ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

H ταυτότητα της αμερικανικής λογοτεχνίας

Paul Levine – Ντόρα Τσιμπούκη

Αμερικανικές ταυτότητες. Η λογοτεχνική ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών 1603-2000

Μτφρ.: Αντώνης Γαλέος

Εκδ. Πατάκης

Στο παρελθόν, υπήρχε μια ροή εκδόσεων σχετικών με την ιστορία ξένων λογοτεχνιών: από την «Ιστορία της γαλλικής λογοτεχνίας» του Γκ. Λανσόν και την «Ιστορία της γερμανικής λογοτεχνίας» του Α. Φιλμάρ στις αρχές του αιώνα, την «Ιστορία της ρωσσικής λογοτεχνίας» του Ν. Καζαντζάκη, την «Ιστορία της αγγλικής λογοτεχνίας» του Τ. Λαλού και την «Ιστορία της γερμανικής λογοτεχνίας» του Τ. Βάλτερ στη δεκαετία του ’30 και τη «Σύντομη ιστορία της αμερικανικής λογοτεχνίας» του Κ. Βαν Ντόρεν στη δεκαετία του ’50, λόγου χάρη? ως την «Ιστορία της αγγλικής λογοτεχνίας» του Γ. Γεωργιάδη-Αρνάκη και την «Ιστορία της ιταλικής λογοτεχνίας» του Κ. Ζουμπουλίδη, δύο ιστορίες της ρωσικής λογοτεχνίας, του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου και του Ντ. Σ. Μίρσκι στη συνέχεια. Παρά τις σποραδικές εκδόσεις της τελευταίας δεκαετίας (τις δύο ιστορίες της ιταλικής λογοτεχνίας, λόγου χάρη, του Φ. Γκικόπουλου και του Α. Ρόζα, ή κάποιες εισαγωγές, όπως του Β. Ιβάνοβιτς στην ισπανοαμερικανική λογοτεχνία ή του Π. Καραγιώργου στην αγγλική), ο Ελληνας αναγνώστης αναγκάζεται συνήθως σήμερα να ανατρέξει σε ξενόγλωσσα σχετικά συγγράμματα. Ετσι, οι «Αμερικανικές ταυτότητες», που φιλοδοξούν να καλύψουν αυτό το κενό όσον αφορά την αμερικανική λογοτεχνία, αξιοποιώντας τα σύγχρονα εργαλεία της ιστορίας, θεωρίας και κριτικής της λογοτεχνίας, είναι καθ’ όλα ευπρόσδεκτες.

Διαφορετικές οπτικές

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο, ο Πολ Λεβίν εκδιπλώνει τον, λιγότερο γνωστό, πλούτο των απαρχών της αμερικανικής λογοτεχνίας, από την Αν Μπράντστριτ και τον Τζέιμς Φένιμορ Κούπερ, ώς την Εμιλι Ντίκινσον, τον Εμερσον, τη Μάργκαρετ Φούλερ, αλλά και τον Ντέιβιντ Θόρο -που όπως εύστοχα παρατηρεί ο συγγραφέας υπήρξε, με τη θεωρητικοποιημένη απειθαρχία του, πηγή έμπνευσης για πολλά κινήματα της δεκαετίας του εξήντα, δεξιά και αριστερά-, τον Ουίτμαν, αλλά και τον Χόθορν, τον Μέλβιλ και τον Μαρκ Τουέιν. Ενώ στο δεύτερο μέρος, αρχής γενομένης από τις γυναίκες δημιουργούς, όπως η Ιντιθ Γουόρτον, η Γουίλα Κάθερ ή η Γερτρούδη Στάιν, απεικονίζεται με αδρές γραμμές η πολυπλοκότητα μιας πρωτοποριακής λογοτεχνίας, από τους μοντερνιστές, τον Ελιοτ, τον Πάουντ, τον Φιτζέραλντ, τον Φόκνερ και τον Χέμινγουεϊ, και άλλους πολλούς, ώς τη γενιά των μπιτ και τους σύγχρονους μεταμοντέρνους συγγραφείς, όπως ο Πίντσον ή ο Ντε Λίλο. Και τα δύο μέρη προσανατολίζονται σε μια ιστορία των ιδεών, των ρευμάτων και των τάσεων, διερευνούν την αμερικανική ταυτότητα μέσα από τα έργα λόγου της. Και το στοιχείο αυτό καθιστά ιδιαιτέρως ενδιαφέρον το εγχείρημα, σε μια στιγμή όπου οι υπερ-συντηρητικές επιλογές της αμερικανικής κυβέρνησης κινδυνεύουν να μας οδηγήσουν σε απλουστευτικές κρίσεις και αποτιμήσεις για έναν σύνθετο πολιτισμό, που δεν μπορεί κανείς να τον διαγράψει με μια μονοκοντυλιά, αλλά ούτε και άκριτα να τον αποδεχτεί στο σύνολό του.

Τόσο η μεθοδολογία όμως όσο και η οπτική υπό την οποία εξετάζουν την αμερικανική λογοτεχνική παραγωγή οι δύο επιστήμονες είναι πολύ διαφορετική.

Ο Πολ Λεβίν ακολουθεί μια πιο παραδοσιακή μέθοδο και στο πλαίσιο ιδεολογικών, στην ουσία, επιλογών, τονίζει μια αμερικανικότητα χωρίς ρωγμή, απαλλαγμένη σε μεγάλο βαθμό από τις προβληματικές συνιστώσες της κουλτούρας των ιθαγενών, των μαύρων ή από τις πιο «γοτθικές» τάσεις της. Και ενώ η έλλειψη αναφοράς σε ελάσσονες ποιητές που έπαιξαν, καλώς ή κακώς, σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της αμερικανικής συνείδησης δεν είναι τόσο σοβαρές, το γεγονός ότι ο Ε.Α. Πόε μένει εκτός του πεδίου αναφοράς κλονίζει το ίδιο το θεωρητικό-κριτικό οικοδόμημα του συγγραφέα.

Ο 20ός αιώνας

Το δεύτερο μέρος υπακούει σε διαφορετικά μεθοδολογικά κριτήρια, σύμφωνα με τις σύγχρονες προσεγγίσεις των πολιτισμικών σπουδών. Παρά την πληθώρα των τάσεων και των ονομάτων, η Ντόρα Τσιμπούκη συνθέτει μια αντιπροσωπευτική τοιχογραφία των λογοτεχνικών εξελίξεων ώς και την τελευταία δεκαετία. Επιπλέον, προτάσσει ένα θεωρητικό κεφάλαιο για τις έννοιες του μοντερνισμού και της νεωτερικότητας, που απαντά στο προτελευταίο κεφάλαιο για το το μεταμοντερνισμό. Με συνεχείς παραπομπές σε θεωρητικά κείμενα, εξετάζει τον μοντερνισμό και τη στερέωση της αμερικανικής φωνής, τον ρεαλισμό των αρχών του αιώνα και τη γυναικεία γραφή, τις φωνές της εξέγερσης και του περιθωρίου και τον μεταμοντερνισμό. Δεν παραλείπει να αναφερθεί στις φυλετικές και εθνοτικές παραμέτρους και εντάσσει την προβληματική της σε ένα πολύ σαφές και κατατοπιστικό πολιτικο-ιδεολογικό πλαίσιο. Ιδωμένο από μια εντελώς σύγχρονη οπτική, το δεύτερο μέρος αποτελεί, παρά την περιορισμένη έκτασή του, μια πολύ καλή εισαγωγή στον αμερικανικό 20ό αιώνα.

Λαμβάνοντας υπόψη μας ότι τα δύο μέρη του έργου είναι απολύτως διακριτά, συνυπολογίζοντας ότι το πρώτο μέρος απηχεί ίσως παλαιότερες τάσεις στην ιστορία της λογοτεχνίας και παρουσιάζει, προφανώς, μια εικόνα της αμερικανικότητας όπως την αντιλαμβάνονται οι ίδιοι οι Αμερικανοί, σε πείσμα των δικών μας αντιρρήσεων, δεν μπορούμε παρά να αποδεχτούμε την αξία και τη χρησιμότητα του ανά χείρας έργου, που απευθύνεται στο ευρύ κοινό, και όχι μόνο στους ειδικούς. Στην επανέκδοσή του δε, ο Χένρι Ροθ, τον οποίο ο δαίμων του τυπογραφείου(;) κατάργησε, εξομοιώνοντάς τον με τον κατά πολύ νεότερο, συνονόματό του Φίλιπ, σίγουρα θα αποκατασταθεί.