειτονιά μου, την πόλη μου, τις θειες, τη μάνα και τους φίλους μου. Είχα ανακαλύψει ένα μεθυστικό βάρδο – αφηγητή που διηγιόταν εκείνο το ανεπανάληπτο όσο και ανεξάλειπτο του καθενός μας έπος. Το έπος των παιδικών και των νεανικών χρόνων – επειδή τι πιο επικό από τα παιδικά και τα νεανικά χρόνια του καθένα μας; Βεβαίως, οι παραλήπτες ήταν χιλιάδες όπως αποδείχθηκε, χιλιάδες αναγνώστες, ο καθένας με τον δικό του ορίζοντα εμπειρίας αλλά όλοι εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτήτες των βιωμάτων του συγγραφέα.

Η πόλη

Σταθερό σημείο αναφοράς στην πεζογραφία του Λεωνίδα Ζησιάδη, χρονικό, αναμνήσεις, μυθοπλασία, είναι η πόλη της Θεσσαλονίκης. Δύο αυτοβιογραφικά βιβλία και τρία μυθιστορήματα είναι το απόθεμα που μας άφησε, έχοντας ξεκινήσει σε ώριμη ηλικία, στις αρχές της περασμένης δεκαετίας. Τα αυτοβιογραφικά προηγήθηκαν «Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι» (1991) και «Στη Θεσσαλονίκη τότε» (1993). Εστιασμένα προεξαγγελτικώς στην πόλη ως θέμα αποτέλεσαν ευχάριστη έκπληξη. Τούτο επειδή ο Ζησιάδης δεν έπεσε στη λούμπα της σοβαροφάνειας που, είτε επιστημονική είτε λογοτεχνική, χαρακτήριζε την πλειονότητα των εκδόσεων με θέμα την πόλη. Αλλά και για άλλους λόγους. Θα περιοριστώ σε τρεις:

1. Σχεδόν κάθε αυτοβιογραφικό κείμενο έχει μικρή ή μεγάλη, συνήθως μεγάλη, δόση ναρκισσισμού και ρητά ή υποδορίως εκφράζει την πρόθεση του δημιουργού του για αυτοδικαίωση. Το αποτέλεσμα είναι συνήθως η απαρίθμηση μιας σειράς από δυσκολίες και αντιξοότητες κάθε λογής που προοδευτικά εξελίσσονται σε προσωπικούς θριάμβους στο κοινωνικό, το προσωπικό και το επαγγελματικό πεδίο. Τι από αυτά συναντάει κανείς στα δύο αυτοβιογραφικά βιβλία του Ζησιάδη; Τίποτε απολύτως. Κανένα του κατόρθωμα, πραγματικό ή φανταστικό, δεν διακρίνεται στα αυτοβιογραφικά αυτά αφηγήματα. Αποτέλεσμα: O αναγνώστης ταυτίζεται με την αφήγηση στα πιο πολλά αν όχι σε όλα της τα συστατικά: τις δυσκολίες της ένταξης του προσφυγικού πληθυσμού, τη φτώχεια, τη στέρηση, το επίμονο αίσθημα αξιοπρέπειας, την αλληλεγγύη, τη ζεστασιά, τον πολιτισμό.

2. O πολιτισμός αυτός δεν ωραιοποιείται μέσω της νοσταλγίας. Οι ήρωες του χρονικού και της μυθοπλασίας που θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει ως τύπους διαθέτουν αρκετά μη τυπικά χαρακτηριστικά ώστε να φαίνονται πειστικοί και αληθινοί άνθρωποι. Υπάρχουν όλες οι κλίμακες της ανθρώπινης συμπεριφοράς, της κατά κανόνα υπαγορευμένης από το συμφέρον, δηλαδή την ανάγκη, του κάθε ξεχωριστού ανθρώπου. Οι δυσκολίες της προσφυγικής μικροαστικής οικογένειας, με τα στενεμένα οικονομικά, οι στερήσεις από την εγκατάσταση ώς το τέλος του πολέμου και αρκετά αργότερα ακόμα, μέσα σε μια πόλη που αλλάζει όχι μόνο δραματικά, αλλά προπάντων τραγικά το εθνογραφικό, το δημογραφικό και το χωροταξικό της πρόσωπο είναι στο προσκήνιο. Μικρή και μεγάλη ιστορία συμπλέκονται η δεύτερη ως φόντο της πρώτης και καταγράφονται νηφάλια, συνάμα όμως και ερεθιστικά, οι επιπτώσεις της μεγάλης στη μικρή, του δημόσιου στον ιδιωτικό, του πάνδημου στο προσωπικό.

Ασφαλώς ο Ζησιάδης διακινδυνεύει την περίπτωση να στοχεύει στο ενδιαφέρον ενός κοινού ανάλογης ηλικίας και βιωμάτων. Να μικρύνει, επομένως, τις διαστάσεις της κειμενικής πρόσληψης στον κύκλο των νοσταλγών ενός περασμένου χρόνου που και μόνο από το στοιχείο της ιστορικότητάς του παίρνει τις διαστάσεις χαμένου παράδεισου. Το ρίσκο, ωστόσο, ζυγοσταθμίζει η ικανότητά του να φιλοτεχνεί πειστικά τις εικόνες, να προκαλεί αποτελεσματικά τους συνειρμούς του προσωπικού με το κοινό βίωμα: η αφήγηση είναι σφιχτά δομημένη και η δυναμική της δείχνει ότι δεν χρειάζεται εξωτικούς κόσμους για να αγκιστρώσει τον αναγνώστη. Οτι και η καθημερινότητα μπορεί να είναι συναρπαστική χωρίς τίποτε ασήμαντο, ακόμα και από τα τετριμμένα.

Η πεζογραφική του διαδρομή ξεκινάει από την αυτοβιογραφία και φτάνει στη μυθοπλασία. Στο πρώτο του «Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι» (1991), στο μεγαλύτερο μέρος, η αφήγηση είναι σχεδόν αποκλειστικά για την πόλη, χωρίς αναφορά στον ίδιο και στην οικογένειά του. Στο δεύτερο, «H Θεσσαλονίκη, τότε», η αναλογία αντιστρέφεται και τα γεγονότα της ζωής του οικογενειακού και του ευρύτερου συγγενικού κύκλου κυριαρχούν.

Ο Συμεών

Η μετάβαση από το αυτοβιογραφικό χρονικό στη μυθοπλασία γίνεται με το βιβλίο «Συμεών ο Πρόσφυγας». Εδώ τα πραγματικά πρόσωπα και περιστατικά του ανθρωπολογικού τοπίου των δύο προηγούμενων εμπλέκονται περιφερειακά με τον κεντρικό μύθο, ήρωας του οποίου είναι ο Συμεών. «O Συμεών ο Πρόσφυγας», πρόσφυγας με καραμανλίδικη καταγωγή και σταθερό γνώμονα τις αξίες του ανατολίτικου νοητικού του υπόβαθρου, διαγράφει μια ιλιγγιώδη επιχειρηματική πορεία στην οποία η κοινωφελής προσφορά παίζει σημαντικό ρόλο. Ακολούθησαν τα καθαρά μυθιστορήματα «Θεώνη» και «Το Αδιέξοδο» (1997), τίτλος αμφίσημος του τελευταίου που είναι, κατά τη γνώμη μου, το ωριμότερο μυθοπλαστικό του έργο.

3. Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι ο Ζησιάδης, στα δύο από τα τρία μυθιστορήματά του έχει για κεντρικό ήρωα τον Αλλον, έναν πρόσφυγα Μικρασιάτη στο «Συμεών», έναν Εφτανησιώτη μουσικό στο «Αδιέξοδο». Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει το πρόβλημα υποδοχής του ξένου – κυρίως στο πολιτισμικό επίπεδο. Σύμφωνα με το σχήμα που διαγράφουν τα δύο βιβλία, ο ορίζοντας ενσωμάτωσης είναι πολύ ευρύτερος για τον διορατικό επιχειρηματία με την αυταρχική φύση και τη δίκαιη κρίση, τον Συμεών που αποτελεί συμβολική αναφορά στον δυναμισμό με τον οποίο μπόλιασε ο προσφυγικός πληθυσμός τη μεσοπολεμική κοινωνία.

Εύστοχη ματιά

Αντίθετα, πολύ στενόχωρος είναι ο ορίζοντας για τον κόσμο που κατά τον συγγραφέα πεθαίνει, έναν κόσμο διαφορετικών πολιτισμικών αξιών που τον συμβολίζει ο Εφτανησιώτης καθηγητής μουσικής Ευριπίδης Ακριβόπουλος στο «Αδιέξοδο». Το ταλέντο του πρώτου να βγάζει χρήματα βαραίνει ασυγκρίτως περισσότερο στην εκτίμηση του περίγυρου απ’ όσο το ταλέντο του δεύτερου να γράφει και να παίζει μουσική. H μυθοπλαστική κατάληξη και των δύο, πάντως, δεν αφήνει αμφιβολίες ότι για τον Ζησιάδη αποτελούν έσχατα τιμαλφή ενός κόσμου στον οποίο, μεταπολεμικά, ως συμβολικές ατομικότητες, έχουν ξεπεραστεί.

Ο Λεωνίδας Ζησιάδης ήταν ένας συγγραφέας που δεν είχε εξαντλήσει τα περιθώριά του. Με τα βιβλία του απέδειξε ότι μπορούσε να αξιοποιήσει με αφοπλιστική σεμνότητα δοκιμασμένους κώδικες για να αποτυπώσει εύστοχα και συναρπαστικά τη δική του ματιά.

(1) O κ. Αντώνης Κωτίδης είναι καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.