ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Εζησα μια ζωή όπως την ήθελα»

«Εχετε μια διπλή γραμμή ζωής. Αυτή παρατηρείται σε ανθρώπους που γαντζώνονται από τη ζωή. Κι εσείς, κυρία Διαμαντίδου, θα επιβιώνατε και σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως…», της είχε πει κάποτε μια γυναίκα. Οταν το είχε διηγηθεί για πρώτη φορά αυτό το περιστατικό η Δέσπω Διαμαντίδου, αρχές της δεκαετίας του ’90, γελούσε ηχηρά με την «ογκώδη» και επιβλητική φωνή της. Είχε μόλις κατορθώσει να κλείσει το μάτι στον θάνατο, ύστερα από ένα σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο, και να επιστρέψει ανανεωμένη στη ζωή. Χθες το πρωί, όμως, οι δυνάμεις της την εγκατέλειψαν και άφησε την τελευταία της πνοή σε ηλικία 88 ετών, στο Αττικό Θεραπευτήριο. Ως αιτία θανάτου ανακοινώθηκε η καρδιακή ανεπάρκεια. H Δέσπω Διαμαντίδου ανήκει στη σπάνια κατηγορία των καλλιτεχνών που η αγάπη και το πάθος τους για την τέχνη υπερνικά τα προβλήματα υγείας. Ετσι και εκείνη, παρά τη μειωμένη όραση, που την ταλαιπωρούσε πολύ και τον εύθραυστο οργανισμό της, ανταποκρινόταν στις προσκλήσεις που την ενδιέφεραν. Εξαιρετική η ερμηνεία της, ως καταδυναστευτική φιγούρα μητέρας, στη βραβευμένη ταινία της Π. Παναγιωτοπούλου «Δύσκολοι αποχαιρετισμοί: O μπαμπάς μου» (2002), όπως και στον ρόλο της ξενοδόχας στην επίσης βραβευμένη μικρού μήκους «Skipper Straad» της Ειρ. Βαχλιώτη (2003). Συμμετείχε επίσης στην ταινία του Αλ. Κολλάτου «O χάρος βγήκε παγανιά» (2003). Γεννήθηκε σε ένα σπίτι με την υπογραφή του Τσίλλερ, στον Πειραιά, η καταγωγή της ήταν από τη Ρωσία, τελείωσε τη στοιχειώδη και μέση εκπαίδευση σε Γερμανική σχολή, έμαθε ελληνικά με ιδιαίτερα μαθήματα και κατέληξε να μεταφράζει απαιτητικά λογοτεχνικά κείμενα. Κοσμοπολίτισσα, ταξίδευε πολύ συχνά, λάτρης της ανάγνωσης («θα πρέπει να ήμουν δεκατριών χρόνων όταν γράφτηκα στη δανειστική βιβλιοθήκη του Κάουφμαν»), ήταν σε όλη της τη ζωή πνεύμα ελεύθερο, αντλούσε ενέργεια από την ανεξάντλητη περιέργειά της να παρακολουθεί οτιδήποτε νέο και πρωτοποριακό στον χώρο της τέχνης.

Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και από το 1946 ώς το ’50 υπήρξε βασικό στέλεχος της κρατικής σκηνής. Εμφανίστηκε σε διάφορα θεατρικά σχήματα (Κοτοπούλη, Συνοδινού, Βουγιουκλάκη – Παπαμιχαήλ κ.ά.) ερμηνεύοντας από την κορυφαία στην Εκάβη ώς Τσέχωφ και Ξενόπουλο. Την περίοδο της δικτατορίας έζησε στην Αμερική, εξελίσσοντας εντυπωσιακά την καριέρα της. Στο διάστημα αυτό σφυρηλατήθηκε και η σχέση της με τη Μελίνα Μερκούρη και τον Ζυλ Ντασσέν, που θεωρούσε πάντα «οικογένειά της». Κορυφαίες στιγμές στη σταδιοδρομία της το «Ιλια Ντάρλινγκ» του Ντασσέν, που είχε τεράστια επιτυχία και το «Καμπαρέ», μιούζικαλ στο οποίο αντικατέστησε τη Λότε Λένυα ύστερα από οντισιόν. «Καθοριστική σημασία για την καριέρα μου στην Αμερική είχε ο Ντασσέν. Αλλαξε κυριολεκτικά τη ζωή μου. Αφαίρεσε το ερμηνευτικό καλούπι στο οποίο ήμουν παγιδευμένη και μου άνοιξε νέους δρόμους. Μετά το «Ποτέ την Κυριακή» με ανακάλυψαν οι Αμερικανοί παραγωγοί», είχε δηλώσει σε συνέντευξή της στην «K». Στο διάστημα αυτό εμφανίστηκε συνολικά σε 10 θεατρικά έργα. Μετά την επιστροφή της στην Ελλάδα συνεργάστηκε με το ΚΘΒΕ. Θα παραμείνει αλησμόνητη ως «Τρελή του Σαγιώ», Γουίνι στις «Ευτυχισμένες μέρες» και Μωντ στο «Χάρολντ και Μωντ» (σκηνοθ. A. Βουτσινά). Οι κινηματογραφικοί ρόλοι της στην Ελλάδα περισσότεροι από 40: Από τα «Παιδιά της Αθήνας» το 1947, «Το τελευταίο ψέμα», τα «Κόκκινα φανάρια» ώς τις πρόσφατες ταινίες του 2003. Στην Αμερική συνεργάστηκε με τον Γούντι Αλεν, τον Z. Ντασσέν, τον Τζ. Φρανκεχάιμερ. Παντρεύτηκε τον ηθοποιό Ανδρέα Φιλιππίδη και απέκτησαν ένα γιο.

Μια καλλιτεχνική πορεία πλήρης, κινητική, φωτεινή. «Επαιξα τα έργα που ήθελα, έζησα μια ζωή όπως την ήθελα…».