ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Υποθεσεις

Δεν υπάρχει τίποτε παρηγορητικότερο από τη διαβεβαίωση ότι «η τάδε αρρώστια χτυπάει έναν στο δισεκατομμύριο»? σκέφτεσαι πάραυτα ότι ώσπου να ενδιαφερθεί για τη χάρη σου ο ιός, θα περάσει πρώτα από 1.999.999.999 άλλους, οπότε «σώθηκες». Αμέσως έπειτα όμως σου περνάει η ιδέα ότι τίποτε δεν εμποδίζει το «κακό» να αρχίσει το ταξίδι του από σένα, οπότε «κάηκες». Αυτό συμβαίνει με τις στατιστικές, τις σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης, τις κοινωνικές έρευνες που επιχειρούν να δώσουν ποσοτική υπόσταση σε ποιοτικά γνωρίσματα και να κερματίσουν σε κατηγορίες το κοινωνικό σύνολο: Σημαίνουν τα πάντα και τίποτε. Είναι την ίδια στιγμή χρήσιμες και άχρηστες, κοντά στην αλήθεια και χιλιάδες παρασάγγες μακριά της, καθησυχαστικές και επίφοβες. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να συμβεί, όταν πρόκειται για εικόνες που επιχειρούν να συλλάβουν στάσιμο το διαρκώς φευγαλέο, να ακινητοποιήσουν το αείροο, να εγκλωβίσουν το ατιθάσευτο; Πώς θα μπορούσε τάχα να φωτογραφίσει κάποιος τον Πρωτέα του μύθου;

Τον επισφαλή χαρακτήρα των δημοσκοπήσεων τον αναγνωρίζουν ακόμη και οι πολιτικοί που χρησιμοποιούν τα πορίσματά τους, έστω κι αν θυμούνται να δηλώσουν τις επιφυλάξεις τους μόνον όταν τα πορίσματα αυτά «αδικούν» την παράταξή τους. Αντίθετα, τα συμπεράσματα των κοινωνικών ερευνών, ημεδαπών ή πανευρωπαϊκού χαρακτήρα, γίνονται συνήθως δεκτά με περισσότερο σεβασμό, αν όχι με απόλυτη εμπιστοσύνη. Ετσι, τα ποσοστά τους μεταποιούνται σε τίτλους εφημερίδων ή σε κραυγές στα δελτία ειδήσεων και επιβάλλουν σαν αναμφισβήτητη και τελεσίδικη μιαν αλήθεια, αριθμητικώς μάλιστα επικυρωμένη, για την οποία οι ίδιοι οι υπεύθυνοι των ερευνών διατηρούν πολλές επιφυλάξεις.

Τι θα μπορούσε άραγε να σημαίνει, όσον αφορά το χαρακτηρολογικό μας βάθος και την ψυχική ποικιλία μας, η διαβεβαίωση ότι «το 63% των Ελλήνων είναι απαισιόδοξοι», «το 82% είναι απείθαρχοι» (αυτό υποτίθεται πως είναι γονιδιακό μας γνώρισμα), «το 71% ανεκτικοί», «το 59% φίλαυτοι και καχύποπτοι», φιλομαθείς ή οκνηροί, μοναχικοί ή φιλέταιροι, αγοραφοβικοί ή ενθουσιωδώς κοινωνικοί, ερωτικοί ή παγεροί, γκρινιάρηδες ή καλοπροαίρετοι, νομοταγείς ή καπάτσοι, παρορμητικοί ή αναβλητικοί, αισθηματίες ή λογοκρατούμενοι; Εφόσον ένας άνθρωπος είναι ήδη ένας πλανήτης ολόκληρος, με τις σκοτεινές περιοχές και τα ξέφωτά του, ποιος είναι, ποιος μπορεί να είναι μόνο και πάντοτε αισιόδοξος, μόνο και πάντοτε ανοιχτόμυαλος ή… κλειστόμυαλος, νομοταγής ή πονηρούλης, ευθύγραμμος δηλαδή, μια φλούδα, ένα ρομπότ έτοιμο για τα πειράματα του Παβλόφ και για τα κουτάκια των πλέον επιπόλαιων συμπεριφεριολόγων; Ακόμα κι αν θεωρήσουμε εντελώς λαθεμένη την άποψη του Ζαν-Ζακ Ρουσσώ πως δεν μπορούμε να γνωρίσουμε τον άνθρωπο ακριβώς επειδή έχουμε την τάση να τον μελετάμε, δεν γίνεται να μην είμαστε επιφυλακτικοί με μιαν άλλη τάση, ευδιάκριτη στις μέρες μας: να θραύουμε την ανθρώπινη ολότητα σε στρώματα ή κουτάκια που δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους, και να εγκλωβίζουμε σε αριθμούς ποιότητες (σκέψεις, αισθήματα, συμπεριφορές) για την περιγραφή των οποίων συλλαμβάνονται αμήχανα και τα γράμματα ακόμη, οι λέξεις και οι έννοιες δηλαδή.

Σκέφτομαι εδώ μια συνήθεια των εθνικών μας οδών και δυσκολεύομαι ιδιαίτερα να τη βαθμολογήσω, να την κατατάξω στις αξιέπαινες ή στις καταδικαστέες, να βάλω αρνητικό ή θετικό πρόσημο σε όσους την υιοθετούν. Λέω για το ταχύτατο αναβοσβήσιμο των φώτων, ένα κλείσιμο του ματιού με το οποίο ο οδηγός που έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση σε προειδοποιεί ότι λίγο πιο πάνω έχουν στήσει παγάνα οι τροχονόμοι, ραντάρ δηλαδή. Λοιπόν, τι ακριβώς είναι αυτή η προειδοποίηση, τι τεκμηριώνει; Παραβατικότητα (απόρροια ενός μάλλον επιπόλαιου και απολίτικου αντιεξουσιασμού) ή νομιμοφροσύνη; Αλληλεγγύη ή αντικοινωνική συμπεριφορά; Παραβατική είναι βέβαια η στάση αυτή, τουλάχιστον στην πρώτη ανάγνωσή της. Παίζοντας με τα φώτα, ο (ενδεχομένως παθός και μαθός) οδηγός κλέβει την Τροχαία, το υπουργείο Συγκοινωνιών και σε τελική ανάλυση τον λαό και τον ίδιο του τον εαυτό, διότι, ως γνωστόν, η πολιτεία αποταμιεύει τα πρόστιμα που κόβουν οι τροχονόμοι για την υπερβολική ταχύτητα ή για οποιοδήτοτε άλλο παράπτωμα, και χρησιμοποιεί το ποσόν που συγκεντρώνεται για να βελτιώσει τους δρόμους, να βάλει διαχωριστικά, κ.τ.λ. κ.τ.λ. Ναι, αλλά, ταυτόχρονα, ο γιωταχής με το κωδικοποιημένο σήμα του υποδεικνύει στον εν ασφάλτω αδελφό του να σεβαστεί τους νόμους, να φορέσει τη ζώνη του, να μειώσει την ταχύτητά του, να βάλει τα παιδιά στα πίσω καθίσματα κ.τ.λ. κ.τ.λ. Αρα, τι ηθικό πρόσημο να θέσουμε στη συνήθεια αυτή;

Στο ίδιο κουβάρι θα μπλέξουμε αν σταθούμε στο δεύτερο ερώτημα: Φέρεται αντικοινωνικά ο… φωτοσημάντωρ ή δρα παρακινημένος από αίσθημα αλληλεγγύης και αλτρουισμού; Αντικοινωνικά, βέβαια, διότι με τη στάση του διευκολύνει ορισμένους οδηγούς να γλιτώσουν από το νόμο και να αποφύγουν την τιμωρία που θα μπορούσε να τους επιβάλει, και η οποία είναι πιθανό να λειτουργούσε παιδαγωγικά, σωφρονιστικά. Ναι, αλλά με την ίδια αυτή «αντικοινωνική» πράξη του ο οδηγός που σου κάνει νόημα αναβοσβήνοντας τα φώτα, σε σώζει από πιθανό ατύχημα, αφού σε υποχρεώνει να πας πιο αργά? ταυτόχρονα σώζει και τους άλλους αυτοκινητιστές από δικό σου σφάλμα, οι πιθανότητες του οποίου αυξάνονται όσο αυξάνεται η ταχύτητά σου. Πώς, λοιπόν, μπορούμε να καταδικάσουμε σαν αντικοινωνικό αυτό το σινιάλο, όταν ακόμη και όσοι έχουν μάθει να οδηγούν επιθετικότατα, έχουν την αδύνατη στιγμή τους και νοιάζονται για τον άλλον; Διστάζω να κατατάξω στις «καλές» ή τις «κακές» πράξεις το παιγνίδι με τα φώτα. Κι όσο κουβεντιάζω το ζητηματάκι αυτό με άλλους οδηγούς, διαπιστώνω την ίδια αμηχανία και τον ίδιο διχασμό ως προς την αξιολόγησή του – ακούω μάλιστα και ορισμένους «ακραίους» να λένε ότι το θεωρούν κοινωνικό τους καθήκον να αναβοσβήνουν τα φώτα όχι μόνο όταν βλέπουν πως υπάρχουν τροχονόμοι αλλά κι όταν δεν τους βλέπουν πουθενά, θέλοντας, όπως ισχυρίζονται, να δράσουν προληπτικώς, να υποχρεώσουν τους άλλους εποχουμένους να μειώσουν ταχύτητα όχι για το φόβο των τροχαίων, όχι εκβιασμένα και ψεύτικα, αλλά για τη δική τους ασφάλεια.

Δεν ξέρω αν αυτός ο παιγνιώδης κώδικας οδικής συμπεριφοράς έχει τους οπαδούς του και στην άσφαλτο άλλων χωρών ή είναι αποκλειστικά δική μας ιδιοτροπία (οπότε ορισμένοι θα μπορούσαν να την προσθέσουν σαν μια επιπλέον ψηφίδα στον ατέλειωτο πίνακα της «ελληνικότητας» ή έστω της «μεσογειακότητας»). Αν κάποια δημοσκόπηση περιείχε σχετικό ερώτημα, ίσως να μαθαίναμε ότι η συνήθεια αυτή είναι, για παράδειγμα, «κατά 77% φιλάλληλη» αλλά μόλις «κατά 16% φιλόνομη». Οπότε, θα πέφταμε και πάλι σε σύγχυση, γιατί θα δυσκολευόμασταν να αποφασίσουμε τι από τα δύο ισχύει: η φιλαλληλία δεν συνάδει με τη νομιμοφροσύνη ή η φιλονομία απαγορεύει τη φιλαλληλία;