ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Από την κοινωνική αλληλεγγύη στην κοινωνική συνοχή

Στα 1848, τη χρονιά των επαναστάσεων κατά των απολυταρχικών καθεστώτων, φάνηκε από την αρχή πως η δημοκρατία, το καθολικό δηλαδή δικαίωμα ψήφου, θα έπρεπε να συμβιβάσει τη θεωρητική παράδοση των δικαιωμάτων των ατόμων με τη νέα οικονομική πραγματικότητα του βιομηχανικού καπιταλισμού, με τις πραγματικότητες δηλαδή των αντιμαχόμενων τάξεων. Και το δικαίωμα στην εργασία αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος των διακηρύξεων περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις επαναστάσεις αυτές. Ενας τρόπος για τη συμφιλίωση των αντιφατικών κελευσμάτων που προέρχονταν από την άνοδο της οικονομίας της αγοράς και των κοινωνικών αιτημάτων περί δικαιωμάτων ήταν η έννοια της αλληλεγγύης. Η αλληλεγγύη έγινε διακριτή από τα δικαιώματα, και σε αυτή θεμελιώθηκε η ιδέα του κοινωνικού κράτους.

Η φιλελεύθερη οικονομία θα έπρεπε πλέον ανεπηρέαστη να παράγει πλούτο και το κράτος, παράλληλα με την ισότητα, την ελευθερία και φυσικά την ασφάλεια, θα έπρεπε να εγγυηθεί και την αλληλεγγύη. Η πολιτική αποκτούσε πλέον ένα νέο πεδίο συμφιλίωσης ανάμεσα σε μια διακριτή Δεξιά, που επιζητούσε την πρωτοκαθεδρία της οικονομίας, και μια Αριστερά που προσέβλεπε στην επέκταση των μορφών κοινωνικής αλληλεγγύης και τη διασφάλιση των δικαιωμάτων με κοινωνικό πλέον περιεχόμενο. Η Αριστερά ενστερνίστηκε εξαρχής τη διαχείριση πόρων εκτός των κανόνων της αγοράς.

Η όψιμη αναβίωση του φιλελευθερισμού επανέφερε με ένταση την αντίφαση ανάμεσα σε μια δημοκρατία που εδράζεται σε δικαιώματα και μια δημοκρατία που εξοβελίζει κάθε έννοια αλληλεγγύης με κρατική ή κοινωνική υπόσταση. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο κατάλογος των αυτονόητων δικαιωμάτων έχει συρρικνωθεί. Το δικαίωμα στην εργασία δεν θεωρείται αυτονόητο και το δικαίωμα πρόσβασης σε στοιχειώδεις υπηρεσίες αμφισβητείται. Τα επιχειρήματα είναι καθαρά οικονομικά. Υποστηρίζουν ότι παρόμοιοι κοινωνικοί διακανονισμοί επιβαρύνουν την οικονομία και αποτρέπουν τη διαρκή μεγέθυνσή της. Εάν αυτή αφεθεί στις δικές της αυτοδύναμες ρυθμίσεις, τότε και οι κοινωνικές εντάσεις εξαφανίζονται, μαζί όμως και η έννοια της αλληλεγγύης. Πρωτεύουσα σημασία αποδίδεται στο δικαίωμα των ίσων ευκαιριών, το πιο σαθρό από όλα τα δικαιώματα και το πιο ασυμβίβαστο με το δικαίωμα της αλληλεγγύης, καθώς μόνον η πλήρης εφαρμογή του τελευταίου διασφαλίζει το πρώτο.

Η έννοια της κοινωνικής συνοχής αποτελεί προέκταση του φιλελεύθερου συλλογισμού. Αποστασιοποιείται από κάθε έννοια δικαιώματος. Προδιαγράφει όχι τη διαδικασία, αλλά το αποτέλεσμα της απρόσκοπτης λειτουργίας της οικονομίας. Μετατρέπεται σε μια στατιστική που αποτυπώνει πόσο συνεκτική είναι μια κοινωνία μέσω των δεικτών εισοδήματος, ανεργίας, κατανάλωσης αγαθών και υπηρεσιών. Δεν παρεμβαίνει, απλώς συμπράττει εκ των υστέρων στις διανεμητικές επιλογές της αγοράς. Ως τεχνική που παραπέμπει στη διαχείριση οικονομικών δεικτών, καλείται να καταγράψει το μη ανεκτό στην άνιση διανομή του εισοδήματος. Το όριο μπορεί να τεθεί μόνον αυθαίρετα. Μα και η πολιτική που συνεπάγεται είναι ισοδύναμα αυθαίρετη και μονοσήμαντη. Αρκεί η προσφορά χρημάτων που θα εξοβελίζει το ακραίο και μη αποδεκτό.

Επαναπροσδιορισμός της αλληλεγγύης

Σε αυτή την ορατή αντίφαση πρόσφατες θεωρήσεις επεδίωξαν να αποσυνδέσουν την έννοια της αλληλεγγύης από την κρατική της διάσταση και να την επαναθεμελιώσουν στην κοινωνία. Πρόκειται για την αυτοοργάνωση ομάδων με κοινωνικά, γεωγραφικά ή πολιτιστικά κριτήρια που συμπράττουν στη βάση αλληλέγγυων επιδιώξεων και στόχων και αντλούν πόρους από την ίδια την πρακτική τους. Εν δυνάμει υποκαθιστούν την ιδιωτική ή δημόσια οργάνωση των πεδίων αυτών ή καλύπτουν την απουσία τους. Αυτού του τύπου η αλληλεγγύη φαίνεται να αποστασιοποιείται από την καθολικότητα που μόνο το κράτος εγγυάται και ταυτόχρονα διαρρηγνύει την ατομικότητα που φαινομενικά περιβάλλει τις συναλλαγές της ιδιωτικής οικονομίας. Πρόκειται για μια αλληλεγγύη του μερικού, του επιμέρους και του αποσπασματικού. Αποστασιοποιείται και από τις δύο διακριτές σφαίρες της κληροδοτημένης κοινωνικής οργάνωσης και χωρίς να διεκδικεί την αντικατάστασή τους προσβλέπει στη συνύπαρξή τους με αυτές, σε μια συνεχώς όμως κινούμενη δυναμική.

Στο εσωτερικό αυτού του ρεύματος σύντομα σχηματίστηκαν ισοδύναμα αντιθετικές ιδεολογικές κινήσεις. Διακριτό στοιχείο των κινήσεων αυτών παρέμεινε ο τρόπος συμβιβασμού ανάμεσα στη θεμελιακή αντίφαση των δικαιωμάτων και της αλληλεγγύης. Η επαναδιαπραγμάτευση της αντίφασης αυτής δεν μπορεί να είναι μερική. Τελικά κάθε θεώρηση δεν θέτει μόνο τα όρια του παραδείγματός της, αλλά οφείλει να προδιαγράφει τις προϋποθέσεις επέκτασής της σε καθολικότερες προσεγγίσεις. Αυτές που διατρέχουν τόσο την ιδιωτική οικονομία όσο και την κρατική πρακτική. Η ανασύνθεση της καθολικής αλληλεγγύης ως δυνητικό και όχι ως αποφαντικό εγχείρημα οφείλει να περιλάβει τόσο τον κρατικό όσο και τον ιδιωτικό τομέα. Αλλιώς η κοινωνική συνοχή θα διασκεδάζει τη νέα πραγματικότητα των κοινωνικών ανισοτήτων.

(1) Ο κ. Γ. Σταθάκης είναι αν. καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.