ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Υποθεσεις

Σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, η αγωνία των κομματικών μηχανισμών και των συνεργαζόμενων επικοινωνιολόγων δεν είναι η εκπόνηση ενός στοιχειωδώς αρθρωμένου προγράμματος αλλά η επιλογή της κρίσιμης λέξης που θα μαγνητίσει το ψηφοφόρο πλήθος, της μαγικής λέξης που «θα τα λέει όλα», αφήνοντάς τα συγχρόνως ασαφέστατα και ασάλευτα? εδώ η πολιτική πάει να συναντήσει την ποίηση, για να χωρίσουνε στου δρόμου τα μισά με την παρεμβολή της διαφήμισης. Μια φορά κι έναν καιρό, λοιπόν, όταν η χώρα δεν είχε ορθοποδήσει ακόμα, στις προεκλογικές εξαγγελίες και στους κομματικούς τίτλους ήταν του συρμού οι σύνθετες λέξεις με πρώτο συνθετικό το «ανα», που κάπως απηχούσε εκείνο το σημαδιακό «παλιγγενεσία»: ανόρθωση, αναγέννηση, ανανέωση, ανασυγκρότηση κ.ο.κ. Στη μεταπολίτευση, η λέξη που λειτούργησε σαν μοχλός αναδιανομής της εξουσίας και αναδιευθέτησης του φαντασιακού ήταν η «Αλλαγή», σαρωτικά γενικόλογη, ώστε να περιέχει τα πάντα, ακόμη και τα μεταξύ τους αντίθετα. Στον καιρό μας πια, οι «αναγεννήσεις» και τα ομοιοκάταρκτά τους δεν κρίνονται ελκυστικά? απόδειξη και το νεότευκτο κόμμα του κ. Στέλιου Παπαθεμελή, η «Δημοκρατική Αναγέννηση», που πριν προλάβει να περπατήσει, κατέφυγε στη νεοδημοκρατική βακτηρία. Κάποια στιγμή διεκδίκησε να λημματογραφηθεί στην κομματική ορολογία η λέξη «υπέρβαση», διά στόματος του κ. Αντώνη Σαμαρά, αλλά το εγχείρημά του δεν υπερέβη το όριο της μετριότητας? στο ίδιο όριο σκόνταψε και το επίσης υπερβατικό διάβημα του κ. Δημήτρη Αβραμόπουλου, το κόμμα του οποίου έκλεισε τον βιοϊστορικό του κύκλο πριν καν τον ανοίξει.

Στην τωρινή εκλογική αναμέτρηση, προσφιλέστερος όρος των δύο διεκδικητών της εξουσίας αναδεικνύεται η λέξη-σήμα «Αλλαγή», έπειτα από ολόκληρη εικοσαετία «εφαρμογής» της. Στη λέξη αυτή προσφεύγει η Νέα Δημοκρατία, υποθέτοντας ότι στα ρητορικά τρυκ δεν υπάρχει κοπιράιτ και επιχειρώντας να δώσει στον όρο την έννοια της «απαλλαγής», αν και η σύμπτωση των δύο μεγάλων κομμάτων στα μείζονα (στα οικονομικά, την εξωτερική πολιτική, τα εκπαιδευτικά, τα οικολογικά, τα αποκρατικοποιητικά, τα ολυμπιακά κτλ.), υποδηλώνει ότι η ενδεχόμενη εκλογική νίκη της νυν αξωματικής αντιπολίτευσης δεν θα αποτελέσει παρά εναλλαγή. Στην «Αλλαγή» επίσης προσφεύγει και πάλι το ΠΑΣΟΚ. Και μάλιστα, με τη γνωστή πληθωριστική έφεσή του, υπόσχεται, διά του γραμματέως του, ότι θα φέρει την «τρίτη Αλλαγή», την αλλαγή της αλλαγμένης αλλαγής εν ολίγοις. Επιπλέον, το κυβερνών κόμμα, για να ενισχύσει τα θέλγητρά του, όχι μόνο απαλείφει σταδιακά τα εμβλήματά του ή τους δίνει απαλότερα σχήματα και χρώματα, αλλά και αυτοεμφανίζεται ρητά σαν «νέο ΠΑΣΟΚ», σαν «ΠΑΣΟΚ πέραν του ΠΑΣΟΚ», τόσο εχθρικό προς τη ιδεολογία ώστε να χωράει και τον κ. Μάνο και τον κ. Ανδριανόπουλο. Προφανώς οι αναβαπτιστές του λησμόνησαν ότι και ο κ. Σημίτης, ήδη από το 1996, είχε αυτοπαρουσιαστεί σαν ο ηγέτης του «άλλου ΠΑΣΟΚ», του «νέου ΠΑΣΟΚ». H γερή μνήμη δεν συγκαταλέγεται απαραίτητα στα προσόντα των πολιτικών, οι οποίοι μάλλον δεν αισθάνονται καλά με τη δυνατότητα αρχειοθέτησης των λεγομένων τους που προσφέρουν οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές.

Αυτή η σύμπτωση σε μια ευχάριστη λέξη που μάλλον ηχεί παρά σημαίνει, υποδηλώνει ότι τα δύο κόμματα επιχειρούν να συντονιστούν με ένα γενικότερα προβαλλόμενο αίτημα αλλαγής, και, υιοθετώντας το φραστικά, να το χειραγωγήσουν, νοηματοδοτώντας το κατά τις βλέψεις του και τη λογική του το καθένα. Ηδη, άλλωστε εμφανίζεται διαφοροποιημένη η προεκλογική τους τακτική, πιθανόν ύστερα από συστάσεις των συμβούλων επικοινωνίας (στα φώτα των οποίων προσφεύγουν και οι Εκκλησίες ακόμα, τουλάχιστον η ελληνική, θαρρείς και ο λόγος του Θεού έχει ανάγκη επικοινωνιολόγου). Παρατηρούμε λοιπόν αρκετά ήπιους τόνους, μειλίχιο ύφος, αν όχι και διστακτικό (σε αυτό πρωτεύει ο Γ. Παπανδρέου, σύμφωνα δε με τους απίστευτα ευρηματικούς αγιογράφους του, ακριβώς αυτή η διστακτικότητά του τεκμηριώνει την υψηλή ποιότητα της παρέμβασής του και συνιστά το συγκριτικό πλεονέκτημά του), ανεπίσημο ντύσιμο, νεάζον λουκ, χαμόγελο πάνω στο χαμόγελο, «χαλαρό» λεξιλόγιο, γενικώς κινήσεις που τις πρωτομάθαμε από τους Αμερικανούς μάστορες του είδους. Λογικό είναι λοιπόν να προτιμώνται πλέον οι μικροί κλειστοί χώροι, κι όχι βέβαια για τον φόβο των καιρικών φαινομένων, αλλά επειδή πιστεύεται πως εκεί είναι ευκολότερο να αναδειχθούν τα «ανθρώπινα στοιχεία» του χαρακτήρα των ηγετών και της πολιτικής τους. Κάπως έτσι, από το γνωστό δίδυμο «ύφος και ήθος», καταλήξαμε στο λάιφ στάιλ.

Αν η λέξη «Αλλαγή» χρησιμοποιείται σαν σύνοψη και έμβλημα μιας δοκιμασμένης υποτίθεται μαγικής φόρμουλας, το ζεύγος «Νέα Εποχή» έχει εισαχθεί στην προεκλογική αγορά σαν το μαγικό κλειδί που θα ανοίξει δίχως πρόβλημα και αργοπορία τη βαριά πύλη του μέλλοντος. Τι ακριβώς σημαίνει «Νέα Εποχή» για όλους τους μονότονα νεολόγους και επιπολαίως νεωτερίζοντες δεν είναι ιδιαίτερα σαφές. Γνωστό είναι, πάντως, ότι με το ίδιο ακριβώς σλόγκαν, με το ίδιο δέλεαρ, τη «Νέα Εποχή», έδωσε την προεκλογική του μάχη του ΠΑΣΟΚ το 2000, υπό την ηγεσία του κ. Σημίτη. Το γεγονός ότι η ίδια υπόσχεση επανέρχεται απαράλλακτη οδηγεί αναπότρεπτα στις εξής σκέψεις: Ή αυτοί που υπόσχονται τώρα δεν θυμούνται τι υποσχέθηκαν προ τετραετίας (άρα, γιατί να θυμούνται και ύστερα από ένα εξάμηνο;) ή δαπάνησαν μια τετραετία χωρίς να κατορθώσουν να πραγματοποιήσουν την περί «νέας εποχής» υπόσχεσή τους, οπότε πού ακριβώς βρίσκεται η «ισχυρή Ελλάδα», πού «ο πιο επιτυχημένος πρωθυπουργός μετά τον Βενιζέλο» και πόθεν η τόση καύχηση;

Ας είμαστε επιφυλακτικοί, λοιπόν, με το ευαγγέλιο της «Νέας Εποχής», όποιοι κι αν φέρονται σαν απόστολοί του. Αλλωστε αυτό ακριβώς μάς συνιστά, με την καταγωγική της σημασία, η λέξη «εποχή». Γιατί προτού η λέξη καταλήξει να σημαίνει αποκλειστικά τη χρονική περίοδο, είχε τη σημασία της αμφιβολίας, της επιφυλακτικής στάσης, σύμφωνα με τη γνωσιοθεωρία του Σκεπτικισμού, όπως τη σχημάτισε ο Ηλείος φιλόσοφος Πύρρων (360-270 π.Χ.), θεμελιώνοντάς την ακριβώς στις λέξεις «εποχή»/«επέχειν». O Πύρρων βέβαια και οι μαθητές του (χρονικά τελευταίος θα μπορούσε να θεωρηθεί ο Εντμουντ Χούσερλ, που επανέφερε την «εποχή», εντάσσοντάς τη στην ορολογία της φαινομενολογίας) συμβούλευαν να είμαστε εφεκτικοί, επιφυλακτικοί, επειδή, κατά την αντίληψή τους και εξαιτίας της «ισοσθένειας των λόγων», κανείς δεν μπορεί να εκφέρει οριστική γνώμη για κανένα φαινόμενο. Μόνο που αυτό τούς οδηγούσε σε κάποιας λογής παραίτηση, υπό τη μορφή της «αρρεψίας» (να μη ρέπεις προς καμία κατεύθυνση γιατί έτσι κι αλλιώς θα γλιστρήσεις) ή και της «αφασίας» (να μην εκφέρεις καν γνώμη, αφού έτσι κι αλλιώς θα λαθέψεις). Εμείς δεν έχουμε παρά να κρατήσουμε την πυρρωνική «εποχή» με την πολύτιμη έννοια της αμφιβολίας, εμπλουτίζοντάς την όμως με τη σημασία της κριτικής και της αμφισβήτησης των μεσσιών και των «ευαγγελιστών» τους.