ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Υποθεσεις

Μια φορά κι ένα καιρό, και για την ακρίβεια χίλια πεντακόσια χρόνια πριν, ένας από τους «εφευρέτες» της δημοκρατίας, ο Αθηναίος Κλεισθένης, «πρώτον μεν συνένειμε πάντας εις δέκα φυλάς αντί των τεττάρων, αναμείξαι βουλόμενος, όπως μετάσχωσι πλείους της πολιτείας? όθεν ελέχθη και το μη φυλοκρινείν, προς τους εξετάζειν τα γένη βουλομένους». O Αριστοτέλης τα λέει αυτά, στο έργο του «Αθηναίων πολιτεία». Λέει δηλαδή ότι ο μεταρρυθμιστής Κλεισθένης ανέμειξε το πλήθος και όρισε να είναι δέκα πια οι φυλές κι όχι τέσσερις. Ηθελε έτσι να δώσει τη δυνατότητα να συμμετέχουν στη διακυβέρνηση της πόλης όσο το δυνατόν περισσότεροι αλλά και να ανακόψει το «φυλοκρινείν», δηλαδή τη μονόδρομη σύνδεση της αξίας κάθε πολίτη με την καταγωγή του, τη φυλή του. Αποφάσισε επιπλέον να προσαγορεύονται οι νέοι πολιτογραφούμενοι με το όνομα του δήμου και όχι του πατέρα τους, η δε εξουσία του επιστάτη των πρυτάνεων, του αρχηγού του κράτους ουσιαστικά, να μην ξεπερνάει, άκουσον άκουσον, το ένα ημερονύκτιο. Για ποιον λόγο; Μα για να μην προλάβει κανείς να ηττηθεί από τον πειρασμό της κατάχρησης, για να μη γίνει καθεστώς.

Μιας και η ιστορία αυτή, παρότι τεκμηριωμένη και καταγραμμένη, μοιάζει με ευφάνταστο παραμύθι, ας φανταστούμε κι εμείς ότι ο Κλεισθένης δανείζεται στον Κάτω Κόσμο τη μηχανή του χρόνου από τη σκιά του κατασκευαστή της, του Χέρμπερτ Τζορτζ Γουέλς, και ταξιδεύει ώς τις μέρες μας, να δει πώς πάνε τα πράγματα στα μέρη όπου μια φορά κι ένα καιρό, όπως είπαμε, φύτεψε ένα δεντράκι. Αν, για να επιμείνουμε στις ακραίες υποθέσεις, αναγνωρίσει την Αθήνα, αν φανταστεί ότι κάτω από το τσιμέντο τρέχουν τα αγαπημένα του ποτάμια της, κι αν εξοικειωθεί με τις εφημερίδες και την τηλεόραση, θα μάθει -και θα πάθει- πολλά. Πρώτον, ότι το «φυλοκρινείν» ζει και βασιλεύει εν πλήρει δημοκρατία, αφού ο καθείς αξιολογείται, καταδικάζεται ή αποθεώνεται βάσει της καταγωγής του, και μάλιστα του εξωτερικότερου γνωρίσματός της: του χρώματος της επιδερμίδας? δεύτερον, ότι το κόλπο του, να προσαγορεύονται οι νεοπολίτες με το όνομα του δήμου κι όχι του πατέρα τους, δεν έπιασε, αφού σχεδόν όλα τα μέλη του πρυτανείου, βουλευτές και λοιποί, πολιτεύονται επενδύοντας αποκλειστικά στο πατρικό τους όνομα? τρίτον, θα διαπιστώσει ότι μια χιλιετία μετά, οι τέσσερις φυλές, που τις πολλαπλασίασε για να μειώσει την εξουσία τους, παραμένουν τέσσερις, αν δεν έχουν μειωθεί σε τρεις: τέσσερα (ή τρία;) γένη εξουσίας, κλειστές «φυλές», «οίκοι», «δυναστείες», «τζάκια», όπως θα πληροφορηθεί ότι αποκαλούνται σ’ αυτήν την καινούργια γλώσσα που κάτι οικείο του θυμίζει αλλά δεν την πολυκαταλαβαίνει. Στην επιστροφή του στον άλλο κόσμο θα πέσει πάνω σε ελληνομαθείς Λατίνους, σκιώδεις εννοείται, κι αυτοί, εκμεταλλευόμενοι τον άπειρο χρόνο που διαθέτουν οι σκιές, θα του εξηγήσουν λεπτομερέστατα τι εστί νεποτισμός.

Βέβαια, ούτε σε τούτον τον κόσμο ούτε στον άλλον θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι ο μόνος τρόπος για να αποφύγουμε μια στρέβλωση ή νόθευση είναι να επιχειρήσουμε μιαν αντίθετης κατεύθυνσης στρέβλωση ή νόθευση? δεν είναι σίγουρο ότι ένα λυγισμένο ραβδί θα έρθει στα ίσια του αν το ζορίσουμε λυγίζοντάς το από την ανάποδη? μπορεί και να σπάσει. Με άλλα λόγια, δεν νοείται η εισαγωγή ενός αυστηρού «ονοματοκρινείν» αντί του παλαιού «φυλοκρινείν». Δεν νοείται δηλαδή ο νομοθετικός αποκλεισμός από τη νομή της εξουσίας όσων κληρώθηκαν να φέρουν πολύφερνο και πολιτικώς «κεκυρωμένο» επώνυμο (για τον ίδιο λόγο που δεν νοείται, ούτε χάριν ενός βάναυσου αστεϊσμού, ο αποκλεισμός ή η περιθωριοποίηση όσων έχουν τάχα κακόηχο όνομα, έναν αποκλεισμό που τον επιχείρησε ο θορυβοποιός κ. Πάγκαλος, σαν φορέας τρανού ονόματος αυτός).

Είναι παλιά η παράδοση, κληρονομημένη από κοινωνίες πολύ πιο κλειστές από τη δική μας που αυτοθαυμάζεται για την ανοιχτοσύνη της, να γίνεται τσαγκάρης ο γιος του τσαγκάρη (ξεκινώντας νωρίς σαν καλφόπουλο στο εργαστήρι του πατέρα του), ψαράς ο γιος του ψαρά, βιολιτζής ο γιος του βιολιτζή. Κανένας από αυτούς τους ονομαστικούς και εργασιακούς επιγόνους όμως δεν θα άντεχε στην αγορά αν δεν αποδείκνυε έγκαιρα ότι «πιάνουν τα χέρια του», ότι διαθέτει κι άλλα προσόντα εκτός από το καλό όνομα. Κι εδώ ακριβώς εντοπίζεται ένας από τους κακούς κόμπους που απειλούν να μετατρέψουν τη δημοκρατία σε κληρονομική ή σε συντεχνιακή: Στην αγορά της πολιτικής μπορείς και να εισέλθεις και να αναδειχθείς δίχως να χρειαστεί να αποδείξεις ότι διαθέτεις κάτι περισσότερο απο τον κλήρο του ονόματος. Μπορείς να προκόψεις εις βάρος άλλων πιθανόν αξιότερων δίχως κανένα άλλο διαπιστευτήριο εκτός από εκείνο που σου προσφέρει το βαρύ όνομα. Αίφνης, ο νεότερος πολιτευόμενος της οικογένειας Μητσοτάκη βρίσκει (όπως και οι συνεχιστές του Γ. Γεννηματά, του Γ. Βαρβιτσιώτη, του Ευ. Γιαννόπουλου, του M. Κουτσόγιωργα κ.ά.) τα κανάλια ανοιχτά και τα μικρόφωνα προτεταμένα, όχι επειδή πρόλαβε (πότε;) να αποδείξει ότι έχει να πει πράγματα σοφότερα από τους συνυποψηφίους τους αλλά επειδή πλεονεκτεί, όντας εφοδιασμένος με το διαβατήριο του ονόματος. Αίφνης επίσης (αν και σύμφωνα με τους πρωθυπουργικούς αγιογράφους δεν πρόκειται για αιφνιδιασμό αλλά για καλομελετημένο σχέδιο του κ. Σημίτη), το ΠΑΣΟΚ αναζητεί τη σωτηρία στον Γεώργιο Ανδρέου Παπανδρέου, με την ελπίδα ότι, με το διπλασιασμένο ονομαστικό κύρος του (του παππού και του πατέρα του), μ’ αυτό το «δύο σε ένα», με την κληρονομημένη αίγλη του δηλαδή, θα αντιρροπήσει την επίσης κληρονομημένη ονομαστική αίγλη του Κώστα Καραμανλή. Το γεγονός ότι αυτή η κληροδοσία εξουσίας δεν παρατηρείται μόνο στην «αφώτιστη Ανατολή» αλλά και στην «πεφωτισμένη Δύση» (σκοτεινότερο παράδειγμα ο Τζορτζ Μπους υιός του Τζορτζ Μπους) δεν αναιρεί το φόβο ότι, με την ακινητοποίηση του χρόνου, με τη διαρκή επιστροφή στο παρελθόν και στα είδωλά του, μειώνεται η δημοκρατία, υποτάσσεται στους όρους ενός παράδοξου οικογενειακού δικαίου, καταντάει απλή φόρμα, ενώ ταυτόχρονα αποκαλύπτεται σε μια από τις απωθητικότερες μορφές του ο συντεχνιακός χαρακτήρας της πολιτικής.

Αλλα ας γυρίσουμε στα παραμύθια. Μια φορά κι ένα καιρό λοιπόν, λέει ο Πλούταρχος βιογραφώντας τον Αντώνιο, εμφανίστηκαν στη Ρώμη κάμποσοι πολιτικάντες που απαιτούσαν να γίνουν βουλευτές διότι, όπως ισχυρίζονταν, το αξίωμα αυτό τους το είχε προσφέρει με τη διαθήκη του ο αποθανών Ιούλιος Καίσαρας? η «διαθήκη» φυσικά ήταν ελαφρώς παραχαραγμένη, η δε επίκληση της αυτοκρατορικής βουλήσεως ενός νεκρού δεν μετρούσε ιδιαίτερα, «διό τούτους άπαντας επισκώπτοντες οι Ρωμαίοι Χαρωνίτας εκάλουν? ελεγχόμενοι γαρ εις τους του νεκρού κατέφευγον υπομνηματισμούς», προσέφευγαν στο «χαροντικόν δίκαιον» σαν να λέμε. Με τόσες σκιές να ορίζουν ασφυκτικά το πολιτικό σκηνικό, με τόσα ιερά ονόματα και φαντάσματα να το ρυθμίζουν και με τόσους νεοχαρωνίτες, είναι βέβαιο ότι πατήσαμε προ δωδεκαημέρου το 2004;