ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«O ποιητής, ένας δρομέας ταχυτήτων»

Σιωπηρός ποιητικά από το 1993 ήταν ο Μιχάλης Γκανάς. Ωσπου, λίγο πριν από τις γιορτές, κυκλοφόρησε η νέα ποιητική του συλλογή O ύπνος του καπνιστή (εκδόσεις «Καστανιώτης»), που ήδη εξάντλησε την πρώτη έκδοση. Μεσολάβησε, από τις εκδόσεις «Μελάνι» η συλλογή των μελοποιημένων στίχων του με τίτλο Στίχοι: Μιχάλη Γκανά. O ύπνος του καπνιστή είναι μια σύνθεση, με πολλές μορφές ποιητικού αλλά και πεζού λόγου, εγχείρημα με το οποίο ο M. Γκανάς είχε καταπιαστεί στη Μητριά πατρίδα. Παρ’ όλα αυτά, από τότε είχε καταλήξει: «O ποιητής είναι ένας δρομέας ταχυτήτων, ένας κατοστάρης. O πεζογράφος είναι ένας μαραθωνοδρόμος». Του M. Γκανά του πάνε οι μικρές αποστάσεις. «Κι αυτό που θα κάνω σε πεζό θα είναι κάπως, θα είναι «πειραγμένο». Πώς πειράζουν τα αυτοκίνητα οι πιτσιρικάδες»; Δεν διστάζει όμως να ομολογήσει ότι ο πεζός λόγος ήταν αυτό που του έλειπε: «Μια στέρεη αφηγηματική κολόνα. Να μην έχει την αμφιθυμία και την πολυσημία της ποίησης». Ιστορικά και μυθικά πρόσωπα συμφύρονται και συνομιλούν μεταξύ τους στον Υπνο του καπνιστή. Γίνονται ένα, όπως ακριβώς και οι μορφές του λόγου, ο ομοιοκατάληκτος στίχος, οι στίχοι των τραγουδιών του που ανακατεύονται με δημοτικά, το πεζό που δίνει τη σκυτάλη στην ποίηση, «σιγανά και ταπεινά».

– Ηταν εύκολο ή δύσκολο αυτό; Τελικά τα βάλατε όλα και μήπως αυτό υποδηλώνει μια επιλογή και μια στάση ζωής, ότι δηλαδή προχωρώντας ενσωματώνουμε όλες τις εμπειρίες;

– Ναι, αυτό έχει να κάνει όχι τόσο με την ωριμότητα, όσο με τη συγκεκριμένη περίοδο της ζωής μου. Πλησιάζω τα εξήντα. Είναι μια ηλικία που μπορείς να βλέπεις ακόμα μπροστά, αλλά έχεις αρκετό χρόνο πίσω σου και νιώθεις την ανάγκη να μαζέψεις λίγο τα πράγματα, να δεις πού βρίσκεσαι. Αυτό δεν είναι αποχαιρετισμός, απλώς βλέπουμε πού πατάμε, πού βρισκόμαστε και προχωρούμε παρακάτω. Είχα αυτήν την ανάγκη. Γι’ αυτό έρχονται κι επανέρχονται όλα αυτά τα πρόσωπα, οι αυτοαναφορές. Λίγο πολύ αυτό είναι. Μια ανάγκη ανακεφαλαίωσης. Νιώθω ότι η ποίηση έχει φτάσει σ’ ένα αδιέξοδο, έχει συμπτώματα αυτισμού? απευθύνεται σε πολύ λίγους ανθρώπους. Μην ακουστεί βλάσφημο, αλλά εμένα δεν μου αρκεί. Μήπως με χάλασε το τραγούδι, που έχει αμεσότητα και εμβέλεια άλλου είδους; Δεν νομίζω, γιατί και στα προηγούμενα βιβλία μου αυτό που διεκδικούσα πάντα ήταν η αμεσότητα και η προφορικότητα.

– Μεσολάβησε μεγάλο διάστημα από την προηγούμενη συλλογή σας. Υπήρχε κάποιος προβληματισμός για το αν θα συνεχίσετε να γράφετε ποίηση;

– Οχι τόσο αν θα συνεχίσω να γράφω ποίηση, αλλά αν θα συνεχίσω να γράφω με τον τρόπο που έγραφα μέχρι τώρα. Είμαι σε μια φάση, που ενώ εκτιμώ ιδιαίτερα τα καλά ποιήματα -φερ’ ειπείν το τελευταίο βιβλίο του Βύρωνα του Λεοντάρη, που με συγκίνησε πάρα πολύ- το ολόκληρο, το αρτιμελές ποίημα, δεν το θεωρώ ποιητική μονάδα. Δεν μου αρκεί δηλαδή μία συλλογή καλών ποιημάτων, μολονότι όταν το βρίσκω το χαίρομαι. Εγώ είμαι αλλού.

– Τι αναζητούσατε;

– Κάτι σαν αυτό που έκανα, δεν ξέρω πόσο το πέτυχα. Ηθελα ένα κείμενο, μ’ ένα αυτοβιογραφικό άλλοθι όπως είναι αυτό, το οποίο θα μου έδινε τη δυνατότητα να μιλήσω με πολλούς τρόπους. Λίγο πολύ το μοντέλο ήταν τα πολυφωνικά τραγούδια της Ηπείρου, που οι φωνές, αν τις ακούσει κανείς χωριστά, νομίζει ότι καθεμιά πηγαίνει αλλού. Είναι ένα είδος που μπορεί να σε ανατριχιάζει ή να μην το αντέχεις με τίποτα. Και μ’ αυτήν την έννοια είμαι έτοιμος για όλα. Ξέρω ότι κάποιοι θα συγκινηθούν και κάποιοι θα πουν ότι αυτό το πράγμα δεν ακούγεται. Πολύ χρόνο μου πήρε το μοντάζ αυτού του βιβλίου. Δηλαδή το πώς θα περνάς από τον ελεύθερο στίχο στον στιχουργημένο και τον ομοιοκατάληκτο, σε ποιητικές φόρμες πιο παραδοσιακές, από ‘κει στο πεζό και ξανά σε στίχους τραγουδιών, χωρίς αυτό να φαλτσάρει. Οταν ξεκινάω ένα ποίημα μου ταιριάζει ο στίχος που λέει: «Το ποίημα έρχεται από μακριά / δεν ξέρεις αν χορεύει ή αν παραπατάει». Είναι ένα χάσιμο που έρχεται με ρυθμό κυρίως, κι όχι με λέξεις ή ιδέες. Ερχεται ένας ρυθμός που θέλει να ντυθεί με λέξεις. Στο πεζό είναι ένας άλλος βηματισμός, κι αυτό με ερεθίζει: η εναλλαγή των ρυθμών.

– Σας απελευθέρωσε «O ύπνος του καπνιστή» και προς ποια κατεύθυνση;

– Νιώθω ότι έχω κλείσει ένα κύκλο, σχετικά με τα θέματα, με την εντοπιότητα, με τα πρόσωπα που μέχρι τώρα μ’ έχουν απασχολήσει. Δεν πρόκειται να ξεκόψω, γιατί όλα αυτά είναι στοιχειωμένα πράγματα, αλλά νιώθω την ανάγκη να μετατοπιστώ λίγο.

– Προς τα πού;

– Θα το βρω στο δρόμο. Και είναι μια γλυκιά αδημονία αυτό.