ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ενα Βλεμμα

Ολο και πιο συχνά βλέπουμε τον κόσμο μας να καθρεφτίζεται στα έργα τέχνης. Βλέπουμε μια ταινία κι αναγνωρίζουμε σ’ αυτήν όψεις της ζωής μας? τη φρίκη της, τον χρόνο, τη ματαιότητα. Βγαίνουμε κατόπιν στον κρύο αέρα, έξω, και δεχόμαστε με ανακούφιση στο φλογισμένο πρόσωπο το απατηλό χάδι της καθημερινότητας,τόσο απλό, τόσο οικείο.

Βλέπω το Ντόγκβιλ του Λαρς φον Τρίερ. Μια μπρεχτική κατασκευή, τόσο μοντέρνα, τόσο διδακτική. Σχεδόν ανυπόφορο μες στον ευθύγραμμο διδακτισμό του και την καλοϋπολογισμένη απόσταση. Αλλά και οδυνηρά αληθές, όταν το φέρεις στα μέτρα της δικής μας ζωής. Η βία, η ανοχή, η δύναμη, η αδυναμία, η εκμετάλλευση, το συμφέρον, όλο το κοινωνικό αλισβερίσι μαζεμένο σε μια τρυφερή, αισθησιακή γυναίκα, μια σαδική Ζυστίν που τα υπομένει όλα για την αρετή, παρότι τίποτε δεν της αναγνωρίζεται, και τα μαρτύρια της ενάρετης πολλαπλασιάζονται, η αρετή γίνεται φυλακή και η υπομονή ερημιά. Ολα είναι αδρά και σχηματικά στην κατασκευή του Τρίερ, ακόμη και η μετάβαση από το κοινότοπο στο τερατώδες.

Μα περιέχει αλήθεια αυτή η τόσο επηρμένη κατασκευή, η διδακτική καρικατούρα. Περιέχει όση αλήθεια είναι απαραίτητη για να είναι αποτελεσματική η δημαγωγία του Δανού σκηνοθέτη, όσο του χρειάζεται για να κατευθύνει το συναίσθημα και να οδηγήσει σε μια καζουιστική της βίας και της ανέφικτης ανοχής. Κι από ‘κει σε μια γενίκευση περί Αυτοκρατορίας και ΗΠΑ, υπό την μορφή ενός σλάιντ-σόου κι ενός τραγουδιού.

Οποιες όμως κι αν είναι οι επιμέρους αντιρρήσεις για την κατασκευή του Τρίερς και τη χειραγώγηση που ασκεί το «κλειστό» έργο του, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το Ντόγκβιλ αντηχεί τον καιρό μας, εμάς τους ίδιους, όσο παραμορφωτικά. Αντηχεί κυρίως την κατάρρευση του πολιτικώς ορθού, δείχνει την αγριότητα που ενυπάρχει στην «κοινότητα», στο μικρομεσαίο πλήθος. Δείχνει τη φρίκη της μικρής μας πόλης. Η αγριότητα στην Ντόγκβιλ πηγάζει από τα κύτταρα των ανθρώπων? υπάρχει μέσα τους από την αρχή. Εκλύεται αν υπάρξει ο κατάλληλος καταλύτης, κι αυτός είναι η ένδειξη αδυναμίας πρώτα απ’ όλα? μια ένδειξη ότι υπάρχει θύμα, ότι ο αδιάφορος ή και συμπαθής πλησίον είναι εκμεταλλεύσιμος. Και κάτι παραπάνω: η πρωτεϊκή αγριότητα των «απλών» ανθρώπων προς την παθητικά καλή ηρωίδα δεν τροφοδοτείται μόνο από την αδυναμία της, μα και από την παθητική, την «εκνευριστική» καλοσύνη της. Οσο τους δείχνει την αρετή της και την ανοχή, τόσο αποθηριώνονται. Κι όσο αυτή ταπεινώνεται, τόσο πιο βαθιά θα είναι η μεταστροφή της, για τον αφανισμό τους – δίκαιο φαινομενικά, μα που δεν επαναφέρει καμία τάξη, καμία δικαιοσύνη, μοναχά αφανίζει. Η ενάρετη δεν αποκομίζει κανένα θρίαμβο? απεναντίας: επιβιώνει με την πικρή, πικρότατη στερνή γνώση της αποθηρίωσης, με το φαρμάκι της ανώφελης εκδίκησης, με μια μάταιη επαναφορά (στο πουθενά…). Μόνη, ολομόναχη, στεγνή από δάκρυα.

Η μοναξιά της ηρωίδας είναι βαθιά πολιτική? χάνει τους ανθρώπους, χάνει την πίστη της. Ως προς τούτο, τα βάσανά της μάς αφορούν. Μερικές από τις πιο συναρπαστικές σελίδες της σύγχρονης λογοτεχνίας, τα πιο θερμά φιλμ, πραγματεύονται αυτήν την απώλεια, τον κλονισμό της πίστης. Η τέτοια μοναξιά είναι πολιτική, είναι υπαρξιακό ρήγμα, είναι απώλεια νοήματος. Τέτοια είναι σε όλο τον Μισέλ Ουελμπέκ, τέτοια είναι στην τελευταία Ιωάννα Καρυστιάνη. Χωρίς νόημα, χωρίς πίστη στον εαυτό, χωρίς πίστη στον άλλο, σε διαρκή πτώση. Στην καλύτερη περίπτωση, ενώπιον του θανάτου, εν μέσω της φθοράς, συζητάμε για να ξορκίσουμε τις ψευδαισθήσεις μας – όπως στην έξοχη «Επέλαση των βαρβάρων» του Ντενί Αρκάν, να μια σκληρή μα ανακουφιστική απάντηση στον ζόφο του Ντόγκβιλ.

Μόνον διά της λύπης είμαστε ποιητές… Και στάχτινοι άνθρωποι: «Αρχινισμένος από πάντα ήταν ο κόσμος / με τη σπορά και με το θερισμό / την εξουσία και την υποταγή / τον έρωτα και την ταπείνωση του φύλου / τον θρίαμβο της ισχύος και τη μελαγχολία της ομορφιάς / τις ανοιχτές φτερούγες των ανέμων και τους κουπολάτες στο κουπί δεμένους / Περίλυπο το σύμπαν κι όλοι οι λαοί ηττημένοι // Μα άκου, ψυχή μου, των νεκρών τα έγια μόλα» (Βύρων Λεοντάρης, Εως…)