ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Σε αγγελικούς λειμώνες

Οι ιστορίες συνήθως χωρίζουν τη συνολική παραγωγή των καλλιτεχνών εκείνων που το έργο τους χαρακτηρίζει μια αδιάπτωτη και αμείωτη δημιουργική εξέλιξη, σε τρεις περιόδους ή φάσεις, αντίστοιχες με την ηλικία του ανθρώπου, και με την τελευταία να καταλαμβάνει τα υψηλότερα έργα ως το απόσταγμα της πορείας τους στην τέχνη και τη ζωή. Μέσα στα όρια του καθενός φυσικά.

Οι τρεις φάσεις

Αυτό συμβαίνει και με τον Μπετόβεν, με τη διαφορά από άλλους καλλιτέχνες, ότι η τελευταία του φάση περιλαμβάνει όχι μόνο τα υψηλότερα έργα του ίδιου, αλλά και μερικά από τα υψηλότερα έργα του ανθρώπου γενικά. H φάση τούτη συμπεριλαμβάνει τα τελευταία κουαρτέτα, τις τελευταίες σονάτες για πιάνο, τις Παραλλαγές Ντιαμπέλι για πιάνο, το τελευταίο σετ με Μπαγκατέλες, την Ενάτη Συμφωνία και τη Missa Solemnis.

H φάση αυτή, όχι μόνο μουσικά αλλά και στοχαστικά είναι το θέμα του τελευταίου έως στιγμής βιβλίου του Μέιναρντ Σόλομον για τον Μπετόβεν – «O ύστερος Μπετόβεν. Μουσική, σκέψη, φαντασία» (Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, 327 σελίδες, 29,95 δολάρια).

Ο Σόλομον, καθώς γράφει ο Τζέιμς P. Οστριτς στους «Νιου Γιορκ Τάιμς», ακόμη και αν είχε τελειώσει ό,τι είχε να πει για τον Μπετόβεν με τη βιογραφία του συνθέτη το 1977 (αναθεωρημένη το 1998) και τον τόμο «Δοκίμια για τον Μπετόβεν» (1988) και τα πολλά άρθρα του, ήδη θα είχε πει πολλά. Αλλά έχει και άλλα να πει.

Στο βιβλίο του τούτο εμβαθύνει στα θεμελιώδη εκείνα θέματα της μπετοβενικής δημιουργίας, τα οποία ριζώνουν μεν στις προηγούμενες φάσεις του αλλά που στην τελευταία έχουν ογκωθεί και αγκαλιάσει την ύστερη φάση του, τη σκέψη και το στυλ του, σαν μια τεράστια θάλασσα.

Αυτό που αναδύεται από την εμβάθυνση είναι το κυβιστικό πορτρέτο ενός ανθρώπου μονήρους κι εσωστρεφούς, ένα πορτρέτο ιδωμένο από πολλές γωνίες, οι οποίες επικαλύπτονται και σβήνουν η μία μέσα στην άλλη. H κοινή αντίληψη λέει ότι με τη Συμφωνία αρ. 3 «Ερόικα» του 1803, ο κλασικιστής Μπετόβεν της προηγούμενης περιόδου του δρασκέλισε το κατώφλι και μπήκε στην επόμενη φάση του, την ηρωική, μ’ έναν υποδόριο Ρομαντισμό. Τον ρομαντισμό αυτόν, στην τρίτη και τελευταία φάση του, από το 1813 περίπου ώς τον θάνατό του το 1827, ανύψωσε σε απίστευτες πριν κορυφές και εισήλθε σχεδόν στον Μοντερνισμό. Υπάρχουν και εκείνοι που λένε ότι αν είχε ζήσει δέκα χρόνια ακόμη, θα είχε προλάβει τον Βέμπερν.

Ο Σόλομον δεν προβαίνει σε τέτοιες εικασίες παρότι θα μπορούσε. Και μολονότι δεν είναι ο πρώτος, η συμβολή του είναι σημαντική στη διασαφήνιση της ουσιαστικής ασάφειας του χωρισμού σε φάσεις και των ορίων τους. Και ναι, ο όρος ρομαντισμός, ως δηλωτικός της λεγόμενης τελευταίας φάσης του Μπετόβεν, κατά βάση στέκει. Το πρόβλημα είναι οι προσδιορισμοί, πώς ορίζουμε μια έννοια και τι περιεχόμενο της δίνουμε.

Η έννοια ρομαντισμός, π.χ. για τον Σόλομον, είναι η μεταφυσική λαχτάρα ή η μεταφυσική της λαχτάρας, μια ορμή προς όλα τα δυνατά αντικείμενα της επιθυμίας και τα χαμένα και όσα απραγματοποίητα φέρνει το μέλλον. Τούτο αφορά και το κλασικό παρελθόν που, για ορισμένους, στην περίπτωση του Μπετόβεν, είναι ένας αργοβάδιστος, ένας καθυστερημένος στην αργοπορία του κλασικισμός.

Τα δύο τούτα, τον καθυστερημένο κλασικισμό και τον ελαύνοντα ρομαντισμό, προσπαθεί να εξισορροπήσει ο Σόλομον, πάντα στην περίπτωση του Μπετόβεν. Γράφει: «O ρομαντισμός έδωσε μεν στον Μπετόβεν τη δυνατότητα να εκφράσει στη μουσική το ασύλληπτο και το άπειρο, αλλά η θέλησή του για μορφή, ο κλασικισμός του δηλαδή τον βοήθησε να θέσει όρια στο απεριόριστο. H τάξη εν μέσω της αταξίας είναι το ζητούμενο του Σόλομον γι’ αυτό και αναζητεί θραύσματα ιδεών ακόμη και άναρθρων στα σημειωματάρια του κουφού συνθέτη και τα γράμματά του. Και γράφει πάλι, σχετικά με τα αισθητικά πιστεύω του Μπετόβεν ότι: «Είναι πιθανό μέσα στο ενθουσιασμένο άτακτο κράμα αδούλευτων και ανεπεξέργαστων ιδεών του, να βρίσκεται μια τάξη και μια κατευθυντήρια, δημιουργική ιδέα μέσα στις σκέψεις του για την τέχνη και τον καλλιτέχνη».

Τις πηγές του τις κατέχει τόσο απόλυτα ώστε να μπορεί να γράφει κατηγορηματικά ότι ο Μπετόβεν πουθενά δεν ασχολήθηκε άμεσα με αυτόνομα θέματα της Αισθητικής, όπως η ομορφιά, το υψηλό, η αισθητική κρίση ή το αισθησιακό υπόστρωμα της τέχνης. Σ’ αυτά όπως και σε άλλα ο αναγνώστης μπορεί να εμπιστεύεται τον συγγραφέα ότι ξέρει τι λέει. Στην περίπτωση π.χ. της Εβδομης Συμφωνίας (1811-12), ένα έργο γενικά θεωρούμενο ως το κορυφαίο επίτευγμα της ηρωικής περιόδου του Μπετόβεν, ο Σόλομον ενδελεχώς εκθέτει τα ευγενή θέματα που χρησιμοποίησε ο συνθέτης, τα οποία ήταν κυρίως ένα: οι ρυθμοί της αρχαιότητας.

Φάση του αναγνώστη

Είναι ένα βιβλίο που μοιραία στέλνει τον αναγνώστη στη μουσική, όπως η στοχαστική μονογραφία ενός ζωγράφου στη ζωγραφική του. Ομως, τα πρωτότυπα έργα ενός ζωγράφου βρίσκονται διασκορπισμένα σε διάφορα μουσεία του κόσμου, ενώ cd με τη μουσική του Μπετόβεν μπορεί να βρει κανείς σε οποιοδήποτε δισκοπωλείο. Και είναι πλεονέκτημα του βιβλίου του Σόλομον ότι παρωθεί τον αναγνώστη στη μουσική, η οποία μόνη μπορεί να επαληθεύσει ή να καταρρίψει τις ιδέες του.