ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Πρόταση λογοτεχνικής γραφής

Αχιλλέας Κυριακίδης

Τεχνητές αναπνοές

Εκδ. Πόλις

Πολυσχιδής και πολυτάλαντος, ο Αχιλλέας Κυριακίδης μοιράζεται εδώ και τρεις δεκαετίες ανάμεσα στον κινηματογράφο, ως σεναριογράφος, σκηνοθέτης, κριτικός? στη μετάφραση, μεταφέροντας με κέφι και μεράκι στα ελληνικά κείμενα δύσκολα και πολύτιμα -τελευταίο επίτευγμά του είναι ο απολαυστικός «Υμπύ τύραννος», του Αλφρέντ Ζαρί? και στη λογοτεχνία, στην οποία εν προκειμένω θα σταθούμε, αφού εξέδωσε μόλις μια ολιγοσέλιδη συλλογή οχτώ διηγημάτων, με τον καθόλου τυχαίο τίτλο «Τεχνητές αναπνοές», στην οποία επαναδιαπραγματεύεται, καθαρά λογοτεχνικά, τη λογοτεχνική συνθήκη καθαυτή.

Μορφή και ύφος

Από την προμετωπίδα της συλλογής, η οποία αρνείται τη λέξη υπέρ της πολύ μουσικής, θεωρώντας την προφανώς μια τέχνη περισσότερο αφαιρετική που δίνει το προβάδισμα στη φαντασία, ο Κυριακίδης οριοθετεί την αντίληψή του για τα διηγήματά του, αλλά και για τη λογοτεχνία εν γένει. Υπογραμμίζει δηλαδή την ύψιστη σπουδαιότητα της μορφής και του μέσου, του ύφους και της γλώσσας, και την οργανική τους ενότητα με το περιεχόμενο, αποδεικνύοντας εμπράκτως στη συνέχεια ότι μια ελάχιστη ιστορία μπορεί, λογοτεχνημένη, να προκαλέσει σπαραγμό, κατάπληξη και απορία, και δι’ αυτών φόβο και έλεος, ή ευφρόσυνη επίγνωση.

Εχοντας μαθητεύσει επί μακρόν σε συγγραφείς όπως ο Μπόρχες, με την αντίληψή του για την ενότητα του πολιτισμού που επαναλαμβάνει ες αεί τον εαυτό του, ή σε ομάδες όπως το Εργαστήρι Δυνητικής Λογοτεχνίας με τα δεσμευτικά του αξιώματα, ο Κυριακίδης κατέχει άριστα την τέχνη της ανάπτυξης και της επανάληψης, της καινής επαναγραφής και επανανάγνωσης, της θεραπείας του παραδόξου ως κατεξοχήν καθημερινού στοιχείου. Στα διηγήματά του λοιπόν εκκινεί από την εμπειρία, αισθητή και νοητή, μια εμπειρία καθολική και ίδια, οικουμενική και βαθιά προσωπική: τη μοναξιά της μεγαλούπολης, τον δύσκολο έρωτα, την αγωνία για το μύθο ως αντίδοτο στην ισοπέδωση μιας επαναληπτικής ομοιομορφίας που παραλλάσσει σοφά τον εαυτό της, την προσδοκία της ιδιοκτησίας, το φόβο της δραπέτευσης και της απώλειας του κειμένου.

Και την αναπτύσσει με την τεχνική της φούγκας, την μετατρέπει σε ιστορία από αυτές για τις οποίες ο ήρωας στο «Αίμα του άλλου» πληρώνει όσο-όσο, «με τα επίθετα να σπάνε τις γραμμές, ν’ ανοίγουν δρόμους για χρηστά ουσιαστικά, με ρήματα απροσδόκητα και τα σημεία στίξεως ξετρελαμένα». Και στη συνέχεια χρησιμοποιεί τις ίδιες του τις ιστορίες για να οικοδομήσει ένα λαβύρινθο της μνήμης και του χρόνου, μέσα στον οποίο κυκλοφορούν οι ήρωες και οι αναγνώστες του μαζί, το δαίδαλο μιας απτής καθημερινότητας και των φανταστικών της όψεων, όπου θάλλει, αφανές, το τυχαίο και το παράδοξο.

Κίνηση και προϊστορία

Στα διηγήματα του Κυριακίδη το λάθος εμφιλοχωρεί συνεχώς στο σωστό και αντίστροφα, η απουσία στην παρουσία, η μνήμη στη λήθη, η εικόνα στο είδωλό της, στο οποίο καθρεφτίζεται μια άλλη, διαφορετική εικόνα, ο κινηματογράφος στις λέξεις, οι λέξεις των άλλων στις δικές του. Κάθε πρόταση εννοεί να συνδεθεί με την κίνηση που περιγράφει, κάθε λέξη εγγράφει στο σώμα της την προϊστορία της ανακάλυψής της από το συγγραφέα και την ίδια τη δική της προϊστορία, πυροδοτώντας παράλληλα τους μηχανισμούς της στιλιστικής ολοκλήρωσης.

Ο Κυριακίδης καταθέτει με τα διηγήματά του μια πρόταση γραφής, η οποία αντιπαλεύει συνειδητά και οργανωμένα την ευκολία και τα ανούσια προϊόντα της, που σήμερα μας κατακλύζουν. Υπενθυμίζει δηλαδή τα αυτονόητα που, παραδόξως, δεν υπήρξαν ποτέ αυτονόητα, ότι λογοτεχνία δεν σημαίνει να αφηγείται κάποιος τη ζωή του ή τη ζωή των άλλων, ούτε καν όπως τη φαντάζεται, αλλά να αφηγείται μια ιστορία, που θα φέρει εντός την ίδια την ιστορία της, για τον άνθρωπο, μια ιστορία μυστηρίου δηλαδή. Τις παραλλαγές μιας τέτοιας ιστορίας αφηγείται ο Αχιλλέας Κυριακίδης, έχοντας σμιλέψει τόσο προσεκτικά τη λέξη και το ύφος, ώστε το κείμενο να ξεφεύγει από τα παραδεδομένα του όρια. Τείνει λοιπόν να πραγματώσει το προσωπικό του όνειρο, «να γίνουν κάποτε τα διηγήματά του μουσική», δίνοντας ταυτόχρονα ένα σωτήριο «φιλί της ζωής» στην τρέχουσα πεζογραφία μας.