ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μαγεία Χατζιδάκι και Κουν από τα χέρια των παιδιών…

Απροσδόκητη συγκίνηση περίμενε τις μέρες αυτές στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης τους θεατές της παράστασης «O ύμνος στους θεούς ας πάει» την οποία ετοίμασαν οι μαθητές της δραματικής σχολής του θεάτρου στη μνήμη του Μάνου Χατζιδάκι και τη συνεργασία του με τον Κάρολο Κουν -μιας συνεργασίας τόσο γόνιμης, που πλούτισε, αν όχι και καθόρισε, το θέατρο και τη μουσική μας το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα.

Δεν επρόκειτο καθόλου για ένα απλώς συμπαθητικό και, λίγο πολύ, ερασιτεχνικό «αφιέρωμα» στις μουσικές που γέννησε η συνεργασία των δύο δημιουργών, όπως θα μπορούσε να εικάσει κανείς. Επρόκειτο για μια πληρέστατη παράσταση, εκλεκτής αισθητικής, που εκτός από τη μουσική της διάσταση -το «σίγουρο χαρτί» – χαρακτηριζόταν κι από έντονη θεατρικότητα. Θεατρικότητα που προέκυπτε από μνήμες σκηνών των παραστάσεων Κουν-Χατζιδάκι, χωρίς να τις προδίδει αλλά και χωρίς να εξαντλείται εκεί. Σπουδαίο επίτευγμα.

Μπροστά στα μάτια των έκπληκτων θεατών όχι μόνο ζωντάνευαν με πειστικότητα λόγια, πρόσωπα, ηθοποιοί, μνήμες των «μυθικών» εκείνων παραστάσεων, πράγμα από μόνο του πολύ συγκινητικό, αλλά ταυτόχρονα, μέσα από τα πρόσωπα και τα σώματα, μέσα από τα μάτια των νέων παιδιών που έπαιζαν, μέσα από το δόσιμο και τον πυρετό με τον οποίο είχαν αφεθεί σ’ εκείνον τον αξιομνημόνευτο κόσμο που δεν γνώρισαν, φανερωνόταν μια απολύτως σύγχρονη ευαισθησία, μια παρήγορη μαρτυρία για το τόσο απαξιωμένο σήμερα.

Αυτός ο συνδυασμός μνήμης και παρόντος, η επίκληση μιας ολοζώντανης ακόμα κληρονομιάς και ταυτόχρονα η αποκάλυψη στα πρόσωπα των παιδιών της δίψας και της ανάγκης για ανάταση που υπάρχει πάντα και σήμερα, γεννούσαν μεγάλη συγκίνηση. Που δεν την πρόδωσε ούτε στιγμή η παράσταση -ώς το τέλος. Για να αποδειχτεί και πάλι ότι στο θέατρο η συγκίνηση, η μέθεξη, η μαγεία, δεν έχει ανάγκη και πολλά πολλά για να γεννηθεί. Υπέροχα κοστούμια από χαρτί έφτιαχνε εκεί μέσα ο Τσαρούχης, υπάρξεις εμβληματικές εκμαίευε από εξίσου νέα παιδιά ο Κουν, αθάνατες μουσικές σε πακέτα από τσιγάρα έγραφε ο Χατζιδάκις…

Η παράσταση ήταν απλή και σοφή στο στήσιμό της: Ακολούθησε τη χρονολογική σειρά των έργων που με μουσική Χατζιδάκι ανέβασε ο Κουν από το 1944 ώς το 1960. Στα δεξιά, πότε καθισμένος στην πρώτη σειρά, πότε όρθιος επί σκηνής, βρισκόταν ο Γιάννης Φέρτης, που είχε λάμψει κι αυτός ως μαθητής του Κουν στην ίδια σκηνή και ο οποίος (ζώσα μνήμη) εκτελούσε χρέη παρουσιαστή μαζί με τον συνθέτη Φίλιππο Τσαλαχούρη, που βρισκόταν στα αριστερά της σκηνής, στο πιάνο, με άλλους δύο μουσικούς.

Τα παιδιά, καμιά σαρανταριά μαθητές του Γ’ και του B’ έτους, μονάδες, ανά δύο, σε σύνολα, έρρεαν συνέχεια σαν γάργαρο νερό από τα παρασκήνια στη σκηνή και σ’ ολόκληρο τον ποτισμένο θέατρο χώρο του Υπογείου, παίζοντας, τραγουδώντας, χορεύοντας, ζωντανεύοντας τα έργα, τη μουσική, τους ήρωες, τις καταστάσεις, τους ηθοποιούς που νέοι κι αυτοί τότε πρωτόπαιξαν -και τι δεν έπαιξαν: «Γυάλινος κόσμος» του Ουίλιαμς το ’47, «Ματωμένος Γάμος» του Λόρκα, ’48, «Λεωφορείον ο πόθος» το ’49, «Τριαντάφυλλο στο στήθος», «O κύκλος με την κιμωλία» και «Πλούτος» την περίοδο ’56-’57, «Περλιμπλίν και Μπελίσα» το ’58, «Ευρυδίκη» το ’60 και κορύφωση, φυσικά, με τους αθάνατους «Ορνιθες»…

Πρόσωπα νεότητας αστραφτερά, μάτια πυρέσσοντα και σώματα εύπλαστα ανάστησαν στιγμές που έχουν γίνει μύθος πια όχι μόνο στο θέατρό μας, αλλά στο σύγχονο ελληνικό πολιτισμό: η Λαμπέτη, αλλά και ο Γκάτσος, του «Ματωμένου γάμου», η Μελίνα Μπλανς ντι Μπουά να τραγουδά το «Χάρτινο φεγγαράκι», η Βέρα Ζαβιτσιάνου λορκική Μπελίσα, η Μάγια Λυμπεροπούλου Ευρυδίκη «έτσι καθώς στεκόταν στο σταθμό μονάχη» και πιο κει ο Φέρτης Ορφέας («λίγο πιο μπροστά στεκόμουν, Δημήτρη. Εκεί, ναι»), «Τέσσερις στρατηγοί που κινάν και παν» του Μπρεχτ, το χορικό του «Πλούτου» που έγινε αργότερα «H κυρά», τα… κακαρίσματα των ορνίθων και η γένεση της «Παρόδου» -με χιούμορ, τρυφερότητα, ευαισθησία, ατμόσφαιρες υποβλητικές και εικόνες θεατρικότατες η Αθανασία Καραγιαννοπούλου, που σκηνοθέτησε την παράσταση, χάρισε στους θεατές μεγάλη συγκίνηση.

Την παράσταση αυτή, που παίχτηκε για ελάχιστες μόνο βραδιές, πρέπει το Θέατρο Τέχνης να την επαναλάβει πολλές φορές ακόμα, για να τη χαρούν περισσότεροι.