ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

O Σαίξπηρ και οι Ελληνες μεταφραστές του

H πρόσφατη επανέκδοση των κλασικών σαιξπηρικών μεταφράσεων του K. Καρθαίου (1878 – 1955) από τις εκδόσεις «Πατάκη» επαναπροσδιορίζουν τη «γεωγραφία» των ελληνικών αποδόσεων του Σαίξπηρ. Οι μεταφράσεις του Καρθαίου, με την εύπλαστη και χυμώδη δημοτική, είναι ιστορικές αλλά ακμαίες. «Τρέχουν» στη σύγχρονη αγορά παράλληλα με τις ζωντανές μεταφράσεις των συγχρόνων μας. Μόλις κυκλοφόρησαν τρεις από τις μεταφράσεις του, «Μάκβεθ», «Ρωμαίος και Ιουλιέττα» και «Οθέλλος», ενώ ετοιμάζονται και όλες οι υπόλοιπες («Ιούλιος Καίσαρας», «Κυμβελίνος», «Εύθυμες Κυράδες του Ουίνδσορ», κ.ά.).

Εκδοτική παραγωγή

Με τις μεταφράσεις του Καρθαίου συμπλέουν στην αγορά και οι μεταφράσεις του Ερρίκου Μπελιέ, που σταθερά ολοκληρώνει το σαιξπηρικό έργο, το οποίο εκδίδεται συστηματικά στη θεατρική σειρά των εκδόσεων «Κέδρος». Μόλις πρόσφατα κυκλοφόρησαν ο «Κυμβελίνος» και ο «Αγώνας Αγάπης Αγονος», σε μετάφραση Μπελιέ. Το τελευταίο έργο κυκλοφορεί και στην επίσης νέα μετάφραση του Στρατή Πασχάλη (από τις εκδ. Μεταίχμιο) που χρησιμοποιήθηκε στην παράσταση του Στάθη Λιβαθηνού στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού. H μετάφραση του «Αμλετ» από τον Μιχάλη Κακογιάννη (φέτος στη σκηνή του Εθνικού) κυκλοφορεί εδώ και χρόνια από τον «Καστανιώτη», μαζί με μερικές ακόμη του ιδίου («Δωδέκατη Νύχτα», «Αντώνιος και Κλεοπάτρα») αλλά και του Παύλου Μάτεσι («Οι πρόσχαρες κυρίες του Γουίνδσορ»).

Ολη αυτή η πυκνή γύρω από τον Σαίξπηρ δραστηριότητα πηγάζει όχι μόνο από τις νέες θεατρικές παραγωγές (ακόμη και από ΔΗΠΕΘΕ, με τις επίσης καλές μεταφράσεις της Χριστίνας Μπάμπου – Παγκουρέλη) αλλά και από την ανάπτυξη θεατρικών σειρών από ορισμένους εκδοτικούς οίκους, που τροφοδοτούν αλλά και αντανακλούν μία νέα πραγματικότητα. H αναμέτρηση με το σαιξπηρικό πρωτότυπο, που κάθε γενιά επιχειρεί, από τις καθαρευουσιάνικες, νεκρές πλέον, μεταφράσεις του Ραγκαβή και του Βικέλα, ως τις κατοπινές, μέσα από την έντεχνη δημοτική γλώσσα του Βασίλη Ρώτα (από τις εκδόσεις «Επικαιρότητα» – που και αυτή όμως απηχούσε μία ιστορική και ιδεολογική πραγματικότητα), μεσολαβεί η διαρκής ανάγκη για μια νέα ματιά. Θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον, π.χ., να μελετήσει κανείς συγκριτικά τον «Οθέλλο» του Κακογιάννη, του Δημητριάδη (εκδ. Εστία), του Καρθαίου και του Μπελιέ, για να αντιπαραβάλει όχι μόνο διαφορά γλωσσική αλλά και αισθητική, ιδεολογική, εν τέλει βαθιά προσωπική.

Γλώσσα και βίωμα

Οι μεταφράσεις του Γιώργου Χειμωνά, π.χ., («Αμλετ» και «Μάκβεθ», εκδ. Κέδρος) είναι και αυτές βαθύτατα βιωματικές, μεταφράσεις που φθάνουν ως καταστάλαγμα μιας μακράς πάλης. Παράλληλα, οι νέες σαιξπηρικές αποδόσεις μας δίνουν και το μέτρο της δικής μας (της σύγχρονης) στάθμης νεωτερικότητας, τόλμης ή συντηρητισμού. H γλωσσική ευπλασία απέναντι στο σαιξπηρικό έργο έχει και αυτή να κάνει με τον χρόνο της ζύμωσης του μεταφραστή με το πρωτότυπο. H ελευθερία και η απόσταση παραχωρείται εν τέλει από την ενσωμάτωση του νοήματος και όχι από την αποδέσμευσή του. O πλούτος των ελληνικών σαιξπηρικών αποδόσεων διαρκώς αυξάνεται και η πρόοδος αυτή είναι ένα υλικό, ποσοτικό όσο και ποιοτικό. Οι ξεχασμένες, για κάποιους, ίσως για πολλούς, μεταφράσεις του παλιομοδίτη, για τα σημερινά δεδομένα, K. Καρθαίου, που έφθασε να ηγηθεί και του Εθνικού Θέατρου το 1935, ανακινούν σήμερα μία παράδοση που εξ αποστάσεως μοιάζει μακρά. Δίνουν όμως, οι μεταφράσεις αυτές, το μέτρο της σύγκρισης και εν πολλοίς ενισχύουν τη γύρω από τον Σαίξπηρ άμιλλα.