ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οι «οδηγοί» λογοτεχνικών σπουδών

Τάκης Μενδράκος (επιμ.)

«Σταυροδρόμια του νεοελληνικού λόγου», εκδ. Σαββάλα

Τζων Δρακάκης (επιμ.)

«Τhe new critical idiom»

εκδ. Routledge, 27 τόμοι

Ενας εισαγωγικός οδηγός προσφέρει μία περιεκτική, αλλά συνάμα και ευσύνοπτη χαρτογράφηση του επιστημονικού πεδίου, όπου μας εισάγει, στηριζόμενος στην καθαρότητα της σκέψης, στη σαφήνεια της διατύπωσης, στη ζωντανή και αμερόληπτη αντιπαράθεση των επιχειρημάτων και των θεωριών, όπως και σε κάποιο μεγάλο εύρος παραδειγμάτων. Το έργο του οδηγού είναι να συσχετίσει το αντικείμενό του με το γενικότερο πεδίο των πολιτισμικών αναπαραστάσεων (εφ’ όσον πρόκειται για χώρους των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών), να σκιαγραφήσει ένα αυθεντικό πανόραμα της περιοχής που εποπτεύει, να εντοπίσει τους σταθμούς και τα στάδια της εξέλιξης, τα ιστορικά και κοινωνικά συμφραζόμενα, τους εκπροσώπους του ρεύματος, τον απόηχο και τις επιδράσεις του, καθώς βεβαίως και τα σημαντικά ζητήματα που εγέρθηκαν και βρήκαν τη λύση τους ή, αντιθέτως, παρέμειναν άλυτα και κληροδοτήθηκαν στις επόμενες γενιές.

Συμπληρωματικά αντικείμενα

Ενα τέτοιο εγχείρημα εξυπηρετείται καλύτερα στο πλαίσιο μιας εκδοτικής σειράς με εστιασμένους στόχους σε διαφορετικά πλην συμπληρωματικά αντικείμενα. Ενα σημαντικό πρόγραμμα 27 τόμων έχουν να επιδείξουν οι εκδόσεις «Routledge» με την πολύπτυχη σειρά «The new critical idiom», την οποία επιμελείται ο Τζων Δρακάκης από το Πανεπιστήμιο του Stirling. Κάθε τόμος είναι αφιερωμένος σε ένα θέμα των λογοτεχνικών σπουδών και γράφεται από ειδικευμένους πανεπιστημιακούς. Ο Σάιμον Ντέντιθ, λ.χ., γράφει για την παρωδία (Parody, 2000), ο Πίτερ Τσάιλντς για τον μοντερνισμό (Modernism, 2000), ο Γκράχαμ Αλεν για τη διακειμενικότητα (Intertextuality, 2003) ή η Γκλένις Μπάιρον για τον δραματικό μονόλογο (Dramatic monologue, 2003). Ο Δρακάκης πολύ εύστοχα περιλαμβάνει στον ορίζοντα των λογοτεχνικών μελετών της σειράς αρκετούς κλάδους των πολιτισμικών σπουδών, εντάσσοντας έτσι τη θεωρία των δεύτερων στις ερμηνείες των πρώτων. Επί παραδείγματι, ο Φράνσις Μιούλερν εξιχνιάζει τα ζητήματα μιας «μετακουλτούρας» (Culture/Metaculture, 2000) ή ο Τζο Μόραν μελετά τις επιταγές της διεπιστημονικότητας (Interdisciplinarity, 2001). Με τον τρόπο αυτό επιχειρεί το, αναπόφευκτο σήμερα, άνοιγμα της λογοτεχνικής μελέτης στα πεδία του φιλοσοφικού στοχασμού, της ανθρωπολογίας, της ψυχανάλυσης, του μαρξισμού και του φεμινισμού.

Αυτά τα ανοίγματα φαίνονται ακόμα καθαρότερα σε θεωρητικά κινήματα που διατρέχουν την ιστορία των ιδεών και τη λογοτεχνική δημιουργία. Η μελέτη του Πωλ Χάμιλτον για τον ιστορικισμό (Historicism, 2003) με την ενημερωμένη βιβλιογραφία των 253 λημμάτων, σκιαγραφεί έναν ευρύτατο ορίζοντα θεωριών, προβληματισμών και αναζητήσεων σχετικά με τη σημασία των ιστορικών συμφραζομένων στην κατανόηση και την ερμηνεία των πάσης φύσεως κειμένων. Η περιήγηση αρχίζει από τις σχέσεις του ιστορικισμού με την ιστορία, συνεχίζεται με τον Διαφωτισμό, όπου βρίσκεται η αυγή του μοντέρνου ιστορικισμού (Βίκο, Χέρντερ), την καντιανή κριτική φιλοσοφία και την εγελιανή φαινομενολογία, την ερμηνευτική παράδοση και τις μεγάλες τομές της νεωτερικότητας (Μαρξ, Νίτσε, Φρόυντ), για να περάσει στις σύγχρονες θεωρίες του Μ. Φουκώ, του Ζ. Ντεριντά, του Κλ. Γκιρτς ή του Στ. Γκρίνμπλατ και στα ζητήματα που ανακύπτουν από τη μεταποικιοκρατική υφολογία, τη μεταμοντέρνα λογική, την παγκοσμιοποίηση και το «τέλος της ιστορίας».

Η ελληνική παραγωγή

Στα καταγεγραμμένα βιβλιογραφικά κενά του ελληνικού χώρου πρέπει να υπολογίσουμε και την απουσία παρόμοιων μονογραφικών «οδηγών». Η σειρά «Η γλώσσα της κριτικής» των εκδόσεων «Ερμής» είναι πάντα χρήσιμη, αλλά παλαιωμένη. Η πρωτοβουλία των εκδόσεων «Σαββάλα» να δημιουργήσει τα «Σταυροδρόμια του νεοελληνικού λόγου», μία νέα αντίστοιχη σειρά χρηστικών βιβλίων και προσιτών στο ευρύτερο κοινό μελετών, είναι απολύτως εύλογη και ευπρόσδεκτη. Τα εγχειρίδια γράφονται από Ελληνες μελετητές και περιστρέφονται γύρω από θέματα της ελληνικής γραμματείας, όπως η Ελληνική ταξιδιωτική λογοτεχνία (2002) της Αννίτας Π. Παναρέτου ή η Γενιά του 1880 του Τάκη Καρβέλη (2003). Αλλά και το Διήγημα του Χριστόφορου Μηλιώνη (2002), πέρα από τις εισαγωγικές αναφορές και τις ιστορικές αναδρομές, αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος του στην ελληνική παραγωγή από τον 19ο αιώνα μέχρι και την εικοσαετία 1970-1990. Το ίδιο συμβαίνει και με το βιβλίο του φιλολόγου Γ. Δ. Παγανού: Μοντερνισμός και πρωτοπορίες (2003).

Ο επιμελητής της σειράς και κριτικός της λογοτεχνίας Τάκης Μενδράκος, οροθετώντας με αυτόν τον τρόπο το πλαίσιο των μελετημάτων, καλύπτει ένα σημαντικό κενό στην ελληνική οπτική των ευρωπαϊκών -ισμών, αλλά αφήνει κατά μέρος άλλα καίρια κεφάλαια των σύγχρονων λογοτεχνικών σπουδών, όπως οι θεωρητικές διασταυρώσεις ή οι διεπιστημονικές συνάψεις. Θυσιάζει κάτι για να κερδίσει κάτι άλλο: αυτό είναι αναμενόμενο και μπορεί ίσως να προληφθεί με την επέκταση της σειράς και σε αυτούς τους χώρους. Αυτό όμως που δεν μπορεί να προληφθεί είναι η υποβάθμιση ή και παράλειψη σημαντικών κεφαλαίων από τα επιμέρους αντικείμενα. Η δραματουργία, λ.χ., αποτελεί ένα σπουδαίο κεφάλαιο στα επτανησιακά γράμματα, όμως στο βιβλίο του Πυλαρινού (το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, έχει τη μεγαλύτερη έκταση και την πλουσιότερη βιβλιογραφία) συρρικνώνεται σε περίπου 7 σελίδες. Ο Καρβέλης πάλι στο ισχνό κεφάλαιο περί θεάτρου (μόλις 3 σελίδες!) υποβαθμίζει την πλούσια και άγνωστη στο ευρύ κοινό παραγωγή κειμένων της κωμωδίας και της τραγωδίας του 19ου αιώνα, ενώ στην προσφορά και τη δυναμική της γενιάς του 1880 ούτε καν υπομνηματίζει το ρωμαλέο θέατρο ιδεών – κι ας είναι ο Παλαμάς, ο Ψυχάρης ή ο Ξενόπουλος γέφυρες ανάμεσά τους. Η δραματουργία δεν βρίσκει μέχρι στιγμής τη θέση που δικαιούται μέσα στους τόμους της σειράς. Δεν εννοείται ο «νεοελληνικός λόγος» του τίτλου χωρίς τον αρθρωμένο δραματικό λόγο ή τον κριτικό και ερμηνευτικό λόγο που αναπτύχθηκε γύρω από αυτόν.

Θεωρία και κριτική

Ο κριτικός λόγος προσεγγίζεται από τη Μαρία Κ. Πεσκετζή στον τόμο Θεωρία της λογοτεχνίας και νεοελληνική λογοτεχνική κριτική (2003, σ. 138), με πλημμελή τρόπο και με πολλά κενά στην πραγμάτευση των θεμάτων. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά σε ένα τόσο μικρό βιβλίο και με δύο τόσο μεγάλα θέματα. Είναι εκπληκτική η συρρίκνωση που υφίστανται ακόμα και τα τέσσερα μόνο ζητήματα της θεωρίας της λογοτεχνίας (ο συγγραφέας, το κείμενο, ο αναγνώστης και τα συμφραζόμενα σε περίπου 45 σελίδες!), με ηχηρή απουσία της γαλλικής βιβλιογραφίας, τόσο σημαντικής άλλωστε στο συγκεκριμένο πεδίο. Αλλά και το σκέλος της νεοελληνικής κριτικής είναι αδικαιολόγητα ατροφικό (29 βιβλιογραφικά λήμματα), με πολλές ελλείψεις στα πρωτογενή κείμενα των 19ου και 20ού αιώνα και παραλείψεις στη σκιαγράφηση των θεωρητικών τους βάσεων.

Σε γενικές γραμμές, εντούτοις, τα βιβλία της σειράς πληρούν τις προϋποθέσεις της καθαρής σκέψης και της σαφούς διατύπωσης και προτρέπουν σε περαιτέρω έρευνα και διεξοδικότερη μελέτη. Αναμένονται άλλωστε με ενδιαφέρον τα προγραμματισμένα μελετήματα για τον υπερρεαλισμό (Γ. Γιατρομανωλάκης), την ανάγνωση (Τζ. Καλογήρου), τον νατουραλισμό (Β. Πάτσιου) κ.ά.

(1) Ο Γ. Π. Πεφάνης είναι λέκτωρ στο τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.