ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Διακρινοντας

Από τη σύγχρονη Αθήνα των αδίστακτων φονικών κυκλωμάτων, τα οποία εξέθεσε στο προηγούμενο βιβλίο του «Λοβοτομή» (2002), ο αστυνομικός μυθιστοριογράφος Ανδρέας Αποστολίδης περνά με τις «Διαταραχές στα Μετέωρα» (Ωκεανίδα, σελ. 364) στην ανώμαλη ελληνική πολιτική ζωή της δεκαετίας του ’60. Ποιος ευθύνεται για τον θάνατο του θεατρικού επιχειρηματία Νάσου Μουρούζη, ο οποίος θα τσακιστεί πέφτοντας από έναν γκρεμό του βράχου των Μετεώρων; H εκδρομή της χαρούμενης αθηναϊκής παρέας στη χειμερινή Καλαμπάκα θα καταλήξει σε δράμα. Λίγο πιο πριν, η ιστορία των κοσμικών εκδρομέων θα διασταυρωθεί ωστόσο με την Ιστορία, καθώς στην πεζογραφική σκηνή θα εμφανιστούν πραγματικά πρόσωπα όπως ο βουλευτής της ΕΔΑ Γρηγόρης Λαμπράκης ή ο μεταγενέστερος δικτάτορας συνταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος.

Δεν γνωρίζω αν τα επεισόδια του μυθιστορήματος βασίζονται σε αληθινά περιστατικά, αν λόγου χάριν η επίσκεψη στη Μονή Βαρλαάμ Ολλανδών τουριστών, που συμμετείχαν σε συνέδριο Ειρήνης στη Μόσχα, έλαβε πράγματι χώρα. Κι αν η συνωμοσία δυσφήμισης του βουλευτή της Αριστεράς για τις ερωτικές του σχέσεις με Ολλανδή των Κινημάτων Ειρήνης αποτελεί ιστορικά εξακριβωμένη πληροφορία. Εκείνο, ωστόσο, που μπορώ να υποστηρίξω είναι ότι το ιστορικό πλαίσιο που περιβάλλει τη συγκεκριμένη αστυνομική υπόθεση είναι εντελώς προσχηματικό, παραμένοντας υποτονικό και ανενεργό μέχρι τέλους. Ανεξαρτήτως τού αν τα συγκεκριμένα περιστατικά της υπόθεσης είχαν συμβεί, στην προηγούμενη αστυνομική ιστορία «Λοβοτομή» οι φόνοι, οι παγιδεύσεις αυτοκινήτων, οι υποκλοπές, τα βασανιστήρια, η εμπορία ανθρώπινων οργάνων έπλαθαν μια πειστικά ζοφερή εικόνα της σύγχρονης Αθήνας. Προσεκτικά δουλεμένη, η ασθμαίνουσα τεχνική της ξηράς αστυνομικής έκθεσης και του απρόσωπου ειδησεογραφικού ρεπορτάζ δημιουργούσε το ασφυκτικό κλίμα μιας πρωτεύουσας που έχει αλωθεί από κάθε λογής κακοποιά στοιχεία.

Στις «Διαταραχές στα Μετέωρα», τίποτα αντιθέτως από το πυρετώδες κλίμα των διώξεων της Αριστεράς, της βίας και της νοθείας και του «ποιος επιτέλους κυβερνά αυτό τον τόπο;» υπάρχει. Τίποτα από τον όλο και ασφυκτικότερο εναγκαλισμό που τα πλοκάμια του αστυνομικού και στρατιωτικού παρακράτους επεφύλαξαν στην πολιτικοκοινωνική ελληνική ζωή της δεκαετίας του ’60. Το πολιτικό σκηνικό που στήνεται γύρω από τον πυρήνα του αστυνομικού μυστηρίου δείχνει αντιθέτως εντελώς πλαστό, κάλλιστα δε θα μπορούσε με μικρές αλλαγές να αντικατασταθεί από το σκηνικό μιας οποιασδήποτε άλλης εποχής. Οι αιτίες για την αποτυχία θα μπορούσαν να είναι πολλές. Καθώς η αφήγηση δεν κατορθώνει να ζωντανέψει το κλίμα της παρακρατικής ανωμαλίας, η διαπλοκή του δημόσιου και του ιδιωτικού σκέλους της ιστορίας παραμένει, όσον αφορά τη δομή, χαλαρή. Ποια σχέση έχουν άλλωστε με την όλη υπόθεση οι μυθολογικές παραπομπές στον Λυκάνθρωπο και στις μεταμορφώσεις του θεϊκού Ζαγρέα; Ούτε οι μυθιστορηματικές φιγούρες, η ψυχολογία και τα κίνητρά τους διαγράφονται με ευκρίνεια. Είναι δυνατόν, 35χρονος δικηγόρος να χαρακτηρίζει παιδικές αναμνήσεις τις εικόνες που ως 25χρονος είχε από τη ζοφερή ελληνική πολιτική ζωή; Εκφραση αδόκιμη και ποικίλες ψυχαναλυτικής εμπνεύσεως εκλογικεύσεις διαταράσσουν, τέλος, τον κειμενικό ρυθμό κλονίζοντας σοβαρά το αναγνωστικό ενδιαφέρον για την τελική λύση του αστυνομικού αινίγματος.

Γιατί η κριτική απέρριψε τον «Αρχοντα των Δαχτυλιδιών» του J. R. R. Tolkie(1892-1973) και δεν τον περιέλαβε στον αγγλοσαξονικό λογοτεχνικό κανόνα; Εργο που πρωτοκυκλοφόρησε σε τρεις τόμους στα 1954-1955, έγινε μέσα στη δεκαετία που ακολούθησε ένα από τα αγαπημένα αναγνώσματα πολλών εκατομμυρίων παιδιών, ενώ ταυτόχρονα ανακηρύχθηκε, λόγω των περιβαλλοντικών του ανησυχιών, στη «Βίβλο της Εναλλακτικής Κοινωνίας». Εντούτοις και παρά τη φανατική συνηγορία λογοτεχνικών γιγάντων, όπως του W. H. Αudeκαι του C. S. Lewis, το έργο ποτέ δεν έγινε αποδεκτό από την ευρύτερη κριτική, η οποία το καταδίκασε με επικεφαλής μεγέθη όπως ο P. Toynbee, ο E. Wilsoκαι ο E. Muir. Στο βιβλίο του «Tolkien. A cultural phenomenon» (Palgrave, σελ. 246), o BriaRosebury αναλαμβάνει να υπερασπιστεί τη λογοτεχνική αξία του «Αρχοντα των Δαχτυλιδιών». Οι λόγοι για τους οποίους το έργο δεν τοποθετήθηκε, κατά τη γνώμη του, στον κανόνα ήταν ότι βρέθηκε έξω από τα κυρίαρχα ρεύματα του πανίσχυρου στη δεκαετία του ’50 ύστερου μοντερνισμού. Παρ’ ότι η υπόθεση εκτυλίσσεται σε μια φανταστική χώρα της προϊστορικής εποχής, ο BriaRosebury θεωρεί ακόμα ότι το μυθιστόρημα συνδέεται με τον πραγματικό κόσμο, καθώς έναυσμα για τη σύλληψή του απετέλεσαν οι δραματικές εμπειρίες που γνώρισε ο συγγραφέας στα πολεμικά χαρακώματα του Δυτικού Μετώπου στα 1917. Πρόθεση του Τolkieστον «Αρχοντα των Δαχτυλιδιών» ήταν, κατά τον BriaRosebury, «να κάνει αισθητή τη μορφή της ανθρώπινης φύσης από μια προοπτική που βρίσκεται έξω από τη φύση αυτή», έτσι ώστε να μπορέσει να επιτύχει την ηθική της αποτίμηση.