ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τα πεζά του Κωνσταντίνου Καβάφη

K. Π. Καβάφη, «Τα πεζά (1882;-1931)».

Φιλολογική επιμέλεια: Μιχάλης Πιερής.

Εκδόσεις «Ικαρος», 2003, σελ. 399.

«Εχει όμως η δουλειά και τα μειονεκτήματά της. Εάν η αξία που αγόρασες, αντί να πάη 27, ξεπέση και σταθή στα 23, μπορείς βέβαια να διατηρήσης την θέσιν σου 1 έτος (και περισσότερον)? αλλά τότε θα έχης έξοδα στον χρόνο επάνω 128 λ. τόκον πληρωτέον στην τράπεζα, και τόκον χαμένον επί της καταθέσεώς σου των 900 λ. (προς 4ο/ο = 36 λ.). Θα έχης ως αντίκρυσμα φυσικά το μέρισμα που θα πληρώση η αξία στον χρόνον επάνω…»

Ποιος μιλάει εδώ: Ποιος υπολογίζει με τόση προσοχή τόκους, λίρες και μερίσματα; O Καβάφης μιλάει, ένας άλλος Καβάφης από αυτόν που παραδίδουν τα ποιήματά του. Αλλά και πάλι, δεν είναι «ένας άλλος». Δεν είναι οπωσδήποτε αντίπαλος ο ποιητής (ένας «αιθεροβάμων» όπως τον θέλει το δημοφιλές στερεότυπο) του ανθρώπου που γνωρίζει και νοιάζεται και για άλλες αξίες, της αγοράς, εκτός από τις θεωρούμενες υψηλές. Μπορεί να μας ξενίζει κάπως που ο Καβάφης γράφει εδώ τις σκέψεις του για το Χρηματιστήριο αλλά ας δούμε γύρω μας, σήμερα: Καβάφη δεν θα βρούμε, θα βρούμε πάντως ποιητές και πεζογράφους, λογίους εν γένει, εξοικειωμένους με τους χρηματιστηριακούς δείκτες και τους αριθμούς όσο και με τα γράμματα, ίσως και περισσότερο. Θέλω να πω ότι, όσο κι αν τα σχήματα της ιδανίκευσης τείνουν να αφαιρούν από τον άνθρωπο-ποιητή την ιδιότητα του ανθρώπου -με ό,τι αυτή συνεπάγεται, κακό ή κακό, κοντόφθαλμο ή διορατικό-, ο άνθρωπος μένει στη θέση του. Και μένουν και τα γραπτά του, όπως το συγκεκριμένο του Αλεξανδρινού, που το πρωτοδημοσίευσε ο Γ. Π. Σαββίδης το 1990, στα «Νέα», και τώρα βρίσκει τη θέση του στον τόμο με τα «Πεζά» του ποιητή, που απαρτίστηκε με τη φιλολογική επιμέλεια του Μιχάλη Πιερή.

Το ερώτημα όσον αφορά αυτού του είδους τα γραπτά των λογοτεχνών, τα μη λογοτεχνικά, είναι πάντοτε το ίδιο: Πρέπει να εκδίδονται; Είναι όλα τα κατάλοιπα δημοσιεύσιμα; Και πόσο νόμιμο και γόνιμο είναι να χρησιμοποιούνται, μετά τη δημοσίευσή τους, σαν κλειδιά, που, αν και προορίζονταν για άλλες πόρτες, τους αποδίδεται μια σχεδόν μαγική, αποκαλυπτική ισχύς, η ικανότητα δηλαδή να φωτίζουν πλήρως το καθαυτό λογοτεχνικό έργο ενός δημιουργού; Ετοιμες απαντήσεις, αναμφισβήτητες, ούτε υπάρχουν νομίζω αλλά ούτε και χωρούν σε τέτοιου είδους ερωτήματα.

Κάθε εκδότης, επιμελητής, μελετητής, αναγνώστης, κρίνει κατά περίσταση, και αποφασίζει κατά τη λογική του. Προσωπικά, έχω πάντοτε το φόβο ότι το άπλετο φως μπορεί να δράσει συσκοτιστικά, ή και καυστικά. Δεν βγαίνουμε πάντοτε ωφελημένοι -όσον αφορά τη λογοτεχνία και την ανάγνωσή της- μαθαίνοντας τα πάντα για το «εργαστήρι» του ενός ή του άλλου δημιουργού, για την «κουζίνα» του ή ακόμα και για την κρεβατοκάμαρά του. Δεν βγαίνουμε πάντοτε ωφελημένοι από το κράμα σχολαστικισμού και ειδωλολατρίας που πείθει ότι πρέπει να δοθεί στη δημοσιότητα και το έσχατο πάρεργο ή το έσχατο σαφώς αλλότριου είδους γραπτό ενός συγγραφέα. Πρέπει να μένει πάντοτε μια περιοχή του ιδιωτικού βίου άθικτη. Και πρέπει, για την ανάγνωση της ποίησης, να εμπιστευόμαστε πρωτίστως, αν όχι αποκλειστικά, την ίδια την ποίηση.

Εν πάση περιπτώσει, ο τόμος που σχεδίασε ο Μιχάλης Πιερής, ακριβώς σαράντα χρόνια μετά την έκδοση των «Πεζών» του Αλεξανδρινού από τον Γ. A. Παπουτσάκη και των «Ανέκδοτων Πεζών Κειμένων» από τον Μιχέλη Περίδη, και οφειλόμενος μπορεί να θεωρηθεί και ωφέλιμος. Οφειλόμενος, προς τον αναγνώστη, ακριβώς για να υπερκεραστεί επιτέλους το καθεστώς της «παρατεταμένης εκδοτικής αταξίας» που επισημαίνει ο επιμελητής, μιας αταξίας που εμπόδιζε την προσπέλαση του «ολοένα αυξανόμενου υλικού καβαφικών πεζών κειμένων». Και ωφέλιμος όχι μόνο επειδή με αυτόν τον τόμο «το corpus των καβαφικών πεζών κειμένων πλουτίζεται κατά ένδεκα άγνωστα είτε ανέκδοτα κείμενα» αλλά και επειδή τα πεζά παραδίδονται αναθεωρημένα, σε σαφή κατάταξη (κείμενα «δημιουργικά», άρθρα και μελετήματα, κριτικά σημειώματα) και με όλον τον απαραίτητο υπομνηματισμό και τα ευρετήρια που καθιστούν πράγματι χρηστική αυτή την έκδοση που επιδίωξε, ρητά, να είναι «λαϊκή» κατά τις προδιαγραφές του Γ. Π. Σαββίδη. Ας σημειωθεί εδώ ότι οι μεταφράσεις των ξενόγλωσσων καβαφικών κειμένων έχουν γίνει από τον Μανόλη Σαββίδη.

Είναι γνωστό ότι ο Καβάφης, πιστός της ποίησης, δεν έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση για την πεζογραφική εκδοχή της τέχνης του. Οπως μάλιστα θυμίζει ο επεμελητής, κάποτε ο ποιητής «επιδοκίμασε το σχόλιο ενός επισκέπτη του, ο οποίος, με τη μέθοδο της εις άτοπον απαγωγής. τόνισε την προσήλωση του Καβάφη στην ποιητική δημιουργία: «O Καβάφης δεν κάνει τρία πράγματα: δεν κάνει διαλέξεις, δεν δίνει συνεντεύξεις, δεν γράφει πρόζα»». Δεν ανήκει λοιπόν ο Αλεξανδρινός στην -μάλλον ολιγομελή- ομάδα των ποιητών που κατέλιπαν πλούσια πρόζα, δοκιμιακού, στοχαστικού ή λογοτεχνικού χαρακτήρα. Δεν αφανίστηκε βέβαια ο κριτικός και ο στοχαστής από τον ποιητή, αλλά τον αναγνωρίζουμε εξίσου εύκολα -και σαφέστατα- στα ποιήματά του όσο και στα περί τέχνης και τεχνικής σημειώματά του.

Η ανισοτιμία ανάμεσα στην ποίηση και την πρόζα του Καβάφη είναι ευδιάκριτη και στον παρόντα τόμο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα πεζά δεν έχουν τη χάρη τους, «την καθαρότητα και τη σαφήνεια της διατύπωσης», όπως σημειώνει ο Μιχάλης Πιερής, την «κατακτημένη απλότητα που σημαίνει απέριττο και απλό (όχι απλοϊκό είτε απλουστευτικό) ύφος», τον ενίοτε γνωμικό χαρακτήρα και την ενδιάθετη ειρωνεία», στοιχεία άλλωστε που κατέκτησαν το απροσέγγιστο ύψος του στην ποίησή του.

Από τα δημοσιευόμενα άρθρα και κριτικά σημειώματα το πιο γνωστά (λόγω και της συνεχούς αναδημοσίευσής τους) είναι τα δύο που αφορούν τα Ελγίνεια Μάρμαρα, ενώ στα πιο ενδιαφέροντα συγκαταλέγονται όσα προσεγγίζουν το δημοτικό τραγούδι, που το αγαπούσε ιδιαίτερα («Αυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια, / για τ’ άθλα των κλεφτών και τους πολέμους, / πράγματα συμπαθητικά? δικά μας, Γραικικά», έγραφε στο «κρυμμένο» ποίημά του «Πάρθεν», το 1921). Από τα «δημιουργικά» το λαμπρότερο και ήδη διάσημο είναι το διήγημα «Εις το φως της ημέρας», ενώ ιδιαιτέρως κρίσιμα για την ανάγνωση της ποίησης είναι το «Αι σκέψεις ενός γέροντος καλλιτέχνου» και «Τα πλοία», ήδη δημοσιευμένο στα «Κρυμμένα ποιήματα», και το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί μια διαυγής μορφή της ποιητικής του: «Από την Φαντασίαν έως εις το Χαρτί. Είναι δύσκολον πέρασμα, είναι επικίνδυνος θάλασσα…». Οσα σημειώνει εδώ ο Αλεξανδρινός για το ταξίδι προς τον «λευκόν χάρτινον λιμένα», δίνουν το μέτρο της αυτογνωστικής σοφίας του.

Δυο λέξεις για την «ορθογραφία» του Καβάφη, την ανορθογραφία του μάλλον, που μας έστησε παλαιόθεν μια ωραία παγίδα μ’ εκείνο το «επέστρεφε». Στο εισαγωγικό του σημείωμα ο Μιχάλης Πιερής εξηγεί ότι «σιωπηρώς […] διορθώνονται αβλεψίες, τυπογραφικά λάθη ή λάθη εκ παραδρομής». Νομίζω ότι σε αυτήν την κατηγορία (των διορθωτέων, που ωστόσο δεν διορθώθηκαν) ανήκει και το «αι περι ου ο λόγος αρχαιότητες» (αντί «περί ων»), που απαντά στο κείμενο «Τα Ελγίνεια Μάρμαρα», και το «τας περί ου ο λόγος αρχαιότητας» (αντί, και πάλι, «περί ων») στο «δίδυμο» κείμενο «Νεώτερα περί των Ελγινείων Μαρμάρων». Δεν ξέρω αν το συγεκριμένο λάθος οφείλεται σε παραδρομή του ίδιου του Καβάφη ή σε λάθος του στοιχειοθέτη και του διορθωτή (αν υπήρχαν τότε διορθωτές) της αθηναϊκής εφημερίδας «H Εθνική», όπου δημοσιεύτηκαν τα δύο άρθρα, με διαφορά λίγων ημερών, το 1891. Οπως και να ‘χει, τίποτε δεν μας υποχρεώνει να αντιμετωπίσουμε σαν ταμπού ένα λάθος που δεν έχει κανένα κρυφό νόημα ή κρυφή λογική (έτσι άλλωστε βλέπουμε πια διορθωμένα τα «αιδέσματα» του ποιήματος «Γνωρίσματα», που πρωτοτυπώθηκαν έτσι, με εξόφθαλμη ανορθογραφία, στα «Ανέκδοτα ποιήματα (1882-1923)»).

Αντίθετα, «λάθος με νόημα», εσκεμμένο, θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί εκείνο το «απηύδησιν» του «κρυμμένου» ποιήματος «Θεόφιλος Παλαιολόγος», που σωστά (παρότι λανθασμένο…) τυπώθηκε έτσι ακριβώς από τον Γ. Π. Σαββίδη και ανατυπώνεται τώρα, από τον Μανόλη Σαββίδη λ.χ. στο «K. Π. Καβάφης, Ποιήματα (1882-1932)» («Ερμής», 2003) ή από τη Σόνια Ιλίνσκαγια στο «K. Π. Καβάφης, Απαντα τα ποιήματα» («Νάρκισσος», 2003). Λαθεμένο είναι βέβαια το «απηύδησις», και δεν χρειάζεται ν’ ανοίξει κανείς τα λεξικά για να δει το σωστό «απαύδησις». Δεν είναι πάντως εντελώς απίθανο να λαθεύει επίτηδες ο Καβάφης, μεταφέροντας την αύξηση του ρήματος στο ουσιαστικό για να επιτείνει ακριβώς την έννοια της απαυδήσεως σε συμφραζόμενα που το απαιτούν: «A Κύρ Θεόφιλε Παλαιολόγο / πόσον καϋμό του γένους μας, και πόση εξάντλησι / (πόσην απηύδησιν από αδικίες και κατατρεγμό) / η τραγικές σου λέξεις περιέχουν». Και τώρα ακόμα, όσο ακούω, λόγιοι και λαϊκοί προτιμούν, χάριν εμφάσεως, τον αυξημένο τύπο, «απηύδισα», σ’ ένα ρήμα μάλλον δημοτικό, και όχι το περισσότερο αναμενόμενο «απαύδισα».