ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΧΡΩΣΤΗΡΑΣ

Κάθε γενιά αναζητεί τη σχέση της με την παράδοση, με τα δικά της μέσα, για να ικανοποιήσει τις δικές της ανάγκες. Στα χρόνια του ’80 και του ’90, μερικοί από τους πιο ευαίσθητους καλλιτέχνες και διανοούμενους στράφηκαν προς μια επαναπροσέγγιση της ορθόδοξης παράδοσης. Πολλοί προέρχονταν από την Αριστερά, την οποία μάλιστα δεν εγκατέλειψαν. Το «νεορθόδοξο» ρεύμα προσπάθησε να βρει απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα, φέρνοντας την πλούσια παράδοση της ορθοδοξίας στο νεωτερικό παρόν. H ζεύξη αυτή παράδοσης και μοντερνισμού ήταν κοπιώδης, μα σε ορισμένες περιπτώσεις υπήρξε ιδιαιτέρως γόνιμη. Στα κατάλληλα χέρια, που δεν έβλεπαν την ορθόδοξη παράδοση μόνο από αισθητική σκοπιά, η ζεύξη αυτή έφερε καρπούς.

Ο Μάριος Σπηλιόπουλος (γ. 1957) ήταν από τους πρώτους της γενιάς του που επεχείρησε τη ριψοκίνδυνη ζεύξη: στην τέχνη του συναντήθηκαν η μυστική εμπειρία, μια παγανιστική φυσιολατρία, η μοντέρνα υπέρβαση του αντικειμένου, η λαϊκή ευσέβεια, το προσωπικό βίωμα. Ωμά υλικά (και «ιερά»: μέλι, κερί, λάδι) ανακατασκευασμένες φωτογραφίες, φως, λόγος, αναμίχθηκαν σε εύθραυστα περιβάλλοντα που ισορροπούσαν επιτυχώς μεταξύ του φολκλόρ και της υπέρβασής του. Οι πρόγονοι άλλοτε ήσαν ευκρινείς μορφολογικά (Ακριθάκης, Μπόις) κι άλλοτε αφανείς στη φόρμα μα ακουστοί στην ιδεολογία (Δούκας, Παπαλουκάς, Πεντζίκης).

Το εγχείρημα «αυθεντικού εγχώριου μοντερνισμού» δεν είναι βέβαια αποκλειστικότητα του M. Σπ. ούτε πάντα δίνει ευτυχή αποτελέσματα. Ωστόσο, αυτήν τη διάσπαρτη τάση (προς Θεού, όχι σχολή), που δεν είναι καν της μόδας σήμερα, την θεωρώ από τις πιο ενδιαφέρουσες της πρόσφατης εικοσαετίας, τουλάχιστον ως προς το δυναμικό που απελευθέρωσε.

Ο M. Σπ. είχε κι αυτός τα σκαμπανεβάσματά του, απ’ τον καιρό που κρεμούσε αυθάδικα τη λαμαρινένια Χαλκιδική του με τον τρόπο του Φάμπρι έως τα πιο πρόσφατα φορμαλιστικά του έργα. Πρόσφατα όμως, με ένα περιβάλλον που έστησε στο βυζαντινό παρεκκλήσιο του Αγίου Γεωργίου στον Μυστρά, έδειξε ότι κρατάει άσβεστο το διάλογό του με την παράδοση και μάλιστα με τον πιο λιτό και δραστικό τρόπο. Μερικές λαμπάδες, ένα κοφίνι-κυψέλη (θόλος μέσα στο θόλο), θυμάρι, μέλι, μια ζωγραφιά… Ελάχιστα μέσα, γήινα, ένυλα και μαζί υπερβατικά? χωνεύτηκαν μες στο κατανυκτικό ημίφως του μονόχωρου ναΐσκου, χωνεύτηκαν στον χρόνο και τον Λόγο. Το «Μελισσών Μυστήριο 3» δείχνει ώριμο, πυκνό, τον M. Σπ. και δικαιώνει την αθόρυβη έφορο αρχαιοτήτων Αιμιλία Μπακούρου, μια σπουδαία επιστήμονα που τολμάει και ζωντανεύει τα μνημεία (3/8-15-1, Μυστράς).